Ρέκβιεμ για το ωκεάνιο συναίσθημα: στο τρένο για το φως

Από την Εύη Αβδελίδου, Σχολική Ψυχολόγο
www.thinkingonfilms.blogspot.com

Οι εποχές του Ρέκβιεμ καδράρουν τον αέρα που πτυχώνει ή τσαλακώνει τον κοινό ωκεανό μίας μητέρας και ενός γιου. Μέχρι ένας άλλος γιος να βγει, εντοπίζοντας το τρένο προς την έξοδο.

Στην αρχή οι δυο τους ζουν στο καλοκαίρι. Μεταξύ τους, ο ομφάλιος λώρος διαπερνά νερό για να συγκρατεί για πάντα στη θέση του το ωκεάνιο συναίσθημα που μοιράστηκαν κάποτε οι δυο τους. Η οθόνη χωρίζει στα δυο ένα δεσμό που συντηρεί η κάθε σταγόνα από την ουσία, την οποία ο καθένας τους χάνει και βρίσκει. Μητέρα και γιος αγωνιούν να σχετιστούν, να παλινδρομήσουν, να αλληλοκαταβροχθιστούν. Η τηλεόραση καθρεφτίζει τις φιγούρες τους. Η τηλεόραση που αντέχει, παγωμένα, ένα ενδιάμεσο βλέμμα μέσα από την κλειδαρότρυπα. Που κλέβει τα βλέμματα, μεταβατικός χώρος, πίστα παγοδρομίου που πασπαλίζεται με άσπρη σκόνη.

Η μητέρα, ναρκισσιστικά εξαρτημένη με μία παλιά της εξιδανικευμένη εικόνα, περιμένει να ξαναγεννηθεί ο παλιός της εαυτός, για να γεμίσει ένα κενό που φαίνεται να έχει το τέρμα του σε γκρεμό. Για να το πετύχει αυτό πρέπει να αδυνατίσει, να ακολουθήσει μία αντίστροφη διαδικασία από τη γέννηση. Η Ellen Burstyn ενσαρκώνει για ακόμα μια φορά τη μητέρα ενός παιδιού δαιμονισμένου, που τα όρια μεταξύ εκείνης και αυτού είναι δυσδιάκριτα. Τότε, στον εξορκιστή, το κενό της μητέρας το κάλυπτε η πίστη, εδώ το καλύπτει το φαγητό, και το παιδί αφήνεται έρμαιο μίας ανεξέλεγκτης δύναμης.

Κανείς από τους δυο δεν είναι σίγουρος οτι ένα βλέμμα απευθύνεται σε αυτούς και μόνο σε αυτούς. Αναζητούν τη βεβαιότητα μιας πίστης. Της πίστης οτι υπάρχει αυτός ο αιώνιος ωκεανός και οτι μπορεί κανείς να βυθιστεί μέσα του, σε μία πρόσκαιρα ασφαλή ευτυχία. Όπου η ουσία γίνεται ενωτική γραμμή μεταξύ εαυτού και εξωτερικού κόσμου. Η εξιδανίκευση είναι ανάγκη. Η πίστη επίσης. Κάνει λιγότερο βαριές τις δυαδικές σχέσεις. Η μετωπικότητα της σχέσης δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ, γίνεται πνιγηρή. Η ενέργεια της σχέσης χρειάζεται τον τρίτο παράγοντα. Για εκείνους είναι η ουσία. Γίνεται νέος ωκεανός για να αγγίξουν το οικείο συναίσθημα.

Το χειμώνα, το Ρέκβιεμ περπατά στο σκοπό που υπαγορεύει η επιθυμία για μία πατρική φιγούρα, που κι εκείνη θα μπορούσε να τριγωνοποιήσει λυτρωτικά. Η μητέρα σχετίζεται με τον παρουσιαστή της τηλεόρασης, ο γιός με το φίλο του και η κοπέλα του με τον ψυχίατρο, αφού ο πατέρας έχει καταποντιστεί. Σχέσεις μονόδοδρομες και αδιέξοδες. Όλοι οι ήρωες επιστρέφουν στο κουλούριασμα, αιωρούνται στον ωκεανό παντοδυναμίας που ούτε εκείνοι δεν γνώριζαν οτι διέθεταν. Ακινησία.

Κι αν στο Ρέκβιεμ η διαδρομή ήταν καθοδική, προς τη λίμνη της απαρχής, στο Trainspotting εντοπίζεται ένα τραίνο, ομφάλιος λώρος που οδηγεί στην έξοδο. Από το ωκεάνιο συναίσθημα, που εδώ αρχίζει και γίνεται επικίνδυνα ανεπιθύμητο. Ένα μωρό πεθαίνει και όλοι αποδιοργανώνονται. Γιατί είναι το αντικείμενο της συλλογικής τους ταύτισης. Ο καθρέφτης τους.

Συμβολοποιείται εδώ η επιθυμία. Η επιλογή.

Το αγόρι, πονηρά και χωρίς ενοχές κυνηγά το τρένο που οδηγεί στην έξοδο. Τρέχοντας, διαλέγει τη ζωή.