Τις είχε αγοράσει από καιρό αλλά δεν αποφάσιζε να τις βάλει. Ακουμπισμένες στο μικρό τραπεζάκι δίπλα στο κρεβάτι της μέσα στην κομψή θήκη τους, έμοιαζαν με υπερφυσικά χάπια, ή με μικροσκοπικά μαξιλαράκια.
Η αντίστασή της, προερχόμενη από μια τρεμουλιαστή υπεκφυγή κι έναν αόριστο φόβο σήμερα κάμφθηκε κι αποφάσισε να τις φορέσει, όταν στάθηκε για λίγο στο παράθυρο, στο άνοιγμα της νύχτας και γρήγορα της επιτέθηκαν οι ήχοι της μεγάλης ροής των αυτοκινήτων, το έντονο ενοχλητικό βούισμα των κλιματιστικών και τα ανιαρά προβλέψιμα γέλια από την απέναντι βεράντα. Ερχόταν ενισχυμένοι, διαστρεβλωμένοι κι έμπαιναν αδίστακτα και πραξηκοπηματικά στους ακουστικoύς της πόρους κι αυτό δεν το άντεχε απόψε, έτσι με μια γρήγορη κίνηση, εμφύτευσε από ένα κομματάκι τεχνητής γαλήνης σε κάθε της αυτί, τοποθετώντας προσεκτικά τις ωτοασπίδες.
Ξάπλωσε και προσπάθησε να συγκεντρωθεί σ’ αυτή την ανυπαρξία ήχων, στη σκούρα ησυχία που βρίσκει κανείς μόνο όταν κλείσει το καπάκι του πηγαδιού στο οποίο έχει οικοιωθελώς κατέβει χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει το γιατί.
Όταν άκουσε το πρώτο, σιγανό που με γρήγορο ρυθμό γινόταν όλο και πιο έντονο, τερέτισμα των σπουργιτιών, κανείς δεν ξέρει να μας πει αν κοιμόταν ή αν κρατούσε στα χέρια της ένα παλιό φτεράκι μνήμης απ’ τα σπουργίτια που ζούσαν στα δένδρα του χωριού της.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι τιτίβιζαν χαρούμενα πάνω απ’ το κεφάλι της, έκαναν μικρούς ακανόνιστους κύκλους στο δωμάτιο και καναδυό κινδύνεψαν να χτυπήσουν στις αιχμηρές ακμές των τοίχων όταν παρέκλιναν παιχνιδιάρικα από την κυκλική πορεία, μα ξαφνικά σώπασαν για ν’ ακούσουν κι αυτά μαζί με τη γυναίκα έναν υπόκωφο ήχο, βαθύ κι επίμονο που ερχόταν από κάτω- πόσο κάτω άραγε-;
Ο ήχος ξεκαθαρίζει σιγά σιγά…Είναι το αγωνιώδες της επιβίωσης μουρμουρητό των τρωκτικών καθώς σκάβουν, προχωρούν, κόβουν, μασουλούν, ξανακρύβονται στα λαγούμια τους.
Τα σπουργίτια καθώς ήταν συνηθισμένα σ’ αυτό τον υπόγειο ήχο, δεν παραξενεύτηκαν, μονάχα τιτίβισαν κάτι σα χαιρετισμό και πέταξαν απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο προς την πιο κοντινή αργυρή λεύκα.
Η γυναίκα απ’ την άλλη, απέφευγε πάντα τα τρωκτικά.Με μια φοβισμένη κίνηση του αριστερού χεριού της, το οποίο πετάγεται προς τα πάνω για να πέσει βαρύτερο αμέσως μετά, προσπαθεί ασυνείδητα και πάλι να τα διώξει, ή μήπως αποχαιρετά τα πλάσματα της καλοσύνης;
Κι ύστερα, ίσα που πρόλαβε δυο ήσυχες ανάσες, καθώς ένας πιο απόμακρος κυματιστός ήχος πήρε τον έλεγχο.
Συλλογικό , συντονισμένο υπακούοντας στο τελευταίο παράγγελμα, ακούστηκε το πεινασμένο βογγητό των ακρίδων, λίγο πριν την επιδρομή τους σε φτωχή ή πλούσια σοδειά κι η γυναίκα στριφογυρίζει ανήσυχη για λίγα δευτερόλεπτα κλείνει τ’ αυτιά της με τα χέρια της και ψελλίζει ένα ξεψυχισμένο “Μη!” που κανείς δεν ακούει…
Όταν επιτέλους οι ακρίδες σώπασαν και το αχνό μασούλημα τους ξεμάκραινε, ακολούθησε και πάλι για λίγο γαλήνια σιωπή , η οποία ήταν απαραίτητη για ν’ ακουστεί ο ήχος που ερχόταν από πολύ ψηλά…
Πως να συνεχιστεί η αφήγηση, σε ποιά χώματα να ανασκάψει κανείς για να βρεί λέξεις να περιγράψουν αυτόν τον ήχο; Ποιός άραγε αξιώθηκε ν’ ακούσει το μαγικό θόρυβο που κάνει ένα σύννεφο όταν διαλύεται απαλά απ’ τον άνεμο; Σε ποιά κλίμακα μετριέται η ομορφιά της μελωδίας που παράγουν τα διχοτομημένα σύννεφα όταν μετατρέπονται σε μπάλες βαμβακιού που γλιστράνε σε πορσελάνινο ουρανό; Ποιοί μικροί θεοί ακούνε τη διάλυση, την τελειωτική συντριβή τους πριν ξαναγίνουν διάφανη ατμόσφαιρα;
Αυτή τη μελωδία άκουγε η γυναίκα και το πρόσωπό της πήρε μια λάμψη απόκοσμη, το σώμα της άρχισε να συρρικνώνεται δίχως η ίδια να έχει συναίσθηση γι αυτό, ξανάγινε μωρό, μια μικρή τρυφερή μάζα αγάπης, με λευκό δέρμα. Κι έτσι παρέμεινε λίγο για να μπορέσει ν’ ακούσει τον πυκνό, συμπαγή ήχο που ερχόταν από διαφορετικό δώμα ή δωμάτιο τ’ ουρανού, την ώρα που άλλα, βαριά σύννεφα ζυμώνανε τις πρώτες ασύμμετρες σταγόνες τους, λίγο πριν αυτές πέσουν ξεφωνίζοντας ανέμελες σε χώματα στεγνά, σε διψασμένα φύλλα και στα θλιμμένα χέρια της.
Και μαζί με τις πρώτες σταγόνες, ένα θρυμματισμένο ουρλιαχτό, μια άηχη σπαραχτική κραυγή του καστανόγκριζου λαγού που πάγωσε στη μέση του σκοτεινού δρόμου από τον προβολέα του αυτοκινήτου, φτάνει με ταχύτητα ασύλληπτη στον κοχλία του αυτιού της. Το τρίξιμο της αγωνίας είναι τόσο δυνατό, η μικρή μπάλα πεθαίνει κι η γυναίκα ξαναγίνεται ενήλικη. Η απορία για την τύχη του λαγού σφυροκοπά στ’ αυτιά της…
Μα για στάσου, κάτι ακούει!
Είναι το ανακουφιστικό λαχάνιασμά του, οι μικρές της ευγνωμοσύνης φωνούλες του κι οι κατάρες του γι αυτή την ύπουλη νύχτα που έρχονται κάτω από την αμυγδαλιά, που από καιρό είχε φυτρώσει δίπλα στο κρεβάτι της.
Αχ τι αγαλλίαση!
Τώρα λαγός και γυναίκα ησυχάζουν και προσηλώνονται στον καμπυλωτό, αποφασιστικό τετελεσμένο ήχο που κάνουν τα ώριμα αμύγδαλα καθώς ανοίγουν ένα- ένα κι ο ήχος ανακατεύεται με τα τρυφερά παιχνιδιάρικα τραγούδια που ακούγονται απ’ τα φύλλα μιας φλαμουριάς, – που κανείς δεν θυμάται πότε φύτρωσε εκεί- καθώς αγγίζονταν μεταξύ τους, τρίβονται αυτάρεσκα και παίζουν μ’ ένα νήπιο-άνεμο…
Σε λίγο σιωπούν κι αυτά, τεντώνουν τους μικρούς τους μίσχους, ανοίγουν τα στομάτιά τους για να μη χάσουν τον τριζάτο ψίθυρο, την πρώτη της ζωής τρεμάμενη ευχή που ακούγεται όταν η προνύμφη τρυπά το κέλυφος με τα αδέξια ποδαράκια της και διεκδικεί περήφανα την ύπαρξη της πεταλούδας. Ο ήχος αυτός γίνεται ελαφρύ νανούρισμα που πέφτει κάτω για να ενωθεί με τα χαμένα παιδιά της φλαμουριάς, στο αιώνιο ταξίδι της εντροπίας.
Yμνος και προσευχή τα αρχικά αδέξια χτυπήματα των λευκών, με μικρές νευρώδεις κόκκινες γραμμές, φτερών της.
Ο λεπτός εύθραυστος ήχος τους, ένα μικρό ασημένιο ψίχουλο του χρόνου που στροβιλίζεται στο πρώτο πέταγμα.
Η μικρή, συνηθισμένη των αγρών πεταλούδα, απ’ αυτές που δε θα φτάσουν ποτέ σε συλλογές κι εκθέσεις, πετά κοντά στο πρόσωπό της γυναίκας, χώνεται για μια στιγμή στα μαλλιά της και στολίζει όπως μια μικρή ευτυχία, για λίγο τον λαιμό της. Δίνει ένα πεταχτό φιλί στο λαγό που κοιμάται ήσυχος και πετά ελεύθερη χωρίς σκοπό και προορισμό, βιάζεται να μαθητεύσει στα πετάγματα, να προλάβει όσα μπορεί στη σύντομη ζωή της. Λίγο πριν φύγει απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο προλαβαίνει ν’ ακούσει έναν εξαίσιο σαν θαλπωρή ήχο, αλλά ποτέ της δεν θα μάθει από που προέρχεται.
Εμείς παρεπιπτόντως κι από καθαρή τύχη μόνο τον συλλαμβάνουμε, αφού τον ακούει η γυναίκα και χαμογελά.
Είναι ο οδυνηρά τρυφερός, ο καθηλωτικός ήχος της αφής…Τέσσερα φλύαρα χέρια συνομιλούν με λαχτάρα, παίζουν μια άρπα μαγική κι ακούγονται οι μικρές εκρήξεις της αγάπης, διαχέεται η μουσική της ευλογίας κι όταν τα χέρια με σταθερή φωνή αρχίζουν να γράφουν παραμύθια στα γυμνά δέρματα, τότε ο ήχος γίνεται θεϊκός.
Κρατά για ώρα το εκμαυλιστικό τραγούδι της αφής αλλά κάποτε γαληνεύει. Ο λαγός πρώτα κι έπειτα η γυναίκα ακούν έναν άλλο -απροσδιόριστης προέλευσης, που ίσως ταξίδεψε απ’ το κοντινό δάσος ή έρχεται από το μπαλκόνι της- επίμονο, μεθοδικό θόρυβο, έναν βόμβο του μόχθου με τον παλμό του καθήκοντος, τις νότες της ευθύνης και τη μουσική της οργανωμένης κοινωνίας που δημιουργούν οι μέλισσες- εργάτριες ενώ χτίζουν δίχως ανάπαυλα, τα συμμετρικά κελιά τους.
Στο μεταξύ η πεταλούδα έχει φτάσει στο λιμάνι για ν’ ανακαλύψει άλλους, υδάτινους ήχους, να αφουγκραστεί τα κύματα και τον ύπνο των ψαριών. Ότ αν αντικρίζει τη χρυσή αντανάκλαση από τα φώτα της πόλης πάνω στα απαλά κύματα ζαλίζεται, γλιστρά σ’αέρινα πλακάκια, όμως δεν το βάζει κάτω, αποτρέπει ένα άδοξο από πνιγμό τέλος της κι έτσι αξιώνεται ν’ ακούσει ένα μαγικό τραγούδι που την καταπίνει στη δίνη του.
Η μελωδία του, τόσο λαμπυριστή που προκαλεί το στερέωμα…
Το ίδιο τραγούδι φθάνει με τον άνεμο στη γυναίκα η οποία τεντώνεται ελαφρά, ανασηκώνει κάπως το κεφάλι της για να ελευθερώσει το δεξί αυτί της που πιέζεται στο μαξιλάρι, για ν’ ακούσει πιο καθαρά, να μη χάσει ούτε λέξη, από το τραγούδι εκείνο, ενός άντρα στο λιμάνι, που απευθύνεται σ’ ένα μικρό παιδί, σε μια λατρεμένη γυναίκα ή σε μια κρυμμένη ανάμνηση.
Το τραγούδι- νανούρισμα, περήφανο κι αγέρωχο, διαλύεται σε μικρά ηχητικά αέρινα σωματίδια κι εκείνη τα εισπνέει με κάθε μικρή ανάσα της, με κάθε ελαφρύ συριγμό του ύπνου, τρύπωνουν στις κοιλότητες των αυτιών της περνούν από τους πόρους του δέρματός της και τρέχουν να φωλιάσουν στα σπλάχνα της.
Τώρα που η αυγή δε λέει ακόμη να φανεί, σα ν’ ακούω κι εγώ αυτά τα λόγια:
Περιμένω εδώ…
γεννήθηκα περιμένοντας
ν’ ακούσω αυτή τη λύπη
να γευτώ αυτό τ’ αστέρι
ν’ αγαπήσω αυτόν τον αέρα
Περιμένω εδώ
τη σιωπή να μετρήσω
με μέλι κι αμύγδαλα
με λέξεις κι αγάπη
παραμύθια να ταΐσω
να ψηλώσουν, να μεγαλώσουν
τραγούδι να γίνουν
δικό σου
Κι όταν
η μικρή πεταλούδα
μ’ ένα χάδι τον
λαγό ησυχάσει
Όταν οι μέλισσες
τις κερήθρες
γκρεμίσουν
και κουβέντα γλυκιά
με τα σπουργίτια αρχίσουν
τα χέρια μου
θ’ αγαπήσουν
τα δικά σου χέρια
Κοιμήσου αγάπη μου
Περιμένω εδώ
και νιώθω ότι αυτό το τραγούδι βγάζει τη γλώσσα του κοροϊδευτικά στο χάος της αποψινής νύχτας και σκεπάζει για λίγο τον άλλον, τον συνεχή, επίμονο θόρυβο που ακούγεται πίσω απ’ τα βουνά, τον προαιώνιο ήχο του θανάτου…
________________________________________
Η Ελένη Κοφτερού γεννήθηκε στην Αριδαία Πέλλας. Μεγάλωσε και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο καθώς και στο ηλεκτρονικό περιοδικό “Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας”. Την περυσινή χρονιά συμμετείχε με το διήγημά της «Η Αποκλειστική» στην ηλεκτρονική συλλογή διηγημάτων: «Δήγμα Γραφής» -Μια ντουζίνα και τρία διηγήματα.




















