Από τη Μένη Κουτσοσίμου, Μεταδιδάκτορα Ιατρικής σε θέματα Αξιολόγησης Ποιότητας Παρεχόμενων Υπηρεσιών στο χώρο της Υγείας
Η επιστολογραφία ήταν για μένα πάντα μαγική. Πάει καιρός από τότε που έστειλα γράμμα για τελευταία φορά. Τα πεζά μας νέα τα λέμε και από το τηλέφωνο. Το γράμμα είναι κάτι σαν τελετουργία, σαν ένα διήγημα, θέλει χρόνο και ψυχή – αν έχεις να δώσεις κι αν μπορείς.
Εγώ δεν ξέρω πια τι μπορώ, ούτε τι είμαι. Μέχρι πριν λίγο καιρό ήμουν τόσο σίγουρη για τον εαυτό μου, για το τι είμαι, τι μπορώ και το αντίθετο. Και τώρα νιώθω πως ξαφνικά μέσα σε λίγο χρόνο, ξεκουρδίστηκα, κόλλησα, μπούκωσα. Δεν είναι όπως άλλες φορές που κάτι με στενοχωρεί. Όλα είναι αόρατα αλλά νιώθω την ατμόσφαιρα βαριά. Λες και την ηλεκτρίζω – εγώ η ίδια. Ξαφνικά, στις πιο απίθανες στιγμές νιώθω κουρασμένη ή μελαγχολώ. Μετά με πιάνει απόγνωση γιατί δεν θέλω να μου συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μετά το ξεχνώ μέχρι να ξανασυμβεί.
Νιώθω σαν να παίζω κρυφτό με τον εαυτό μου. Ξαφνικά δεν θέλω να τον αντικρίσω. Σκέφτομαι ότι μέχρι τώρα έβλεπα αυτά που ήθελα να δω. Τώρα θέλω να πάω παραμέσα. Και το πιστεύεις, δεν μ’ αφήνω. Δεν θέλω και κανέναν κοντά μου. Αν είναι να ρίξω μια ματιά μέσα μου, να δω ένα δύο πραγματάκια, καλό είναι να το κάνω μόνη. Δεν θέλω πια θεατές. Και να ‘θελα όμως, δεν υπάρχουν. Άντε τώρα να εξηγήσεις στους άλλους αυτό που αδυνατείς να εξηγήσεις στον εαυτό σου.
Δεν ξέρω τελικά πόσο ορίζουμε τις ζωές μας ή πόσο ορίζονται από δρομολογημένες καταστάσεις. Υπάρχουν πολλά πράγματα που αδυνατώ μέχρι και σήμερα να εξηγήσω. Με ξεπερνούν. Όταν ο Θεός για παράδειγμα τα βάζει μαζί μου – σχεδόν πάντα δηλαδή – δεν ξέρω αν έχει δίκιο, αν πρέπει να κατεβάσω τα μάτια μου και να το βουλώσω ή να σηκώσω το δάχτυλο και να του τα ψάλλω ένα χεράκι.
Εκεί που έχω σκύψει να πιω δροσερό νεράκι, να ξεδιψάσω, να ‘φχαριστηθώ μια στάλα, μου τραβάει μια κλωτσιά και με ρίχνει στα άπατα. Και ίσως μου έμαθε κολύμπι για να κάνει το ίδιο ξανά και ξανά και να γελάει. Παίρνει ύστερα ύφος αυστηρό, σηκώνει το δεξί του φρύδι, μορφάζει υποτιμητικά και χάνεται. Και τι να κάνω δηλαδή; Να μην πίνω νερό; Ίσως θα πρέπει να μάθω να μη σκύβω.
Αναλογίζομαι σιωπηλά, όσα αποτελούν τη βαθύτερη ουσία της ισορροπίας των πραγμάτων. Και βρίσκομαι μπροστά σε καταστάσεις που η ύπαρξή τους συναρτάται από γεγονότα που φαίνονται με την πρώτη ματιά ασήμαντα, που είναι όμως τόσο μα τόσο σχετικά… Στη ζωή μας συμβαίνουν πολλά. Κάθε ώρα και κάθε στιγμή αναδύονται εικόνες από νέες πραγματικότητες, που αναζητούν μια θέση στο χώρο και το χρόνο. Από όλα τα φαινομενικά άχρηστα, τίποτα δεν πετιέται άσκοπα. Όλα συγκεντρώνονται κάπου μέσα μας. Και παραμένουν εκεί ζωντανά. Πάει καιρός που φτιάχνω παραμύθια και ζω μέσα. Δεν πιστεύω πως οι ιστορίες του μυαλού μου θα γίνουν αληθινές κάποτε, αλλά στη σκέψη μου κανείς δεν μπορεί να μπει και να μ’ ενοχλήσει…
‘Φύλαξε τις εικόνες κι όλα όσα πιστεύεις, στο βιβλίο των ματιών σου είναι όλα αυτά που θέλεις…’ (Κωνσταντίνος Βήτα-Στέρεο Νόβα: Ένα κλεμμένο ποδήλατο).
Ζω για κείνες τις στιγμές, τις αόρατες κουκκίδες στο χάρτη μου που έχουν τη δική τους πορεία. Είναι η δική μου διαφυγή στη φαινομενική ισορροπία της υπάρχουσας κάθε φορά ‘τάξης’. Εκείνα τα στηρίγματα που πάνω τους θα βρουν ανταπόκριση οι δονήσεις της ψυχής μου. Μόνο να αναλογιστείς ότι περπατώ πάνω σε τεντωμένο σχοινί… όλοι μας κάπως έτσι περπατάμε… γέρνοντας πότε από τη μία πότε από την άλλη. Και οι θεατές από κάτω να περιμένουν, τι;… το πότε θα πέσεις;… θα τα καταφέρνεις άραγε;
Δεν έχει κουδούνι το μυαλό, ούτε συναγερμό, ούτε στριγκλίσματα. Τους διώχνω λοιπόν όλους και ονειρεύομαι καράβια και τρένα να με πηγαίνουν στην κορυφή του κόσμου, σε ταξίδια που δεν έκανα. Από κει τους βλέπω όλους, χωρίς να με βλέπουν… και βλέπω και το Θεό να με ψάχνει, να ετοιμάζει το ποδάρι του για κλωτσιά και να μη με βρίσκει. Εκεί γελάω εγώ, κι έτσι εύχομαι να μακρύνει το δικό μου πόδι, να του βάλω μια τρικλοποδιά να τσακιστεί, όπως τσακίζει εμένα κάθε φορά που του βγάζω τη γλώσσα.
Δεν μπορεί, υπάρχει η λύτρωση στον κόσμο που ζω. Υπαρκτές ανάγκες με μη προσβάσιμες συντεταγμένες επιθυμούν τη σύζευξη σε κείνο που φαντάζει ανέφικτο και γίνεται εφικτό με τον λιγότερο δυνατό πόνο. Και είναι ο ίδιος ο πόνος που επιμένει να θρέφει την αξιοπρέπεια, που λαβωμένη εξακολουθεί να αντιστέκεται στη σήψη, ματαιώνοντας διαρκώς την αναδόμηση μιας βεβαιότητας που ίσχυε μέχρι πρότινος…
“Αναπαύομαι ευτυχής στην ήσυχη σιωπή, ακούγοντας βουβά όσα πρόσωπα,
ονόματα, τοπία παρουσιάζει η άβυσσος της μνήμης,
καταλαβαίνοντας μιαν άλλη χρονική διάρκεια,
που μου επιβάλλει να παραδεχθώ ως ορθότερο το λογικά εσφαλμένο…”
(Απόσπασμα από τα “Ομιλήματα”~ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης)



















