Το Όνειρο

Γράφει ο Γιάννης Φαρσάρης

Από μικρός έβλεπε πολλά όνειρα. Από μικρός δεν πίστευε στα όνειρα. Τώρα, μεγάλος πια, εξακολουθεί να βλέπει πολλά όνειρα. Τώρα, μεγάλος πια, εξακολουθεί να μην πιστεύει στα όνειρα.

Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν φοιτητής. Τα τελευταία τρία χρόνια ξυπνούσε αργά το μεσημέρι. Ξενυχτούσε μέχρι πρωίας χωρίς λόγο και αφορμή. Το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν ξενυχτούσε διαβάζοντας. Το να ξενυχτήσει διαβάζοντας για τη σχολή ήταν λόγος και αφορμή. Κι εκείνος δεν χρειαζόταν ούτε λόγο ούτε αφορμή για να ξενυχτάει.

Ήταν όμορφο αγόρι. Του άρεσε να κάνει μόνιμους δεσμούς με όμορφα κορίτσια. Και στα όμορφα κορίτσια άρεσε να κάνουν μόνιμο δεσμό μαζί του. Σε ποιο κορίτσι – όμορφο ή άσχημο – δεν αρέσει να κάνει μόνιμο δεσμό με ένα όμορφο αγόρι που του αρέσουν οι μόνιμοι δεσμοί.

Τα πήγαινε πολύ καλά με τις φίλες των όμορφων κοριτσιών με τα οποία είχε μόνιμο δεσμό. Δεν τις έβλεπε ερωτικά, μόνο φιλικά. Άλλωστε οι περισσότερες ήταν άσχημες και σ’ εκείνον άρεσε να κάνει μόνιμο δεσμό μόνο με όμορφα κορίτσια. Σχεδόν πάντα όλες οι φίλες των όμορφων κοριτσιών είναι άσχημες.

Από μικρός αγαπούσε τις μεγάλες μηχανές. Τώρα ήταν μεγάλος και καβαλούσε μια μεγάλη μηχανή. Του άρεσε να ανεβάζει τις όμορφες κοπέλες στη μεγάλη μηχανή και να πατάει γκάζι. Και στις όμορφες κοπέλες άρεσε να ανεβαίνουν στη μεγάλη μηχανή. Ήταν όμορφος, είχε μεγάλη μηχανή και του άρεσαν οι μόνιμοι δεσμοί. Οι όμορφες κοπέλες δεν χρειάζονταν τίποτα παραπάνω.

Εκείνο τον καιρό το όμορφο αγόρι δεν είχε μόνιμο δεσμό. Έβλεπε πολλά όνειρα, ξυπνούσε αργά το μεσημέρι κι έκανε βόλτες με τη μεγάλη μηχανή. Με τα όμορφα κορίτσια, που κατά καιρούς είχε μόνιμο δεσμό, δεν μιλούσε. Μιλούσε όμως συχνά με τις άσχημες φίλες των όμορφων κοριτσιών.

Τη συγκεκριμένη μέρα ξύπνησε αργά το μεσημέρι, έχοντας δει πολλά όνειρα. Καβάλησε τη μεγάλη μηχανή και πήγε στη σχολή να πιει καφέ. Χαιρέτησε ανόρεκτα – δεν είχε πιει καφέ ακόμα – όποιον ήξερε και κάθισε να πιει καφέ. Όλοι όσοι χαιρέτησε του είπαν πως τον ψάχνει απεγνωσμένα μια άσχημη φίλη ενός όμορφου κοριτσιού με το οποίο παλιότερα είχε δεσμό. Η πρώτη γουλιά καφέ δεν τον βοήθησε να σκεφτεί τι μπορεί να τον ήθελε η άσχημη φίλη.

Συνέχισε να ρουφάει γουλιές καφέ για να ξυπνήσει και να σκεφτεί τι μπορεί να τον ήθελε η άσχημη φίλη. Δεν πρόλαβε να ξυπνήσει και να σκεφτεί γιατί φάνηκε από μακριά αλαφιασμένη η άσχημη φίλη. Μόλις τον εντόπισε άρχισε να τρέχει προς το μέρος του γεμάτη αγωνία. Μια άσχημη κοπέλα που τρέχει γεμάτη αγωνία, ιδρώνει και φαίνεται ακόμα πιο άσχημη. Η φίλη της με την οποία είχε παλιότερα μόνιμο δεσμό ήταν πανέμορφη.

«Είσαι καλά;», τον ρώτησε ξεφυσώντας. Την κοίταξε παραξενεμένος. Η άσχημη φίλη ενός όμορφου κοριτσιού με την οποία είχε παλιότερα μόνιμο δεσμό τον έψαχνε αλαφιασμένη να τον ρωτήσει αν είναι καλά.

«Είμαι καλά», της απάντησε πίνοντας την τελευταία γουλιά καφέ. Παρότι ο καφές τον είχε βοηθήσει να ξυπνήσει, πάλι δεν μπορούσε να σκεφτεί.

«Είδα ένα άσχημο όνειρο», συνέχισε εκείνη με σιγανή φωνή.

«Δεν πιστεύω στα όνειρα», την διέκοψε εκείνος.

«Είδα ένα πολύ άσχημο όνειρο με σένα πρωταγωνιστή», επέμεινε εκείνη ασθμαίνοντας.

«Δεν πιστεύω στα όνειρα», επανέλαβε εκείνος αδιάφορα.

«Είδα στο όνειρο ότι σκοτώθηκες με τη μεγάλη μηχανή», του αποκάλυψε ταραγμένη.

«Δεν πιστεύω στα όνειρα», επέμεινε εκείνος μονότονα.

«Είδα ότι τράκαρες μ’ ένα μαύρο αυτοκίνητο», συνέχισε εκείνη αγνοώντας τον.

«Θα έρθεις να πάμε μια βόλτα με τη μεγάλη μηχανή;», ύψωσε τον τόνο της φωνής του το όμορφο αγόρι.

«Σε παρακαλώ, μην ανέβεις σήμερα στη μεγάλη μηχανή! Από το πρωί σε ψάχνω να σου το πω», του εξήγησε με ορθάνοιχτα μάτια.

«Ανέβηκα ήδη στη μηχανή για να έρθω εδώ. Και θα ξανανέβω όταν φύγω από δω. Σου είπα ότι δεν πιστεύω στα όνειρα», την αγνόησε.

«Σε ικετεύω, μην ανέβεις σήμερα στη μηχανή! Θα νιώθω τύψεις μια ολόκληρη ζωή αν πάθεις κάτι», τον παρακάλεσε σφίγγοντάς του τα χέρια.

«Αν πάθω οτιδήποτε δεν θα φταίει το όνειρο. Ο δρόμος θα έχει λάδια», την κορόιδεψε.

Εκείνη χαμήλωσε το κεφάλι και σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Το απόκοσμο βλέμμα της τον αγρίεψε. Δεν πίστευε στα όνειρα και δεν είχε σκοπό να αρχίσει να πιστεύει τώρα. Κι όμως εκείνη καθόταν απέναντί του δακρυσμένη και τον ικέτευε να πιστέψει στο όνειρό της. Θύμωσε με την ιδέα πως ο φόβος του θανάτου θα τον έκανε να πιστέψει στα όνειρα. Αν ήθελε να πιστέψει στα όνειρα θα το έκανε από μόνος του. Άλλωστε είχε δει και πολύ καλύτερα όνειρα και δεν τα είχε πιστέψει.

Πίστευε στους μόνιμους δεσμούς, όχι στα όνειρα. Μια άσχημη φίλη μιας όμορφης κοπέλας που είχε παλιά μόνιμο δεσμό, του ζητούσε σθεναρά να πιστέψει στο όνειρό της. Θύμωσε περισσότερο. Μια άσχημη φίλη μιας όμορφης κοπέλας που είχε παλιά μόνιμο δεσμό δεν είχε το δικαίωμα να του ζητάει να πιστέψει στο όνειρό της. Σηκώθηκε φορτισμένος. Η σκόνη του θανάτου είχε λερώσει τον ώμο του. Την τίναξε μακριά με το χέρι του και κατευθύνθηκε στη μεγάλη μηχανή του. Την έβαλε μπροστά και καθώς μάρσαρε ανατρίχιασε. Αν πίστευε στο όνειρο της άσχημης φίλης έπρεπε να κατέβει αμέσως από τη μηχανή. Εκείνος όμως δεν πίστευε στα όνειρα και δεν ήθελε με τίποτα να αρχίσει να πιστεύει.

Έβαλε ταχύτητα και πάτησε γκάζι. Δεν ήθελε με τίποτα να αρχίσει να πιστεύει στα όνειρα. Πάτησε κι άλλο γκάζι. Οδηγούσε επικίνδυνα. Σύμφωνα με το όνειρο της άσχημης φίλης ήταν το τελευταίο του ταξίδι. Πάτησε κι άλλο το γκάζι. Δεν πίστευε στα όνειρα. Σύμφωνα με το όνειρο της άσχημης φίλης ένα μαύρο αυτοκίνητο κάπου καραδοκούσε να τον βάλει από κάτω. Γύρω του δεν έβλεπε κανένα μαύρο αυτοκίνητο. Πάτησε κι άλλο το γκάζι. Ένα μαύρο αυτοκίνητο ξεπρόβαλε στα δεξιά του έτοιμο να του κλείσει το δρόμο. Ένα σύγκρυο χάιδεψε την σπονδυλική του στήλη. Έπρεπε να πατήσει εσπευσμένα φρένο για να αποφύγει τη σύγκρουση. Αν πατούσε φρένο θα σήμαινε πως πίστευε στο όνειρο της άσχημης φίλης. Κι εκείνος δεν πίστευε από μικρός στα όνειρα. Πάτησε τέρμα το γκάζι. Αν τα όνειρα βγαίνουν αληθινά δεν ήθελε να ζει για να το πιστέψει. Εκείνος είχε αποφασίσει πως δεν πίστευε στα όνειρα και τερμάτισε το γκάζι.

Ο ήχος του φρεναρίσματος δεν προερχόταν από τη δική του μηχανή. Εκείνος δεν πίστευε στα όνειρα και είχε πατήσει γκάζι, όχι φρένο. Το μαύρο αυτοκίνητο που θα του έκοβε τη ζωή είχε πατήσει φρένο. Αν είχε πατήσει κι εκείνος φρένο, το μαύρο αυτοκίνητο θα τον έβαζε από κάτω. Εκείνος όμως δεν πίστευε στα όνειρα και είχε πατήσει γκάζι, προσπερνώντας για ελάχιστα εκατοστά το μαύρο αυτοκίνητο. Αν πίστευε στα όνειρα θα είχε πατήσει φρένο και δεν θα είχε αποφύγει τη σύγκρουση. Δεν πίστευε στα όνειρα και το όνειρο της άσχημης φίλης δεν βγήκε αληθινό. Αν πίστευε στα όνειρα θα είχε πατήσει φρένο και το όνειρο θα έβγαινε αληθινό. Επειδή δεν πίστευε στα όνειρα, το όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε. Αν πίστευε στα όνειρα, το όνειρο θα είχε πραγματοποιηθεί. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να πιστεύει στα όνειρα.

____________________________________________

Το διήγημα “Το Όνειρο” πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα One Story.

Ο Γιάννης Φαρσάρης γεννήθηκε στην Ιεράπετρα το 1973. Σπούδασε Επιστήμη Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και Εκπαίδευση Ενηλίκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Έχει δημιουργήσει την ανοικτή βιβλιοθήκη www.openbook.gr και όλα τα έργα του κυκλοφορούν ελεύθερα στο Διαδίκτυο. Ο προσωπικός ιστοχώρος του βρίσκεται στη διεύθυνση www.open-sesame.me