Το Μαγειρειό

Χρόνος ανάγνωσης 4 ΄

mageireioΓράφει η Φωτεινή Κελεπούρη*

Γύριζαν από διακοπές  μαγεμένοι από την ομορφιά της Σαντορίνης.
-Τι κρίμα να μη πεταχτούμε μέχρι την Ανάφη, είπε εκείνος, μόλις το καράβι σφύριξε αναχώρηση κι έλυσε τους κάβους.
-Δεν πειράζει κάποια άλλη φορά θα πάμε, απάντησε εκείνη. Εξ’ άλλου όλοι οι τόποι είναι πρωτίστως μέσα μας.
Την κοιτούσε πάντα με θαυμασμό γιατί το άξιζε.

Εκείνη, την ίδια στιγμή πετάχτηκε  επάνω με μια παιδική λάμψη στο πρόσωπο και με τεντωμένα χέρια  αντέγραφε το πέταγμα του γλάρου  που ακολουθούσε το πλοίο με ανάλαφρες κινήσεις. Απορούσε μαζί της, πώς μπορούσε να κάνει «μεγάλη» την πιο ασήμαντη στιγμή, πώς άνοιγε δρόμο στα αδιέξοδα, με πόσο  γενναιόδωρη διάθεση αντιμετώπιζε την κάθε αποτυχία, με τί  στοργή αγκάλιαζε τα ματαιωμένα της όνειρα.  Αναρωτιόταν συχνά πού σπούδασε αυτή την τέχνη της ζωής, να μετατρέπει δηλαδή την αρνητική ενέργεια σε  «Χώρο Υψηλής Αισθητικής» -όπως της έλεγε συχνά για να την πειράξει- σ’ ένα θετικό  πεδίο σκέψης γεμάτο σοφία.

Ήταν κάτι πάρα πάνω γι αυτόν από την γυναίκα που είχε ονειρευτεί. Δεν πέρασε όμως ποτέ από το μυαλό του, ότι η αιτία για όλη τούτη την τέχνη της ζωής, ήτανε η βαθειά αγάπη της γι’ αυτόν. Η αγάπη για «ένα σπάνιο είδος», όπως συχνά του έλεγε εκείνη, η αγάπη για ένα πλάσμα καθαρό και αγνό σαν το νεράκι της πηγής, για ένα πλάσμα εύθραυστο. Αυτό το «εύθραυστο» την φόβιζε, το απωθούσε μα ποτέ δεν του τ’ ομολογούσε.

Ακίνητη, αναπολούσε το παρελθόν. Πώς πέρασαν στ’ αλήθεια τόσα χρόνια… Είχαν μια σχολή χορού, ετοιμάζονταν να ζήσουν μαζί. Για να ξορκίσει μια κακή διαίσθηση που την είχε μαγκώσει τότε στο καράβι, του ‘λεγε γελώντας να κάνουν τον γάμο τους στην Ανάφη.

Μια νέα μαθήτρια όμως στη σχολή άλλαξε τα σχέδια της ζωής, τον πήρε από την αγκαλιά της. Δεν την μίσησε ποτέ. Της είχε δώσει η ίδια τα πρώτα μαθήματα χορού, ήτανε ντροπαλή και πολύ σαγηνευτική. Συνέχισε τα μαθήματα με τον καλό της. Ερωτεύτηκαν. Μια μέρα βρήκε τη σχολή κλειστή και κείνον δεν τον ξανάδε από τότε. «Πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένοι» ξαφνικά η ζωή της. Καράβι χαμένο, χωρίς πλώρη και προορισμό, δίχως ταξίδι πηγαιμού, δίχως πορεία. Μισό σκαρί στου πελάγους τα βάθη πεταμένο.

Τόλμησε.  Εξαφανίστηκε κι αυτή απ’ όλους και πήγε στη  ματαιωμένη Ανάφη. Τι υπέροχο μέρος! Πόσο πονάει συχνά η ομορφιά.  Στην κορυφή του λόφου, στη Χώρα,  μακριά απ’  τους θορύβους του λιμανιού έφτιαξε κρυμμένο ένα Στέκι-  κάτι  να πίνεις, κάτι  να τρως, να ξαποσταίνεις.  Κανείς δεν έμαθε ποτέ το μυστικό της. Κόσμος  μπαινόβγαινε  σε  χρόνους άλλους, τα νέα τους, τα προγράμματά τους, οι φωνές, όλα είχανε το δικό τους χρόνο. Στο μαγειρειό όμως υπήρχε μόνο ο χρόνος του  ψυχικού της πόνου. Το δικό της σταματημένο ρολόι χτυπούσε μόνο στην ελπίδα ότι κάποια μέρα θα περνούσε ο αγαπημένος της από κει.

Παρέμενε ευλύγιστη, χόρευε ακόμα υπέροχα σα νέο κορίτσι, αλλά ποτέ μπροστά σε άλλους. Ούτε στα ξαφνικά γλέντια που έστηναν οι θαμώνες, ούτε στα πανηγύρια του νησιού. Τα φαγητά, οι καφέδες ψήνονταν, οι σάλτσες έδεναν, τα παγωτά  έπηζαν, οι ίδιες πάντοτε κινήσεις στο σερβίρισμα, η ίδια ελπίδα ότι την επομένη φορά που θα ‘στρωνε το τραπέζι θα ‘ταν για κείνον…

«Πίνω και μεθώ, ωχ  αμάν…», άφηνε την κατσαρόλα κι άρχιζε ένα μπάλο με τα τσακίσματα σα μαχαιριές. «Σκέψου τι όμορφη που θα’ σαι με το φεγγάρι στα μαλλιά’», συνέχιζε η μουσική και πεταγόταν -όπως τότε στη σχολή- σ’ ένα λυγμικό χασάπικο. Λίγο  πριν ανοίξει το μαγειρειό, τότε που δεν την έβλεπε κανείς ζούσε την δική της ζωή, χορεύοντας. Καμιά φορά ξεχνιόταν και νόμιζε πως θα κλείσουν όπου να’ ναι τη  σχολή και θα φύγουν αγκαλιά.

Της έλεγαν πως μαγειρεύει νόστιμα κι αυτή στα  χείλη το κρατούσε  κάθε φορά, να μη το πει,  πως μαγειρεύει για κείνον. Ντυνόταν, χτενιζόταν κι έπαιρνε συχνά μπροστά στον καθρέφτη την έκφραση του πιο ευτυχισμένου ανθρώπου.  Μια τέτοια στιγμή άκουσε να τη  φωνάζει ο γείτονας:

-Μαρία, έχεις πελάτες!

Βγήκε ολόλαμπρη έξω. Αναγνωρίστηκαν αμέσως.

Άρχισαν να τρέμουν και οι δύο σα φθινοπωρινά φύλλα. Εκείνη, σα να χτυπήθηκε από κεραυνό, παρόλα αυτά  έσφιξε την καρδιά κι μ’ ένα  αδιάφορο νεύμα τους διαβεβαίωσε:

-Μισό λεπτό έρχομαι!

Μπήκε μέσα. Ένοιωσε να γερνά δεκαετίες απ’  την ταραχή. Μέσα της  δεν είχε ποτέ πιστέψει πως θα τον ξανάβλεπε. Δύο μεγάλα παιδιά, μια κοπέλα -ίδια η μάνα της- δεν την είχε δει, δεν ήξερε αν ήταν τώρα έξω μαζί τους- κι ένα αγόρι ίδιος ο καλός της.

Κλείδωσε την πόρτα πίσω της, βγήκε από την άλλη και χάθηκε.
Το μαγειρειό το βρήκαν άδειο, παγωμένο, σα να ‘χε κοπεί στα δύο και η δική του ζωή.

Εκείνος χάιδευε  κάθε τι με το βλέμμα του, άγγιξε απαλά με τα χέρια το τραπέζι, τον πάγκο, τα κουζινικά. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του σαν αντίκρισε το μεγάλο ράφι με τα καρυκεύματα και δάκρυσε σαν είδε πάνω στα γυάλινα βάζα τα γράμματά της: αλόη,   δυόσμος, λουίζα,  βασιλικός.

Ένα σημείωμα γραμμένο βιαστικά πάνω στο μάτι της κουζίνας, ήλθε τότε να του θυμίσει  κάτι που του διέφευγε. Σκίρτησε από χαρά σαν το είδε,  το άρπαξε με την ελπίδα πως θα του είχε αφήσει κάποιο μήνυμα.
Κατάκοπος έγειρε σε μια καρέκλα και  διάβαζε ξανά και ξανά.
«Χώρος Υψηλής Αισθητικής».

 

——————————————–

* Η Φωτεινή Κελεπούρη γεννήθηκε στο χωριό  Αγ. Νικόλαος της Μεσσηνιακής Μάνης όπου και έμεινε μέχρι να τελειώσει το δημοτικό σχολείο. Σήμερα ζει ανάμεσα στην Καλαμάτα, τις Κιτριές και φυσικά στον Αγ. Νικόλαο αυτό ”το φυσικό μουσείο ομορφιάς”, όπως το αποκαλεί. Το παιχνίδι των λέξεων που την μάγευε από παιδί εξακολουθεί να την μαγεύει, όπως και οι κάθε λογής ”ΟΥΤΟΠΙΕΣ”.

Η γραφή,  είναι γι’ αυτήν το απολαυστικό παιχνίδι στο οποίο, ενώ κάποιος είναι καταδικασμένος πάντα να χάνει, δεν μπορεί και να παραιτηθεί: Η πρόκληση του Ανείπωτου… Η  Λέξη -κλειδί που βρήκε παίζοντάς το, είναι η ”Αγάπη”.