Ο ρόλος της Μνήμης και η σημασία της Απώλειας στο «Ευτυχισμένο νησί» της Φωτεινής Τσαλίκογλου και στο «Ο Θαμμένος γίγαντας» του Καζούο Ισιγκούρο

«Η μνήμη είναι πόνος αλλά δίχως αυτόν η καρδιά χάνει το φως της», Ευτυχισμένο νησί, Φωτεινή Τσαλίκογλου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2015.
«Η μνήμη είναι πόνος αλλά δίχως αυτόν η καρδιά χάνει το φως της», Ευτυχισμένο νησί, Φωτεινή Τσαλίκογλου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2015.

Από τη Βιολέττα-Ειρήνη Κουτσομπού, MBPsS, (BA, MA, Dip.CounsPsy, MSc), Ψυχοθεραπεύτρια – Σύμβουλο – Καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας
“Η μνήμη είναι μια αίσθηση απώλειας, και η απώλεια μας έλκει.”
Marilynne Robinson, Αμερικανίδα συγγραφέας

Αρκετή συζήτηση γίνεται για τα θέματα απώλειας και τη σύνδεσή της με τις μνήμες… Ο θάνατος, το πένθος και η μνήμη έχουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στις ιστορίες των ανθρώπων, καθώς επίσης και στην αντιμετώπιση αυτών των θεμελιωδών ανθρωπίνων διαδικασιών. Η λογοτεχνία έχει τη δική της «φωνή» σε όλο αυτό το κομμάτι, πάντα έχει να μας δώσει μια ξεχωριστή εξήγηση, να θέσει ένα πρόβλημα ή απλά να δείξει μια κατάσταση μέσα από τις διάφορες πτυχές που βγαίνουν σε κάθε έργο της. Σ΄ αυτό το πολύ σημαντικό, για μένα, άρθρο θα ταξιδέψουμε μακριά στη χώρα του παραμυθιού, στη μαγεία για να ανακαλύψουμε νέες πτυχές και να ξεκινήσουμε να βλέπουμε με νέα γυαλιά αυτά που πονάνε και που ίσως χωρίς αυτά, να μην έχουμε την ευκαιρία για ανάπτυξη και εμβάθυνση.

Τελειώνοντας το βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου «Το Ευτυχισμένο Νησί» έπεσε στα χέρια μου το «Ο Θαμμένος Γίγαντας» του Καζούο Ισιγκούρο (Kazuo Ishiguro). Ξεκινώντας το βιβλίο έτυχε να έχω τηλεφωνική συνομιλία με ένα πολύ δικό μου πρόσωπο και η καταλυτική φράση, η φράση που «κούμπωσε» με όλο αυτό, ήταν «Δεν θέλω να ξεχάσω, θέλω να θυμάμαι, όλα να τα θυμάμαι, είναι η ζωή μου, θέλω να θυμάμαι κι αυτά που πονάνε αλλά και αυτά που με κάνουν και γελώ». Εκεί γεννήθηκε η σκέψη για αυτό το άρθρο….μετά από αρκετό καιρό ήρθε η επόμενη, από ένα άλλο αγαπημένο πρόσωπο, «Όταν έχασα τον δικό μου άνθρωπο, στα 19 μου περίπου, συνειδητοποίησα πόσο σημαντικό είναι να χαίρεσαι την κάθε μέρα, να περνάς όμορφα και να μην ξεχνάς αυτά που πονούν, αυτά σε κάνουν πιο σοφό και σε πάνε παραπέρα, σε μαθαίνουν να εκτιμάς τη ζωή». Μετά από αυτή τη συζήτηση το άρθρο ξεκίνησε να παίρνει μορφή, να γίνεται πραγματικότητα, καθώς πια το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο… Ξεκινώντας εγείρεται μέσα μου ένα ερώτημα: Γιατί, άραγε, οι άνθρωποι λένε ιστορίες;

Ο Lule (1990) υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν αφηγήσεις για να δώσουν το «νόημα του κόσμου». Σύμφωνα με τον Weick (1995), οι ιστορίες «επιβάλλουν μια επίσημη συνοχή στην σούπα που κυλάει». Οι άνθρωποι βάζουν τα γεγονότα κατά τέτοιον τρόπο σε μια ιστορία ώστε να μπορέσουν να κατανοήσουν την πραγματικότητα. Όταν λένε ιστορίες μέσα από τα γραπτά τους δημιουργούν δεσμούς ανάμεσα στον κόσμο, τον εαυτό τους και τους άλλους (Tannen, 1988). Μέσα από τις ιστορίες, οι άνθρωποι μπορεί να φέρουν στο προσκήνιο ανόμοια γεγονότα και συνδυάζοντας τα σε λογικές χρονικές ακολουθίες, να βγάζουν νέα συμπεράσματα για σημαντικά ζητήματα ζωής (McAdams, 1990). Η λογοτεχνία μπορεί να διευκρινίσει ή να εξηγήσει γεγονότα με τη δημιουργία ενός δικτύου σχέσεων αιτίου και αποτελέσματος, νέες πληροφορίες που είναι σχετικές με την ανάλυση μιας κατάστασης (Robinson & Hawpe, 1986). Σύμφωνα με τον Schank (1990), «είναι σαν να μην έχει συμβεί τίποτα», εκτός εάν μια ιστορία λέγεται γι’ αυτό. Καθώς ο χρόνος περνά, οι ιστορίες χρησιμεύουν για να συνδέουν τις εμπειρίες, διατηρώντας τες μαζί και σε σχέση με το άλλο ως μέρος του διακριτικού τμήματος της μνήμης. Αυτή η έννοια της μνήμης είναι σχετική με τη συζήτησή μιας ιστορίας όσον αφορά στην απώλεια. Η μελέτη του Bosticco (2002) έχει ως βάση της το θέμα της ακρίβειας των αναμνήσεων όπως αυτές μεταφέρθηκαν σε εκείνον μέσα από συνεντεύξεις από τρεις γονείς. Ο τρόπος που μιλούν δείχνει το βάθος, τις λεπτομέρειες, το συναίσθημα και τον τρόπο αντιμετώπισης των γεγονότων. Ο McAdams (1990) πιστεύει ότι οι ιστορίες αποτελούν ένα ενστικτώδες μέσο για τη διαβίβαση των ανθρώπινων σκοπών και ενός νέου νοήματος. Οι ιστορίες ξεκαθαρίζουν τι προκαλεί τους ανθρώπους να δράσουν, σύμφωνα με McAdams, ενώ την ίδια στιγμή, προκαλούν δράση προκειμένου να δοθούν νέες ιστορίες. Η λειτουργία μιας ιστορίας ως «μοντέλο» ή «αναλογική» είναι που συνδέει «το άγνωστο με το γνωστό» (Brockmeier & Harre, 1997). Με άλλα λόγια, οι ιστορίες τοποθετούν τα γεγονότα σε ένα πλαίσιο από άποψη αφηγηματικής δομής, μια διαδικασία με την οποία οι άνθρωποι είναι ήδη εξοικειωμένοι. Οι ιστορίες εκτελούν επίσης μια καθαρτική λειτουργία για τους αναγνώστες. «Κάθε φορά που λέω την ιστορία μου αισθάνομαι να καταλαμβάνει λιγότερο χώρο και η θλίψη στην ψυχή μου» (Downs, 1993). Οι Sidney, Baker και Gross (1994) θεωρούν ότι οι ιστορίες εμπεριέχουν συναισθηματικές εκδηλώσεις, και έτσι βοηθούν τα άτομα που έρχονται σε επαφή μ’ αυτές να αποκτήσουν τον έλεγχό των γεγονότων, να ανακουφίσουν τη συναισθηματική ένταση και να συνδεθούν με διαφορετικές εμπειρίες ανθρώπων από τα γεγονότα που περιγράφονται. Επειδή οι ιστορίες «ανοίγουν μαζί μας δρόμους υποθέσεων, βοηθούν τους ανθρώπους να διευκρινίσουν και να εξηγήσουν τα γεγονότα, λαμβάνοντας υπόψη πολλές πιθανές απόψεις» (Brockmeier & Harre, 1997). Ο Weick (1995) συμφωνεί ότι οι ιστορίες είναι αληθοφανείς καταστάσεις και «παρέχουν εργαλεία για τη διάγνωση» των προβλημάτων.

Μια αναφορά στη Μνήμη….

Η εκτίμηση του Schank (1990) είναι ότι οι ιστορίες είναι σημαντικές λόγω της ουσίας, δηλαδή της δομής της μνήμης του αφηγητή, που κατασκευάζεται στη διαδικασία του γραψίματος. Ο ίδιος περιγράφει μια «διαδικασία σε δύο μέρη» της ιστορίας και της «απόσταξής» της, κατά την οποία δημιουργείται η «ουσία» και στη συνέχεια μεταφράζεται σε γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της αφήγησης, η ουσία ανακαλείται από τη μνήμη και μετατρέπεται σε ιστορία. Ακριβώς όπως οι λεπτομέρειες των γεγονότων συμπυκνώνονται στη διαδικασία της κατασκευής μιας ιστορίας, έτσι και οι λεπτομέρειες των ιστοριών συμπυκνώνονται στη διαδικασία της διάπραξης τους στη μνήμη. Ως τελικό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας απόσταξης, μια ιστορία γίνεται μία δομή που ο Schank οναμάζει «ιστορία-σκελετό». Οι άνθρωποι είναι σκόπιμα παραμυθάδες, σύμφωνα με τον Schank (1990), επιλέγοντας συνειδητά, καλά αναγνωρισμένους πολιτιστικούς σκελετούς κατά την κατασκευή των ιστοριών επειδή έτσι μπορεί να προβλέψουν τα αποτελέσματα αυτών των ιστοριών. Αν κάποιες λεπτομέρειες για τα τρέχοντα γεγονότα δεν ταιριάζουν με τον επιλεγμένο σκελετό, οι εν λόγω λεπτομέρειες μπορούν να προσαρμοστούν-αγνοηθούν ή να αλλάξουν, έτσι ώστε η ιστορία να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο Schank (1990) ισχυρίζεται ότι η μνήμη είναι ένα σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της σημασίας των ιστοριών για τον άνθρωπο. Προτείνει ότι η ανθρώπινη μνήμη είναι «δυναμική», δηλαδή οι σημερινές εμπειρίες συνεχώς ενημερώνονται με πληροφορίες που αποθηκεύονται σε δύο τύπους μνήμης, αυτή της εκδήλωσης μνήμης (γενικά) και της μνήμης που βασίζεται σε μια ιστορία. Όσο περισσότερες συνδέσεις έχει μια ιστορία στη μνήμη, τόσο περισσότερο η ιστορία μπορεί να χρησιμεύσει ως εργαλείο για μάθηση και δράση σε διαφορετικές καταστάσεις (Robinson & Hawpe, 1986, Schank, 1990).

Ξεκινώντας το Ταξίδι…

Η φαντασία είναι το εργαλείο του παραμυθά. Είναι ένας τρόπος να μιλάμε για πράγματα που δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, κυριολεκτικά αλήθεια. Είναι ένας τρόπος για να κάνουμε μεταφορές, σκιάζεται ο μύθος προς μία κατεύθυνση, γίνεται αλληγορία και προχωρά. Η Φωτεινή Τσαλίκογλου συγγραφέας και καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με εξέπληξε ευχάριστα με το νέο της βιβλίο «Το Ευτυχισμένο Νησί», ένα γλυκό παραμύθι, και ενώ έχω έρθει σε επαφή με τη δουλειά της αυτό το βιβλίο της είναι απρόσμενα διαφορετικό και πολυεπίπεδο, προσωπικά το θεωρώ το πιο ώριμο βιβλίο της, μια ιστορία κυρίως για τους μεγάλους παρόλο που οι μικροί θα μπορούσαν να κάνουν τη δική τους ανάγνωση. «Μια μαγική ιστορία για όλους όσοι επιμένουν να ζουν και να ονειρεύονται με μάτια ανοιχτά», όπως επισημαίνει η ίδια. Μια ιστορία για την απώλεια, το τραύμα και για τη σημασία του πένθους στη ζωή μας. Για τη μνήμη και τη λήθη.

Σ’ αυτό το νησί όλοι οι κάτοικοι είναι ευτυχισμένοι «ένας ευλογημένος τόπος ήταν το νησί του βασιλιά Αιγέα», ανάμεσα στους βασικούς πρωταγωνιστικούς «ρόλους» ο βασιλιάς Αιγέας, ένας αγαπητός, γενναιόδωρος βασιλιάς, ο οποίος γνώριζε τους κατοίκους του νησιού «ήξερε τις συνήθειες τους, το αγαπημένο τους τραγούδι, την αγαπημένη μυρωδιά και το αγαπημένο φαγητό του καθενός», η κόρη του η Κοραλλένια, το αγόρι και το μαγικό χρυσόψαρο. Και ενώ όλοι ζούνε τόσο ευτυχισμένοι και χαρούμενοι ξαφνικά μια μέρα το νησί βουλιάζει στην στενοχώρια γιατί η μοναχοκόρη κόρη του βασιλιά τυφλώνεται μετά από ένα όνειρο που είδε και τότε όλα αλλάζουν στο νησί. Την ίδια στιγμή ένα αγόρι ξεκινά από τη «Χώρα του Πολέμου» με συντροφιά ένα χρυσόψαρο που μιλά και δίνει ελπίδα λέγοντας «Ναι, είναι δυνατόν», με ανάμνηση το τραγούδι της μητέρας του για να νικά τον φόβο και να παίρνει δύναμη ξεκινά από τη χώρα του για να πάει σε έναν τόπο ευτυχισμένο, πράγμα άγνωστο γι’ αυτόν «Το αγόρι έδιωξε από μέσα του το φόβο. Για να μη σκέφτεται το σκοτάδι, έφερε στο νου του τη φωνή της μητέρας του κι έπιασε μέσα στη σιγαλιά της νύχτας να σιγομουρμουρίζει ένα τραγούδι. Ένα νανούρισμα ήταν». Ο βασιλιάς Αιγέας όμως έχει ένα μυστικό, η μητέρα της Κοραλλένιας πέθανε όταν την έφερε στη ζωή αλλά αυτό είναι κρυφό, κανείς δεν το συζητά, όλοι το «ξέχασαν» για να μην το μάθει η μοναχοκόρη του και λυπηθεί «για να προστατέψει από τη θλίψη την κόρη του», ίσως όμως γιατί ο ίδιος «δεν τα πήγαινε καλά με τη μοναξιά και με τον πόνο και με αυτό που λείπει», η μητέρα του αγοριού από τη Χώρα του Πολέμου του το αποκαλύπτει και το προειδοποιεί να μην μιλήσει, να μην πει τίποτα στη βασιλοπούλα. Το αγόρι όμως αποφασίζει και αποκαλύπτει το μυστικό στην Κοραλλένια γιατί «η λησμονιά των νεκρών ήταν ο πιο βίαιος θάνατος» και αυτή η αποκάλυψη είναι που τελικά την λυτρώνει και τη γιατρεύει. Αυτή η αποκάλυψη της δείχνει ότι ακόμα κι αν θάβεις πράγματα βαθιά μέσα σου, ακόμα κι αν άλλοι άνθρωποι προσπαθούν να σε «προστατέψουν» τελικά «το σώμα δεν ξεχνά ποτέ» και πάνω απ’ όλα ότι «η μνήμη είναι πόνος αλλά δίχως αυτόν η καρδιά χάνει το φως της».

Οι σημαντικές απώλειες με τις οποίες είναι γεμάτη η ζωή θέτουν συνεχείς προκλήσεις στις οποίες πρέπει να αντεπεξέλθουμε ξανά και ξανά, περνώντας διάφορα στάδια σ’ αυτό το ταξίδι. Η απώλεια διδάσκει τον άνθρωπο, αναθεωρεί τη φιλοσοφία του, τον προκαλεί να διευρύνει την ταυτότητά του, να κοιτάξει κατάματα την απώλεια, να θρηνήσει, να αποδεχτεί όσα δεν μπορούν να αλλάξουν, να προσαρμοστεί, να επιβιώσει και να ωριμάσει. Για να συμβεί η παραπάνω διαδικασία, έρχεται η μνήμη να «παίξει» το ρόλο της ή να συμπληρώσει την εικόνα, όμως «αν δεν θυμάμαι, δεν θα πονάω, θα είμαι ευτυχισμένος» σκέφτονται πολλοί. «Αν απαγορεύσω τις συζητήσεις, αν κάνω πως δεν έγινε, θα το ξεπεράσω, η ζωή προχωρά» σκέφτονται κάποιοι άλλοι. Και ναι, είναι αλήθεια η ζωή προχωρά και πρέπει να προχωρά, το ζήτημα είναι πως!!! Για να ευτυχήσει και να λυτρωθεί η Κοραλλένια πρέπει να ξέρει τι συνέβη με τη μητέρα της, πρέπει να θυμηθεί το ξεχασμένο, πρέπει να νιώσει την αγάπη της, να βιώσει τη λύπη της για να μπορέσει να πάει παραπέρα, να ζήσει με τις πληγές, που όσο κι αν πονάνε θα την γεμίσουν, θα τις αγαπήσει και θα ζήσει!!!

Το βιβλίο θα αγαπηθεί απ’ όποιον κι αν διαβαστεί, με μια υπέροχη φρεσκάδα στην αφήγηση, κυλάει σαν τρεχούμενο νερό, με την εξαιρετική χρήση της γλώσσας και με τους τόσο ανθρώπινους χαρακτήρες αν και παραμύθι, αποτελεί ένα μικρό-μεγάλο διαμάντι στη σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία. Ένα παραμύθι – φόρος τιμής στη μνήμη, στην απώλεια, στη συνέχεια, στην ελπίδα και στα δώρα που προσφέρουν, γεμίζει την ψυχή σου, σε κατακλύζουν χιλιάδες σκέψεις και συναισθήματα, σε συγκινεί, σε ανακουφίζει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Β’
Βιβλιογραφία
Becker, A.L. (1988) Language in particular: Lecture. In D. Tannen (Ed.), Linguistics in context: Connecting observation and understanding (pp. 17-35). Norwood, NJ: Ablex.
Bosticco, C. (2002) Stories of grief: Narratives by bereaved parents. Unpublished Master’s Thesis, Department of Communication, University of Dayton.
Brockmeier, J. and Harre, R. (1997) Narrative: Problems and promises of an alternative paradigm. Research on Language and Social Interaction, 30, 263-283.
Downs, B. (1993) Lessons in loss and grief. Communication Education, 42, 300-303.
Lule, J. (1990) Telling the story of story: Journalism history and narrative theory. American Journalism, 7, 259-274.
Sedney, M.A., Baker, J.E., & Gross, E. (1994) “The story” of a death: Therapeutic considerations with bereaved families. Journal of Marital and Family Therapy, 20, 287-296.
Schank, R.C. (1990) Tell me a story: A new look at real and artificial memory. New York: Scribner’s Sons.
Schank, R.C., & Abelson, R.P. (1997) Scripts, plans, goals and understanding: Inquiry into human knowledge structures. Hillsdale, NJ: Erlbaum.
Robinson, J.A., & Hawpe, L. (1986) Narrative thinking as a heuristic process. In
T. R. Sarbin (Ed.), Narrative psychology (pp. 111-125). New York; Praeger.
Tannen, D. (1988) Hearing voices in conversation, fiction, and mixed genres. In D. Tannen (Ed.), Linguistics in context: Connecting observation and understanding (pp. 89-113). Norwood, NJ: Ablex.
Weick, K.E. (1995) Sense making in organizations. Thousand Oaks, CA: Sage.