Παιχνίδι και επιθετικότητα

Η επιθετικότητα αποτελεί υγιή έκφραση συναισθηµάτων και δεν είναι πάντα συνυφασµένη µε τη βία και την καταστροφή.
Η επιθετικότητα αποτελεί υγιή έκφραση συναισθηµάτων και δεν είναι πάντα συνυφασµένη µε τη βία και την καταστροφή.

Από τους Ελίντα Καλπογιάννη, Παιδιατρική Εργοθεραπεύτρια
Κωνσταντίνο Φύσσα, Ψυχοθεραπευτή
Εύη Αβδελίδου, Σχολική Ψυχολόγο

Η επιθετικότητα είναι συµπεριφορά φυσιολογική, ειδικά στα µικρά παιδιά, που αρκετές φορές φέρνει σε αµηχανία τους ενήλικες. Η επιθετικότητα εµφανίζεται από τη βρεφική ηλικία, όµως κορυφώνεται συνήθως στα ηλικία των δύο ετών, ενώ κατά τα επόµενα δυο χρόνια παρουσιάζει µείωση καθώς τα παιδιά κοινωνικοποιούνται στο εκπαιδευτικό πλαίσιο. Αρκετές φορές, κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, εµφανίζονται επιθετικές συµπεριφορές που µπορεί να είναι δύσκολες στη διαχείρισή τους. Είναι σηµαντικό να µπορεί κάποιος να διακρίνει τη φυσιολογική επιθετικότητα και το έντονο σωµατικό παιχνίδι από την επικίνδυνη επιθετική και την εκφοβιστική συµπεριφορά, καθώς αυτό θα καθορίσει αν θα παρέµβουµε ή όχι, και µε ποιο τρόπο.

Ο ορισµός της επιθετικότητας δεν είναι εύκολος. Θα µπορούσαµε να την ορίσουµε σύµφωνα µε τον Bouchard (1996): «Κάθε πράξη η οποία, κατά τη διάρκεια µιας συµπλοκής, παραβιάζει ή κινδυνεύει να παραβιάσει τη σωµατική ή ψυχολογική ακεραιότητα ενός ατόµου». Αυτός ο ορισµός εµπεριέχει µεγάλο εύρος συµπεριφορών, από τη λεκτική βία µέχρι την έντονη σωµατική βία. Υπάρχει η τάση να θεωρούµε την επιθετικότητα κάτι κακό και ανεπιθύµητο. Η επιθετικότητα, όµως, είναι απαραίτητη για να µπορέσει ένα παιδί να ανεξαρτητοποιηθεί από τους γονείς του και για να µπορέσει να αναλάβει πρωτοβουλίες για την επίτευξη των στόχων του. Το παιδί πρέπει να «επιτεθεί» στους γονείς του προκείµενου να σχηµατίσει ταυτότητα και να ξεχωρίσει τον εαυτό από τους άλλους. Η επιθετικότητα δηλαδή αποτελεί υγιή έκφραση συναισθηµάτων και δεν είναι πάντα συνυφασµένη µε τη βία και την καταστροφή.

Ο διαχωρισµός µεταξύ δυσλειτουργικής-προβληµατικής και φυσιολογικής επιθετικής συµπεριφοράς δεν είναι εύκολος, καθώς εξαρτάται από πολλούς παράγοντες (συχνότητα, ένταση, διάρκεια, στόχο, αποτέλεσµα). Θα χαρακτηρίζαµε µια συµπεριφορά προβληµατική, όταν ενοχλεί το ίδιο το παιδί και το περιβάλλον του. Συνήθως υπάρχει σύγχυση ανάµεσα στην επιθετική συµπεριφορά και στην επιθετικότητα ως ενόρµηση. Το πρώτο αφορά µια πράξη, ενώ το δεύτερο περισσότερο ένα συναίσθηµα που µπορεί να εκφραστεί µε ασυνείδητο τρόπο, χωρίς δηλαδή να είναι συνειδητός ο έλεγχος και χωρίς πάντα να έχει σαφή στόχο. Το να προσποιούµαι ότι είµαι επιθετικός δεν σηµαίνει ότι είµαι επιθετικός. Η επιθετική συµπεριφορά έχει πρόθεση να κάνει κακό στον άλλο, ενώ το επιθετικό παιχνίδι (π.χ. έντονο, «άγριο» παιχνίδι, παιχνίδια πάλης και µάχης) δεν έχει πρόθεση να κάνει κακό και να χτυπήσει κάποιον. Όταν τα παιδιά παίζουν «πόλεµο», αυτό απαιτεί µεγάλο αυτοέλεγχο και λειτουργεί ως προετοιµασία για την ενήλικη ζωή και για πιο σοβαρές και περίπλοκες κοινωνικές συνθήκες.

∆εν αποτελεί σκοπό αυτού του εγχειριδίου να εστιάσουµε στους παράγοντες της προβληµατικά επιθετικής συµπεριφοράς, αλλά θα λέγαµε ότι είναι πολυπαραγοντική (βιολογικοί παράγοντες, κοινωνικοί-οικογενειακοί παράγοντες, ιδιοσυγκρασία του ατόµου) και είναι συχνά αρκετά δύσκολο να καταδείξουµε έναν µόνο παράγοντα ως υπεύθυνο. Οι ερευνητές σήµερα εστιάζουν στην αλληλεπίδραση ανάµεσα στους γενετικούς και τους περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Γιατί βοηθάει το έντονο σωµατικό παιχνίδι (rough and tumble play)

Παρ’ ότι πράγµατι το έντονο «άγριο» σωµατικό παιχνίδι µπορεί να έχει τη χροιά σύγκρουσης ή του πειράγµατος και να ενέχει το ρίσκο να καταλήξει σε καβγά, παραµένει ιδιαίτερα σηµαντικό και απαραίτητο για την οµαλή ανάπτυξη των παιδιών. Χάρη σε αυτό εκτονώνουν τη σωµατική τους ενέργεια, αποκτούν πιο ρεαλιστική εικόνα του σώµατός τους, βελτιώνουν την ισορροπία τους, τον οπτικοκινητικό συντονισµό τους και την αδρή κινητικότητα, ασκούνται στη διαχείριση των σχέσεων µε τους συνοµηλίκους και µαθαίνουν να διεκδικούν τα θέλω τους. Οπότε, µε το να απαγορεύει συστηµατικά κανείς αυτό το είδος του παιχνιδιού, µπορεί να παρεµποδίσει το βίωµα εµπειριών ουσιαστικά διαµορφωτικών για την προσωπικότητα και την κοινωνικοποίηση των παιδιών.

∆ιαφοροποίηση ανάµεσα σε έντονο σωµατικό παιχνίδι, καυγά και εκφοβισµό

Ο όρος «έντονο σωµατικό παιχνίδι» συνήθως χρησιµοποιείται όταν δύο ή περισσότεροι µαθητές χτυπούν, απειλούν, κυνηγούν o ένας τον άλλον, ή προσπαθούν να παλέψουν µεταξύ τους µε ένα φιλικό, µη εχθρικό, παιγνιώδη τρόπο. Η έρευνα έχει δείξει ότι ακόµα και σε πολύ µικρή ηλικία (περίπου πέντε ετών) οι µαθητές συνήθως είναι σε θέση να διαχωρίσουν το έντονο σωµατικό παιχνίδι από έναν τυπικό για την ηλικία τους καβγά. Οι µαθητές, όταν ρωτούνται για ποιο λόγο συµµετέχουν στο έντονο σωµατικό παιχνίδι, αναφέρουν: «Είναι διασκεδαστικό», «Μου αρέσει», «Με κάνει να γελάω».

Το έντονο σωµατικό παιχνίδι διαφέρει από τον εκφοβισµό και τον τσακωµό ως προς τη «σχέση ανάµεσα στις εµπλεκόµενες πλευρές» και την «έκφραση και ατµόσφαιρα». Αυτοί που συµµετέχουν στο σωµατικό παιχνίδι συνήθως είναι φίλοι και συµπαθούν ο ένας τον άλλον, κάτι που εκφράζεται τόσο µέσω της πιο θετικής στάσης που διατηρεί ο ένας απέναντι στον άλλο, όσο και µέσω της φύσης της αλληλεπίδρασής τους. Η κύρια διαφορά του τυπικού καβγά από τον εκφοβισµό, ο οποίος πολλές φορές εµπεριέχει έναν πραγµατικό αλλά συνήθως άνισο τσακωµό, αφορά την επαναλαµβανόµενη φύση της συµπεριφοράς και την ανισορροπία της δύναµης. Ο «πραγµατικός» τσακωµός είναι συχνά περιστατικό µεµονωµένο ανάµεσα σε δύο πλευρές ισότιµες ως προς τη σωµατική ή την ψυχολογική ισχύ. ∆ηλαδή, δεν υπάρχει ανισορροπία δύναµης, η οποία αποτελεί σηµαντικό στοιχείο του εκφοβισµού.

Η επίδραση του χώρου, των δραστηριοτήτων και των παρεχόµενων υλικών στη συµπεριφορά των παιδιών

Το φυσικό περιβάλλον, οι δραστηριότητες στις οποίες εµπλέκονται, καθώς και τα υλικά τα οποία έχουν τα παιδιά στη διάθεσή τους επηρεάζουν τη µεταξύ τους συµπεριφορά. Για παράδειγµα, όταν τα παιδιά είναι περιορισµένα σε κλειστό χώρο για πολλές ώρες, δηµιουργείται ένταση και προκαλούνται καβγάδες µεταξύ τους, κάτι που δεν συµβαίνει τόσο συχνά όταν έχουν την ευκαιρία να παίξουν σε ελεύθερο εξωτερικό χώρο. Επίσης, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας δεν µπορούν να µείνουν σε καθιστικές δραστηριότητες για πολλή ώρα. Αντίστοιχα παρατηρούµε πως όταν τα υλικά µε τα οποία µπορούν να παίξουν τα παιδιά είναι πολύ λίγα, τότε συχνά γίνονται πιο ανταγωνιστικά µεταξύ τους και ίσως να εκφραστούν µε πιο επιθετικές συµπεριφορές.

Επίσης, η παροχή επαρκών υλικών που προκαλούν το ενδιαφέρον των παιδιών, βοηθάει τη θετική αλληλεπίδραση και μειώνει τους καβγάδες.

  • Η επαφή των παιδιών µε τα φυσικά στοιχεία, όπως το νερό, το χώµα και τη λάσπη, είναι πολύ σηµαντική για την υγιή τους ανάπτυξη και τη ρύθµιση της διέγερσής τους.
  • Καλό είναι τα παιδιά να έρχονται σε επαφή µε ένα ευρύ φάσµα «ανοιχτών» υλικών µε ποικίλες ιδιότητες: µεγάλα και µικρά, βαριά και ελαφριά αντικείµενα, φυσικά αλλά και τεχνητά υλικά, π.χ. κοχύλια, πέτρες, χαρτιά, ξύλα, πλαστελίνη, νήµατα, µαλλί, κοµµάτια υφάσµατος, τουβλάκια.
  • Τα αντικείµενα πρέπει να ανανεώνονται συχνά γιατί τα παιδιά εξοικειώνονται εύκολα µαζί τους και τα βαριούνται.
  • Είναι προτιµότερα τα παιχνίδια που κινητοποιούν το παιδί προς πιο ενεργητικές συµπεριφορές, παρά όσα «διασκεδάζουν» το παιδί µε παθητικό τρόπο. Είναι σηµαντικό να θυµόµαστε πως για την οργάνωση κατάλληλων δραστηριοτήτων και την παροχή επαρκών υλικών δε χρειάζονται πάντα χρήµατα.
  • Η διάθεση για παιχνίδι είναι εξαιρετικά σηµαντική και µετατρέπει την αλληλεπίδραση µε τον άλλο και µε τα αντικείµενα σε επιτυχηµένη εµπειρία παιχνιδιού.
  • Η φαντασία µετατρέπει απλά υλικά, όπως ένα χαρτόκουτο, σε υπέροχα παιχνίδια.
  • Υπάρχουν αµέτρητα παιχνίδια που χρειάζονται από ελάχιστα, έως καθόλου υλικά, π.χ. κρυφτό, κυνηγητό, κουτσό, παιχνίδι µε νερό, παιχνίδι µε σαπουνόφουσκες, ζυµάρι, κλπ.
  • Η αλληλεπίδραση µεταξύ των παιδιών, ή των παιδιών και των ενηλίκων, κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού είναι εξαιρετικά σηµαντική, ανεξάρτητα από το παιχνίδι που παίζουν.

Λίγα λόγια για τα βίαια παιχνίδια

 Ένα αρκετά µεγάλο ποσοστό αγοριών και κοριτσιών παίζει µε βίαια παιχνίδια (όπλα, σπαθιά, κλπ.). Οι έρευνες έχουν δείξει ότι τα βίαια παιχνίδια παρακινούν το έντονο σωµατικό παιχνίδι, αλλά δεν έχουν κάποια επίπτωση στην επιθετική συµπεριφορά. Επίσης, δεν υπάρχουν δεδοµένα που να συνδέουν τα βίαια παιχνίδια µε τη στάση των παιδιών απέναντι στον πόλεµο και τη βία.

Πολλές φορές οι ενήλικες δυσκολεύονται να διαχωρίσουν το πραγµατικό από το προσποιούµενο βίαιο παιχνίδι. Τα παιδιά όµως από πολύ νωρίς µπορούν να τα διαχωρίσουν, καθώς η πραγµατική βία τα τροµάζει, ενώ το παιχνίδι ρόλων τα διασκεδάζει χωρίς να τα φοβίζει. Ίσως πρέπει να πούµε ότι η επιλογή πιο άγριων παιχνιδιών και το προσποιούµενο βίαιο παιχνίδι δεν κάνει τα παιδιά βίαια. Η βία που ίσως βλέπουν στο σπίτι από τους γονείς τους και τους άλλους σηµαντικούς ενήλικες είναι πολύ πιο σηµαντική για τη στάση που έχουν απέναντι στη βία και την επιθετική συµπεριφορά.

Καλές πρακτικές για την πρόληψη επιθετικών συµπεριφορών

Είναι σηµαντικό να µπορούµε να διακρίνουµε και να διαχωρίζουµε το έντονο σωµατικό παιχνίδι από τον καβγά και τον εκφοβισµό, καθώς από αυτό εξαρτάται ο τρόπος που θα παρέµβουµε, αν είναι αναγκαίο. Στη διάκριση αυτή βοηθά η προσεκτική παρατήρηση των συµπεριφορών, των λέξεων, της γλώσσας του σώµατος και των εκφράσεων του προσώπου των παιδιών. Μπορεί να είναι δύσκολο να προσδιοριστεί αν µία κατάσταση αφορά το έντονο σωµατικό παιχνίδι, έναν τυπικό καβγά ή συµπεριφορές εκφοβισµού. Για παράδειγµα, είναι πιθανό ένας καβγάς στην πραγµατικότητα να έχει προκληθεί από συµπεριφορές εκφοβισµού που διαρκούν µεγάλο χρονικό διάστηµα και ο µαθητής που εκφοβίζεται ξαφνικά να ανταπαντά στο παιδί που του επιτίθεται. Επίσης, ένα συµβάν που και οι δύο πλευρές χαρακτηρίζουν ως «διασκεδαστικό» ή «αθώο παιχνίδι» µπορεί στην πραγµατικότητα να αποτελεί ξεκάθαρο εκφοβισµό. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η προσεκτική παρατήρηση του περιστατικού είναι ιδιαίτερα σηµαντική.

Η άµεση και αποτελεσµατική παρέµβαση είναι καθοριστική και απαραίτητη, ώστε να σταµατούν απρεπείς συµπεριφορές εκφοβισµού. Είναι όµως επίσης σηµαντικό να επιτρέπεται στα παιδιά να βιώνουν και να χαίρονται το έντονο σωµατικό παιχνίδι. Οι, πολύ συχνά, υπερβολικές αντιδράσεις των ενηλίκων απέναντι στο έντονο σωµατικό παιχνίδι φαίνεται να σχετίζονται µε βαθύτερα άγχη. Πιθανά µε το φόβο ότι θα κατηγορηθούν για το ότι κάποιο παιδί χτύπησε ή αναστατώθηκε και επιπλέον µε την αίσθηση ότι δεν εκπληρώνουν τον ενήλικο ρόλο τους ως φροντιστές των παιδιών, επιτρέποντας το παιχνίδι τέτοιου είδους.

Μικρές αλλαγές για µεγάλα αποτελέσµατα

  • Δώστε στα παιδιά ευκαιρίες έκφρασης των συναισθηµάτων τους, µέσω του παιχνιδιού, της αφήγησης ιστοριών και της ζωγραφικής.
  • Βοηθήστε τα παιδιά να παρατηρούν τον εαυτό τους και τη συµπεριφορά τους, εκ των υστέρων. Τα παιδιά που κατανοούν τα συναισθήµατά τους µπορούν να ελέγχουν καλύτερα τις αντιδράσεις τους.
  • Καλλιεργήστε την ενσυναίσθηση. Τα παιδιά που είναι σε θέση να κατανοούν τα συναισθήµατα των άλλων µπορούν να συµπαρασταθούν σε κάποιο παιδί που θυµατοποιείται και να εµποδίσουν άλλα παιδιά από το να πληγώσουν κάποιο παιδί.
  • Εµπλέξτε τα παιδιά σε συζητήσεις που ενισχύουν την ενσυναίσθηση. Συζητήστε γιατί οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές αρχές και πιστεύω, και το αντίκτυπο που µπορεί να έχουν οι πράξεις τους στους άλλους.
  • Ενισχύστε την αυτοπεποίθηση των παιδιών και τη σχέση σας µαζί τους. Αφιερώστε τους χρόνο χωρίς περισπασµούς και µοιραστείτε µαζί τους χαρούµενες στιγµές σε παιχνίδι που έχουν επιλέξει τα ίδια.
  • Συµβάλετε στη δηµιουργία µιας κοινότητας χωρίς αποκλεισµούς. Όταν τα παιδιά παίζουν, π.χ. στην παιδική χαρά, ενισχύστε τη συνεργασία και όχι την ανταγωνιστικότητα. Εντάξτε, στο βαθµό που είναι εφικτό, όλα τα παιδιά στις δραστηριότητες ώστε να µην υπάρχει κοινωνικός αποκλεισµός.
  • Ενηµερωθείτε και ενηµερώστε τα παιδιά σας για τον εκφοβισµό και για τις µορφές µε τις οποίες εµφανίζεται. Ενθαρρύνετε τα παιδιά σας να σας αναφέρουν τέτοια περιστατικά όταν τα αντιληφθούν.
  • Διαβάστε στα παιδιά, σε τακτική βάση, καθώς το διάβασµα παρέχει µια διασκεδαστική και νοητικά διεγερτική εµπειρία. Ρωτήστε τα παιδιά για τους χαρακτήρες: «τι µπορεί να σκέφτονται;», «τι µπορεί να νιώθουν;». Το διάβασµα ενισχύει τη δυνατότητα του να µπαίνουµε στη θέση κάποιου άλλου και τη βελτίωση της ενσυναίσθησης.
  • Δώστε την ευκαιρία στα παιδιά να παίξουν. Το παιχνίδι αποτελεί τη βάση της υγιής ανάπτυξης και της καλλιέργειας της ενσυναίσθησης. Τα παιδιά περνούν δυσανάλογα πολύ χρόνο σε δοµηµένες, κατευθυνόµενες από ενήλικες δραστηριότητες ή παραµένουν παθητικά µπροστά από οθόνες (κινητά τηλέφωνα, ταµπλέτες, υπολογιστές). Τα αυθόρµητα και δηµιουργικά παιχνίδια, οι αυτοκατευθυνόµενες δραστηριότητες που έχουν τα ίδια τα παιδιά επιλέξει και το παιχνίδι στη φύση είναι πάρα πολύ σηµαντικά για την ανάπτυξη κοινωνικών και συναισθηµατικών δεξιοτήτων. Με το παιχνίδι το παιδί µαθαίνει να περιµένει τη σειρά του, να αντέχει να χάνει, να διεκδικεί τη νίκη µε κανόνες που πολλές φορές µαζί µε τα άλλα παιδιά θέτει, να εκτονώνει την έντασή του και να συνεργάζεται στο πλαίσιο της οµάδας.
  • Οργανώστε το χώρο και το χρόνο των παιδιών ώστε να ενισχύεται η ρύθµιση της διέγερσης και της συµπεριφοράς τους.
  • Παρέχετε στα παιδιά επαρκή και κατάλληλα, όχι απαραίτητα ακριβά, υλικά ώστε να οργανώσουν το παιχνίδι τους.
  • Επιδιώξτε τη συνεργασία µεταξύ των γονέων και του παιδικού σταθµού.

 
Aggressive Themes in Play
[vsw id=”dFYXbycYwlo” source=”youtube” width=”425″ height=”344″ autoplay=”no”]
 
Βιβλιογραφία
Benenson, J.F. et al. (2007) The development of boys’ preferential pleasure in physical aggression. Aggressive Behavior, 33: 1-13.
Bouchard, C, Clarkson, M. & Tessier, R. (1996) Méthodes. In C. Lavallèe, M. Clarkson et L. Chenard (dir.), Conduites á caractère violent dans la résolution de conflits entre proches, Québec. Enquête sociale et de santé, 1992-1993.
 Οlweus, D. (2007) Recognising the Many Faces of Bullying. Hazelden Foundation Power, T.G. (2000) Play and exploration in children and animals. Hillsdale NJ & London: Lawrence Erlbaum Associates.