Περί των επιδομάτων πρόνοιας σε παιδόφιλους

Η στάση της πολιτείας φανερώνει την αμηχανία και το ελλιπές ως προς την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του προβλήματος.

Από τον Πασχάλη Φ. Κεκέ, Ψυχολόγο -ψυχαναλυτικό ψυχοθεραπευτή

Στο άκουσμα και μόνο σκανδαλίζει και δημιουργεί οξείες αντιδράσεις δεδομένης και της ιδιαίτερης συγκυρίας στην οποία βρισκόμαστε. Είναι δυνατόν κάποιος κακοποιός να δικαιούται ποσοστό αναπηρίας και πολύ περισσότερο επίδομα από την πολιτεία εξαιτίας της ιδιαίτερης αυτής αναπηρίας;

Ας πάρουμε το παράδειγμα της παιδοφιλίας λοιπόν. Για όσους είμαστε γνώστες του ανθρώπινου ψυχισμού σε βάθος, είναι γνωστό ότι ο παιδόφιλος έχει υποστεί πρώιμο τραυματισμό και κακοποίηση, οπότε αυτό που του έκαναν, αυτό κάνει κι εκείνος σε μια ψυχαναγκαστική επαναληπτικότητα αναπαραγωγής και αναβίωσης του δικού του τραυματισμού. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ψυχική πάθηση και μάλιστα δυσβάσταχτη. Οπότε με το να δίνεται το όποιο ποσοστό αναπηρίας στους ανθρώπους αυτούς, αυτομάτως τους αναγνωρίζεται και το κομμάτι της ψυχικής διαταραχής που φέρουν και για την οποία χρειάζεται υπό κανονικές συνθήκες να παραπέμπονται σε αρμόδιο φορέα ή πρόσωπο που θα αναλάβει τη θεραπευτική αντιμετώπιση της πάθησης τους.

Οι νομικές προεκτάσεις του ζητήματος είναι ξέχωρο κεφάλαιο και σαφώς επειδή πρόκειται πέρα από διαταραχή και για ξεκάθαρη καταπάτηση του όποιου νόμου, θα χρειαστεί το ζήτημα να αντιμετωπιστεί με βάση τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου, τις σχετικές με ανθρώπους που αντιμετωπίζουν ψυχικά νοσήματα. Και το να αντιμετωπίζεται ένα ζήτημα ψυχικό, μόνο ως προς το κομμάτι του που αντιστοιχεί στην παραβίαση του νόμου, αυτό από μόνο του γεννά ζητήματα, παρερμηνείες, δυσκολίες. Η στάση δε της πολιτείας να επιδοτεί αυτούς τους ανθρώπους για το νόσημα τους φανερώνει την ενοχή της, την αμηχανία αλλά και το ελλιπές ως προς την ολοκληρωμένη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος.

Είναι γνωστό επίσης ότι ψυχανώμαλες και διαστροφικές καταστάσεις τύπου παιδοφιλίας δεν επιδέχονται εύκολα θεραπείας, εξαιρουμένης της ψυχαναλυτικής μεθόδου, αν θέλουμε να μιλήσουμε για βαθύτερη προσέγγιση ίσως και πιο ελπιδοφόρα ως προς το αποτέλεσμα. Αυτή όμως εφαρμόζεται μόνο από ψυχαναλυτές και ψυχαναλυτικούς ψυχοθεραπευτές, που εύκολα δε θα τους βρει κανείς να εργάζονται σε δημόσιο φορέα-υπάρχει δηλαδή και το ελλειμματικό ως προς που μπορεί να παραπεμφθεί ένας τέτοιος ασθενής. Για να μην αναφερθώ στο πόσο υποτιμημένα είναι στη χώρα μας τα ζητήματα σχετικά με την ψυχική υγεία και την ασθένεια. Δυστυχώς δεν ζούμε στο ψυχαναλυτικό Παρίσι…Καλό θα ήταν όμως ζητήματα όπως για παράδειγμα αυτό για το οποίο έγινε λόγος, που από τη φύση τους είναι πολύπλοκα να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα σοβαρότητα και να μην αποτελούν μια ακόμη αφορμή(στα πλαίσια της κρίσης)για δικαστήρια και κατηγορητήρια που με μεγάλη ευκολία οι άνθρωποι τα στήνουμε παντού και κυρίως όταν αφορούν τους άλλους. Ανθρώπινο μεν, καθόλου παραγωγικό δε!