Παιδί και διαζύγιο

Στις μέρες μας τα παιδιά χωρισμένων οικογενειών δεν είναι πια μειονότητα.

Από την Αρετή Γκατζέλια, Σύμβουλο Ψυχικής Υγείας, Κοινωνιολόγο

Το διαζύγιο των γονέων είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει κατά καιρούς αρκετά τους ειδικούς ψυχικής υγείας. Πολλές είναι οι μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα και αποδεικνύουν πως το διαζύγιο επηρεάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τα παιδιά, τα οποία αναπόφευκτα υποφέρουν.

Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι πως τα παιδιά των χωρισμένων γονιών περιμένουν καρτερικά και με αγωνία την επανασύνδεση της οικογένειάς τους ακόμη και μέχρι την εφηβεία. Μπορεί η αρχική οικογένεια να ήταν πιεσμένη αλλά το παιδί θέλει και τους δύο γονείς του μαζί.

Τις περισσότερες φορές οι γονείς που αποφασίζουν να προχωρήσουν σε ένα διαζύγιο κάνουν το λάθος να βάζουν το παιδιά στο μέσο της «δίνης» που τους έχει παρασύρει κι έτσι το παιδί τους μπαίνει σε έναν φαύλο κύκλο που δεν τελειώνει ποτέ. Το παιδί πληγώνεται πολύ καθώς παρακολουθεί τους γονείς του να «πολεμούν» μεταξύ τους με ανταγωνισμό και θυμό. Εξαιτίας αυτού, είναι πολύ πιθανό στο μέλλον να απουσιάζει από τις σχέσεις του η ευαισθησία. Πολλές φορές βλέπουμε το διαζύγιο να περνάει από γενιά σε γενιά σαν μία παράδοση. Τα παιδιά χωρισμένων γονιών αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο μεγαλώνοντας να γίνουν οξύθυμοι, ανασφαλείς ή επιθετικοί ενήλικες. Οι γονείς είναι αυτοί που έχουν την υποχρέωση να προστατέψουν τα παιδιά τους μ’ έναν τρόπο ώστε αυτό να μην πραγματοποιηθεί.

Ένα παιδί που οι γονείς του έχουν χωρίσει νιώθει εγκαταλελειμμένο και έχει έναν έντονο φόβο ότι θα τον εγκαταλείψει και ο γονέας με τον οποίο μένει μαζί. Στο μυαλό του παιδιού ακόμη και ένας  βραχυπρόθεσμος αποχωρισμός από τον γονέα φαντάζει οριστικός. Αυτό που πρέπει να κάνει ο γονιός σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να προετοιμάζει το παιδί με προσοχή. Επιπλέον, το αίσθημα της εγκατάλειψης είναι ένα ζήτημα που ο γονιός πρέπει να αντιμετωπίσει με σοβαρότητα έτσι ώστε το παιδί να μην την συνδέσει με όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Με αυτό τον τρόπο θα καταφέρει να αποκτήσει μελλοντικά υγιείς σχέσεις.

Ο γονέας που έχει εγκαταλείψει το σπίτι και μένει μακριά από το παιδί έχει την ίδια ευθύνη. Είναι αναγκαίο, να επισκέπτεται το παιδί σε καθορισμένη ώρα και φυσικά πρέπει να είναι συνεπής με στόχο να καταπολεμήσει το αίσθημα εγκατάλειψης του παιδιού του. Στην περίπτωση που ο γονέας καθυστερήσει στην συνάντηση θα πρέπει να έχει ενημερώσει το παιδί γι’ αυτό και όταν θα συναντηθεί μαζί του να μην ξεχάσει να αναφέρει πόσο πολύ λυπάται γι’ αυτή την αργοπορία. Μία βασική σκέψη του παιδιού για τον γονέα που δεν ζει μαζί του είναι πως έφυγε γιατί δεν το αγαπά ή γιατί είναι κακό παιδί, παρόλο που του έχουν επισημάνει πολλές φορές πως δεν φταίει για τον χωρισμό, κατηγορεί τον εαυτό του. Οι διαμάχες που τυχόν υπάρχουν ανάμεσα στο χωρισμένο ζευγάρι τρομάζουν τα παιδιά και τα κάνουν να σκέφτονται πως όσο πιο τέλεια παιδιά είναι τόσο δεν θα τσακώνονται οι γονείς τους. Εδώ εμφανίζεται ο ρόλος των γονέων ο οποίος είναι να τονίζουν συνεχώς στο παιδί πως δεν είναι ανάγκη να είναι τέλειο για να το αγαπούν. Πολλά παιδιά επηρεάζονται τόσο με ένα διαζύγιο που επιστρέφουν σε συνήθειες που είχαν ξεπεράσει (π. χ. να βρέχει το κρεβάτι του την νύχτα, τραύλισμα). Η στοργική συζήτηση με το παιδί είναι μία λύση που θα βοηθούσε πολύ τους γονείς σε αυτές τις περιπτώσεις.

Μετά από έναν οδυνηρό χωρισμό το παιδί μπορεί να έχει την ανάγκη και την επιθυμία να κοιμάται με τον γονιό που μένει στο σπίτι. Αυτό, δεν θα ήταν ορθό να συμβεί γιατί είναι αναγκαίο το παιδί να αναπτύξει την ανεξαρτησία του και ο γονέας ν’ ασχοληθεί με τα προβλήματά του χωρίς ν’ αγκιστρώνεται από το παιδί. Ακόμη και κάποιες ασθένειες μπορεί να κάνουν την εμφάνισή τους στην περίοδο προσαρμογής του παιδιού στην νέα κατάσταση (π. χ. κρυολογήματα, ωτίτιδες). Αυτό είναι η σωματική αντίδρασή του. Ωστόσο, θα εξαλειφθούν όσο προσπαθεί να προσαρμοστεί.

Οι σχέσεις μεταξύ των αδερφών θα γίνουν πιο ισχυρές καθώς έχουν την ανάγκη να προστατευτούν από τον φόβο του αποχωρισμού και της εγκατάλειψης. Ακόμη, ένα είδος ανταγωνισμού ίσως κάνει την εμφάνισή του, κάτι το οποίο δεν πρέπει να ανησυχήσει τους γονείς διότι αυτό δείχνει πως έχουν ανάγκη να φροντίσουν το ένα το άλλο. Τα μεγαλύτερα αδέρφια πολλές φορές αναλαμβάνουν το ρόλο του προστάτη για τα μικρότερα, κάτι το οποίο θα ήταν καλό να αποτρέπεται, γιατί δεν είναι σωστό ένα παιδί να αναλαμβάνει μία τέτοια ευθύνη, τη στιγμή που και το ίδιο θα χρειάζεται φροντίδα.

Τα παιδιά χωρισμένων γονιών πολλές φορές προσκολλούνται στους παππούδες και στις γιαγιάδες οι οποίοι κάνουν το λάθος να κακομαθαίνουν τα παιδιά στην προσπάθεια τους να βοηθήσουν. Στην περίπτωση που οι γονείς αποφασίσουν να παρέμβουν σ’ αυτό το παιδί τούς αντιμετωπίζει σαν τους κακούς που δεν μπορούν να τα καταλάβουν. Το πιο σημαντικό σ’ αυτήν την περίπτωση είναι να υπάρχει συνεννόηση μεταξύ των παππούδων και των γονέων έτσι ώστε να υπάρχουν ορισμένοι κανόνες που θα τους ακολουθούν από κοινού.

Στις μέρες μας τα παιδιά χωρισμένων οικογενειών δεν είναι πια μειονότητα. Πολύ σημαντικό είναι να γνωρίζουν πως δεν είναι μόνα τους και ότι υπάρχουν και άλλα παιδάκια που προσπαθούν να προσαρμοστούν με το διαζύγιο των γονιών τους. Η υπερπροστασία των γονέων θα ήταν καλό να αποφεύγεται. Το άγχος του παιδιού ίσως είναι μεγάλο, αλλά όταν καταφέρει να το κατευνάσει, η αυτοπεποίθησή του θ’ αυξηθεί. Το μόνο που χρειάζεται από τους γονείς είναι να μην αφήσουν τα προσωπικά τους προβλήματα να τους απομακρύνουν από τα παιδιά τους. Και ποτέ να μην ξεχνούν να τους επισημαίνουν την αγάπη που έχουν γι’ αυτά.

Βιβλιογραφία:
Τα αναπτυξιακά προβλήματα του βρέφους και του νηπίου, η ιατρο- ψυχολογική αντιμετώπισή τους, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, T. Berry Brazelton, Επόπτης ελληνικής έκδοσης Ιωάννης Ν. Παρασκευόπουλος, Αθήνα 1998