Σάτιρα και Επιρροή

Μήπως η σάτιρα είναι ένας τρόπος εκτόνωσης της μάζας;

Από τον Δημήτρη Χιώνη, Στρατιωτικό Ψυχολόγο

Στη σημερινή καθημερινότητα, ο καθένας ακούει ατάκες ή άλλα έξυπνα αστεία τα οποία είναι παρμένα από κάποια σατιρική εκπομπή. Ο ορισμός του λεξικού για τη σάτιρα είναι: 1. Λογοτεχνικό είδος όπου ασκείται κριτική με τρόπο σκωπτικό σε πρόσωπα και καταστάσεις της κοινωνίας με σκοπό τη διόρθωσή τους, 2. διακωμώδηση, ως σκωπτική κριτική. Σίγουρα όμως, είναι ένα φαινόμενο που δεν διασκεδάζει πάντα, αλλά είναι σημείο αντιλεγόμενο που προκαλεί πολλές φορές και έχθρες, και κατά μία πιο απόμερη έννοια, ένας πολύ καλός αποπροσανατολισμός του απλού λαού, κάτι σαν νοητός αποδιοπομπαίος τράγος.

Κύριος πάροχος σάτιρας είναι τα ΜΜΕ. Η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, οι εφημερίδες έχουν σταθερά κομμάτια τους τα οποία είναι αφιερωμένα στη σάτιρα, όπως προστάζει το σημερινό status quo στον κύκλο των ΜΜΕ. Απ’ έξω δεν μένει και ο υπόλοιπος κόσμος της τέχνης με τις επιθεωρήσεις στο θέατρο, με τη σατιρική ποίηση, τα σατιρικά τραγούδια. Στόχος της είναι συνήθως πολιτικά ή τέλος πάντων αρκετά επιφανή πρόσωπα, προκειμένου να έχει ευρύ πεδίο δράσης. Μάλιστα, παρατηρείται ότι όσο πιο υψηλά και πιο γνωστά είναι τα πρόσωπα, τόσο είναι πιο πιθανό να είναι θέμα σάτιρας. Τα όρια του επιτρεπτού της σάτιρας δεν βρίσκουν ομόφωνη απάντηση.

Κοιτώντας πίσω στο χρόνο, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι γελωτοποιοί υπάρχουν από τότε που υπάρχει το γέλιο. Ο γελωτοποιός (αγγλ. fool ή jester· γαλλ. bouffon) είναι πρόσωπο του οποίου η τρέλα ή η ηλιθιότητα, πραγματική ή προσποιητή, αποτελεί πηγή γέλιου και τού επιτρέπει να χωρατεύει, να κουτσομπολεύει ή να ειρωνεύεται ακόμη και τον κύριό του. Κύριο χαρακτηριστικό λοιπόν, το οποίο περνά από τους περισσότερους απαρατήρητο είναι η ασυλία του γελωτοποιού.

Τα παλαιότερα στοιχεία ύπαρξης αυλικών γελωτοποιών ανάγονται στην 5η Δυναστεία της Αιγύπτου, της οποίας οι φαραώ έδειχναν μεγάλη προτίμηση στους Πυγμαίους, που προέρχονταν από τις μυστηριώδεις περιοχές της Νότιας Αφρικής και τους χρησιμοποιούσαν ως χορευτές και παλιάτσους. Η ύπαρξη γελωτοποιών στην Αίγυπτο φαίνεται και στις εικόνες που διακοσμούν τους τάφους της Μέσης Αιγύπτου.

Στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην Αθήνα, υπήρξαν πολλοί τέτοιοι πλανώδιοι, οι οποίοι απ’ τους δρόμους, όπου ασκούσαν την τέχνη τους, πήγαιναν προσκαλεσμένοι ή αυτόκλητοι στα συμπόσια των πλουσίων και τους διασκέδαζαν στη διάρκεία τους. Επίσης υπήρχε και ο θεός του γέλιου. Πρόκειται για έναν δαίμονα προσωποποίηση του γέλιου με το όνομα “Γέλως”. Λατρευόταν κυρίως στην Σπάρτη, όπου ο Λυκούργος είχε αναθέσει αγαλμάτιο του Γέλωτος. Εκεί υπήρχε επίσης και ιερό του θεού όπως και στα Ύπατα της Θεσσαλίας, όπου τελούσαν ετήσιους αγώνες προς τιμήν του. Απεικονίζεται συνήθως ως μέλος του θιάσου του Διόνυσου, ως νέος με μακρύ ένδυμα και κιθάρα. Ο Έρασμος στο έργο του “Μωρίας Εγκώμιον” ανάγει την ύπαρξη των γελωτοποιών στους χρόνους του Ηφαίστου, τον οποίο παρουσιάζει ως γελωτοποιό του Ολύμπου.

Τους γελωτοποιούς συναντάμε στα πολύ αρχαία χρόνια και στην Περσία. Κατά τον Πλούταρχο (Λάκων, αποφθέγμ. 220, c.) ο Δαρείος είχε έναν τέτοιο, ο οποίος κατ’ επανάληψη περιγελούσε τον Δημάρατο για την φυγή του μπροστά στο Μεγάλο Βασιλιά. Επίσης οι Συβαρίτες διατηρούσαν γελωτοποιούς, στην πλειοψηφία τους νάνους, τους αποκαλούμενους σκωπαίους. Ακόμα και στις Ινδίες δεν ήταν άγνωστο το επάγγελμα του γελωτοποιού, αφού στη “Ραμαγιάνα” αναφέρεται ότι η Σίττα είχε κοντά της γελωτοποιό, ο οποίος περιγελούσε τα προτερήματα των εραστών της.

Γελωτοποιούς είχαν και οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, αλλά και οι άλλοι πλούσιοι ευγενείς για να τους διασκεδάζουν στα συμπόσιά τους. Τους αποκαλούσαν “urbani scurrae” και απλούστερα ridiculi. Αλλά υπήρχε και ιδιαίτερη τάξη από αυτούς, οι ονομαζόμενοι moriones απ’ την ελληνική λέξη “μωρός”. Αυτοί οι moriones ήταν δούλοι δύσμορφοι (άσχημοι) και μωροί, τους οποίους αγόραζαν, από ειδικές μάλιστα αγορές που υπήρχαν στη Ρώμη. Οι γελωτοποιοί γίνονταν ιδιαίτερα απαραίτητοι στους ηγεμόνες της Ευρώπης κατά τον Μεσαίωνα και ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου τους ονόμαζαν “Fous de cour” και ” Fous en titre d’office”. Ήταν σχεδόν πάντοτε νάνοι, δύσμορφοι και καμπούρηδες, φορούσαν στο κεφάλι καπέλο με αυτιά γαϊδάρου ή άλλου τύπου, κουδούνια στην υπόλοιπη περιβολή τους και κρατούσαν στα χέρια κορίνα σαν σκήπτρο.

Επανερχόμενοι στη σημερινή εποχή, έχουμε στο νου μας την περίληψη του θυμόσοφου λαού «από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια». Είναι όμως η αλήθεια; Μήπως είναι ένας τρόπος εκτόνωσης της μάζας; Σκληρή λέξη η μάζα αλλά σκληρότερο είναι να σε χειρίζονται σαν μάζα. Από παρατηρήσεις λοιπόν που μπορεί να κάνει ο καθένας, θα μπορούσε να υποθέσει ότι ο τρόπος εκτόνωσης για τους πολλούς είναι η σημερινή χρήση της σάτιρας και όχι όπως ήταν παλιότερα. Η αντιμετάθεση η οποία βιώνει κάποιος ο οποίος είναι αγανακτισμένος για κάτι το οποίο του συμβαίνει βλέπωντας τη διακωμώδηση της κατάστασής του, μπορεί να είναι αρκετά ανακουφιστική, σαν για κείνη τη στιγμή να αίρεται το βάρος της κατάστασης από τον ίδιο τον δράστη. Πράγματι, μοιάζει με την έννοια του αρχαιοελληνικού δράματος, όπου στο τέλος έρχεται η λύτρωση κι όλα μπαίνουν στη θέση τους. Σίγουρα λοιπόν, καθησυχάζει η σάτιρα μέσω της εκτόνωσης. Από την άλλη πλευρά, η αναπαραγωγή των ίδιων σατιρικών λόγων σαν σε μορφή κώδικα πια, μοιάζει με παρηγορητικό λόγο πλέον.

Από την πλευρά της ενσυναίσθησης, της ικανότητας δηλαδή του να μπορεί κάποιος στη θέση ενός άλλου, οι σατιρικοί δεν υστερούν. Υπάρχει όμως και το σημείο της επιστροφής του μηνύματος στους ακροατές τους. Δηλαδή, μπαίνουν στη θέση του προβληματισμένου, προβληματίζονται με έναν τρόπο που αποκλίνει της λογικής ή της σοβαρότητας που αρμόζει, περνούν το μήνυμα που θέλουν να περάσουν, κι έπειτα επιστρέφουν τη σκιτάλη από εκεί που την πήραν. Εγχείρημα ριψοκίνδυνο. Οι συμβουλές καλές είναι, και η σάτιρα καλή είναι, αλλά που είναι τα όρια όταν αυτά μπλέκονται και επηρεάζουν συνειδήσεις; Ακριβώς και η ίδια αυτή η ασάφεια είναι ένα στοιχείο που δελεάζει τον κόσμο προς τη σάτιρα. Είναι ακόμα μια ομορφιά στις ανισορροπίες που ήδη την διαπερνούν.

Συνεπώς, είναι στο χέρι του καθενός να δει και να γνωρίσει τι μηνύματα περνά το κάθε μέρος σάτιρας, και να θέσει τα όριά του παίρνοντας την ευθύνη για τις αποφάσεις στα χέρια του. Οι βασιλείς είχαν σε πρώτη θέση τους γελωτοποιούς τους για συμβουλές, για να τους κάνουν πιο ανθρώπινους και προσιτούς στο λαό, για διασκέδαση δική τους και του λαού, για να υπάρχουν ισορροπίες μέσω της εκτόνωσης μεταξύ εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου. Ο καθένας λοιπόν, ας κάνει την αυτοκριτική του.

 Βιβλιογραφία:
Λεξικό Νέας Ελληνικής Μπαμπινιώτη
Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια
Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη
Θεατρικό Λεξικό, Αλέξης Σολομός, εκδ. Κέδρος