Από τη Μαρία Τσαμπίκα Ιορδανίδου, Ψυχολόγο ΑΠΘ
Καθώς περνούν τα χρόνια καταστάσεις, άνθρωποι, αντικείμενα, συνήθειες παραμένουν στην αυτό-βιογραφία μας ως αποσπάσματα παρελθοντικών κεφαλαίων. Από την άλλη, κάποιες σελίδες που επρόκειτο να γραφούν, μένουν άγραφες. Σε αυτές τις σελίδες υπάρχουμε και εμείς με τρόπο που δεν εκπροσωπείται πλέον στο παρόν, ούτε και θα εκπροσωπηθεί στο μέλλον.
Η απώλεια είναι πανταχού παρούσα, διατρέχει όλο το φάσμα της ανάπτυξης του ανθρώπου. Στην πορεία της ζωής μας αποχωριστήκαμε – μεταξύ άλλων – την πιπίλα μας, το νηπιαγωγείο μας, τα παιχνίδια μας, τις δασκάλες μας, το δημοτικό μας σχολείο. Έπειτα, αναδιαμορφώσαμε την παρέα φίλων μας, αλλάξαμε συμμαθήτριες/ες, χωρίσαμε από τις σχέσεις μας, αποχωριστήκαμε το σπίτι μας. Μετά αναδιαμορφώσαμε τον εαυτό, τα θέλω μας και ενδεχομένως και πάλι την παρέα φίλων μας. Σε μία μετακόμιση χάσαμε ένα πολύτιμο για εμάς αντικείμενο ή αναγκαστήκαμε να αφήσουμε πίσω κάποιο άλλο. Αλλάξαμε ιδεολογία και συνήθειες, αφήσαμε πίσω μας εργασιακά περιβάλλοντα, γειτονιές, μυρωδιές. Εγκαταλείψαμε όνειρα και στόχους, αλλάξαμε τα πλάνα μας – άλλοτε από επιλογή, άλλοτε επειδή δεν γινόταν να πράξουμε διαφορετικά. Ας αφιερώσουμε λίγο χρόνο προσπαθώντας να ανακαλέσουμε τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις μας που ακολούθησαν ανάλογων απωλειών…
Όπως προαναφέρθηκε, είτε αναπόφευκτα, είτε από επιλογή όλοι οι άνθρωποι έχουμε έρθει και θα συνεχίσουμε να ερχόμαστε αντιμέτωποι με την απώλεια και το πένθος που τη συνοδεύει. Η λαϊκή ρήση «Για κάθε πόρτα που ανοίγεις, κλείνεις μία άλλη» μεταφράζεται από τον Neimeyer (1999) σε «Όλες οι αλλαγές περιλαμβάνουν την απώλεια, ακριβώς όπως όλες οι απώλειες προϋποθέτουν την αλλαγή». Το βίωμα και η διαχείριση του πένθους έχει απασχολήσει πολλούς/ες θεωρητικούς ανά τις δεκαετίες (Goldsworthy, 2005) οι ιδέες των οποίων είναι αδύνατο να καλυφθούν σε ένα κείμενο. Στο συγκεκριμένο άρθρο, το οποίο αποτελεί το πρώτο από μία σειρά που θα ακολουθήσει πάνω στο βίωμα του πένθους, θα επικεντρωθώ στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να στηρίξουμε συναισθηματικά τους ανθρώπους που βιώνουν πένθος που δεν σχετίζεται με θανατηφόρες απώλειες (Grief over Non-Death Losses).
Αναγνώριση πένθους που σχετίζεται με μη θανατηφόρα απώλεια
Μετά από κάθε απώλεια η ζωή μας εξαναγκάζει να προχωρήσουμε, μα συχνά αισθανόμαστε να μη γνωρίζουμε το πως, το προς τα που και, ενδεχομένως, το γιατί. Έχει παρατηρηθεί πως το πένθος που συνδέεται με το θάνατο λαμβάνει συνήθως μεγαλύτερη προσοχή, αναγνώριση και υποστήριξη τόσο από τον κοινωνικό περίγυρο, όσο και από τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας εν συγκρίσει με το πένθος που δεν έρχεται ως επακόλουθο θανατηφόρας απώλειας (Germany, 2021). Το γεγονός αυτό δε δικαιολογεί την υποτίμηση ή παράβλεψη του αντικτύπου που έχουν οι υπόλοιπες μορφές απώλειας στις ζωές μας. Αν και συχνά τέτοιου είδους απώλειες αναπλαισιώνονται θετικά από ιδέες «αλλαγής» και «εξέλιξης», το βίωμα του πένθους είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται ως τέτοιο και να του δίνεται χώρος να εκφραστεί. Η επιρροή της απώλειας σε κάθε παρόν μας είναι καταλυτική. Το κενό που μας προκαλεί καθώς και τα συναισθήματα που τη συνοδεύουν, μπορεί να αφορούν το παρελθόν (πχ. σε μία συνθήκη χωρισμού ή τερματισμού μίας φιλίας) ή το μέλλον (πχ. σε συνθήκες αλλαγής σχεδίων ή εγκατάλειψης ονείρου). Εντούτοις, μας καλούν να διαχειριστούμε ένα παρόν επαναπροσδιορίζοντας τον εαυτό μας δίχως τα κομμάτια που έμειναν πίσω ή θα επέρχονταν στη συνέχεια. Ο εξαναγκασμός στην αποδοχή της απουσίας αυτού που έφυγε ή αυτού που δε θα έρθει και η ανάγκη επανανοηματοδότησης της ύπαρξής μας αποτελούν προκλήσεις με τις οποίες ερχόμαστε όλες/οι αντιμέτωπες/οι και είναι φυσιολογικό να μας αποδιοργανώνουν, να μας δυσκολεύουν, να μας θυμώνουν και να μας θλίβουν.
Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως δεν υπάρχει «σωστός» ή «λανθασμένος» τρόπος να πενθούμε.
Το κάθε άτομο αντιδρά ξεχωριστά, σε διαφορετική αιτία, σε άλλο χρόνο, ένταση και διάρκεια. Η ελλιπής αναγνώριση και υποστήριξη του βιώματος του πένθους σε καταστάσεις που δεν σχετίζονται με θάνατο μπορεί να εντείνει τη διάρκεια και να δυσκολέψει τη διαχείριση του (Germany, 2021). Είναι σημαντικό να μπορούμε να αναγνωρίζουμε και να αποδεχόμαστε αυτό το βίωμα – είτε αφορά εμάς, είτε τον περίγυρό μας. Αν και η καθεμία και ο καθένας μας χαράζει το δικό της/του μονοπάτι στην πορεία του βιώματος του πένθους, τα βασικά συναισθήματα που φαίνεται να κυριαρχούν σε συνθήκες μη θανατηφόρας απώλειας είναι η απογοήτευση, οι τύψεις, ο εκνευρισμός, η ενοχή, η θλίψη, η παραίτηση, η σύγχυση, η δυσπιστία (Ratcliffe & Richardson, 2023; Sweetman & O’Donnell, 2020) και ενδέχεται, ακόμη, να βιώσουμε μία διαδικασία πένθους σαν και αυτή σε απώλεια που σχετίζεται με θάνατο (Sweetman & O’Donnell, 2020).
Συναισθηματική ανταπόκριση σε καταστάσεις πένθους που σχετίζεται με μη θανατηφόρα απώλεια
Στην προσπάθειά μας να προσφέρουμε ανακούφιση σε καταστάσεις μη θανατηφόρων απωλειών, συχνά χρησιμοποιούμε φράσεις ευκολίας όπως «μη στεναχωριέσαι», «όλα για κάποιο λόγο γίνονται», «αφού έχεις την υγεία σου, όλα καλά θα πάνε», «γιατί δεν κάνεις [αυτό];», «έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου». Άλλοτε μιλούμε αυτοαναφορικά φέρνοντας παραδείγματα από την προσωπική μας ζωή και τον τρόπο που διαχειριστήκαμε παρόμοιες περιπτώσεις ή υποτιμούμε τη δυσκολία του ατόμου που πενθεί σε μία προσπάθεια να «ελαφρύνουμε» την ατμόσφαιρα: «καλά γι’ αυτό στεναχωριέσαι;», «σιγά το πράγμα». Όταν κάποιος/α πενθεί μία απώλεια είναι σημαντικό να του/της προσφέρεται ένας ασφαλής χώρος αποδοχής των συναισθημάτων και των αντιδράσεών του/της. Η στάση του περιγύρου παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση της απώλειας, καθώς ακόμη και οι ίδιοι/ες πενθούντες/ούσες συχνά δεν αναγνωρίζουν ή παραβλέπουν το βίωμα του πένθους όταν αυτό δε σχετίζεται με θάνατο αγαπημένου προσώπου (Ratcliffe & Richardson, 2023). Υπάρχουν αρκετοί τύποι κοινωνικής υποστήριξης, μία εξ’ αυτών είναι η συναισθηματική.
Οι πιθανότητες να μη γνωρίζουμε πως να αντιδράσουμε/στηρίξουμε την έκφραση του πένθους, πολλώ δε μάλλον να κατανοήσουμε το πένθος που δεν αφορά σε θάνατο είναι αυξημένες. Είναι, επίσης, εύλογο μία τέτοια συνθήκη να μας δυσκολεύει ή/και να ενεργοποιεί δικά μας τραύματα και δυσκολίες. Σε τέτοιες καταστάσεις θα μπορούσαμε να έχουμε κατά νου πως ο ρόλος μας δεν είναι ούτε να γεμίσουμε το κενό της απώλειας σε μία στιγμή, ούτε να εξαλείψουμε τα δυσάρεστα συναισθήματα του/της άλλου/ης. Αυτό που επιζητά ο άνθρωπος που επικοινωνεί τον πόνο του, τις περισσότερες φορές, είναι να ακουστεί και να γίνει αποδεκτός, να μοιραστεί το βάρος της απώλειάς με τους σημαντικούς του/της άλλους, να νιώσει λιγότερη μοναξιά. Φανταστείτε να προσπαθείτε να κουβαλήσετε για αρκετά χιλιόμετρα ένα υπέρδιπλο στρώμα μόνοι σας, στο πλαίσιο μίας μετακόμισης – πολύ πιθανό να αποτύχετε. Εάν βρεθούν κάποια χέρια να συνεπικουρήσουν το κουβάλημα, η μεταφορά του στρώματος θα γίνει ευκολότερη. Τα χέρια αυτά, παρότι δε θα πάρουν το στρώμα από πάνω σας, θα βοηθήσουν στη διαχείριση του βάρους του. Αντίστοιχα, η ενεργητική ακρόαση, η αναγνώριση και αποδοχή του πένθους, η συναισθηματική υποστήριξη (Cacciatore et al., 2021) καθιστούν το «κουβάλημα» της απώλειας περισσότερο υποφερτό και διαχειρίσιμο.
Με ποιον τρόπο, επομένως, θα μπορούσαμε να ανταποκριθούμε συναισθηματικά σε αγαπημένες/ους που πενθούν για μη θανατηφόρα απώλεια; Οι τρόποι, σαφώς, ποικίλουν, αλλά δε διαφέρουν σημαντικά από αυτούς σε συνθήκες πένθους που σχετίζεται με θάνατο. Εστιάζοντας στο κομμάτι της επικοινωνίας και έχοντας κατά νου όσα προαναφέρθηκαν μία ιδέα θα μπορούσε να είναι αυτή: Αρχικά, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε το πένθος ως τέτοιο: «Αντιλαμβάνομαι πως δυσκολεύεσαι στη διαχείριση [γεγονός]» και τα συναισθήματα του/της άλλου/ης, σε ένα πλαίσιο αποδοχής: «Είναι εντάξει να νιώθεις [συναίσθημα] και να πενθείς. Κάθε άνθρωπος διαχειρίζεται τις απώλειες με δικό του τρόπο και ρυθμό». Έπειτα, να δώσουμε χώρο στο άτομο να εκφραστεί και να δείξουμε διαθεσιμότητα να το στηρίξουμε: «Θα μπορούσες να μου μιλήσεις γι’ αυτό εάν το θέλεις. Γνωρίζω πως δεν μπορώ να αλλάξω την κατάσταση, αλλά είμαι εδώ να σε ακούσω», «Θα σε βοηθούσε μήπως να [πρόταση];». Τέλος, όπως σε άλλες καταστάσεις ψυχολογικής δυσφορίας, είναι σημαντικό να υπενθυμίζουμε συχνά στο άτομο που πενθεί πως η αντίδρασή του είναι φυσιολογική. Δε χρειάζεται να λέμε πολλά, παρά μόνο να είμαστε διαθέσιμες/οι, καλές/οι ακροάτριες/ες και να δείχνουμε έκδηλα το ενδιαφέρον μας.
Ο υπαρξιστής ψυχίατρος – ψυχοθεραπευτής, Victor Frankl (1962) αναφέρει πως «μία ανώμαλη αντίδραση σε μία ανώμαλη κατάσταση είναι ομαλή συμπεριφορά». Οι απώλειες μοιάζουν με έδαφος που έχει υποχωρήσει σε έναν δρόμο όπου εμείς οφείλουμε να συνεχίσουμε να προχωράμε – θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι αυτές που καθιστούν το δρόμο μας ανώμαλο.
Βιβλιογραφία
Cacciatore, J., Thieleman, K., Fretts, R., & Jackson, L. B. (2021). What is good grief support? Exploring the actors and actions in social support after traumatic grief. PloS one, 16(5), e0252324. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0252324
Germany, M. L. (2021). Disenfranchised Losses: Grief and Growth in Non-Death Loss Events. [Doctoral Dissertation, University of Memphis]. Electronic Theses and Dissertations. https://digitalcommons.memphis.edu/etd/2899
Goldsworthy, K. K. (2005). Grief and loss theory in social work practice: All changes involve loss, just as all losses require change. Australian Social Work, 58(2), 167–178. https://doi.org/10.1111/j.1447-0748.2005.00201.x
Neimeyer, R. (1999). Lessons in Loss: A guide to coping. Center for the Study of Loss and Transition.
Ratcliffe, M., & Richardson, L. (2023). Grief over Non-death Losses: A Phenomenological Perspective. Passion: Journal of the European Philosophical Society for the Study of Emotions, 1(1), 50–67. https://doi.org/10.59123/passion.v1i1.12287
Sweetman, A., & O’Donnell, S. (2020). Non-Death Loss and Grief. The Irish Journal of Counselling and Psy-chotherapy, 20(3), 8-13.
Φρανκλ, Β. E., (1962). To νόημα της ζωής. Ψυχογιός.




















