Ο ρόλος της Μνήμης και η σημασία της Απώλειας στο «Ευτυχισμένο νησί» της Φωτεινής Τσαλίκογλου και στο «Ο Θαμμένος γίγαντας» του Καζούο Ισιγκούρο

Η ομίχλη της λήθης μπορεί να φανεί ευεργετική πολλές φορές αλλά όχι όλες κι όχι σε σημαντικά κομμάτια που έχουν διαμορφώσει το είναι μας. Ο Θαμμένος Γίγαντας, Καζούο Ισιγκούρο, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2015.
Η ομίχλη της λήθης μπορεί να φανεί ευεργετική πολλές φορές αλλά όχι όλες κι όχι σε σημαντικά κομμάτια που έχουν διαμορφώσει το είναι μας. Ο Θαμμένος Γίγαντας, Καζούο Ισιγκούρο, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2015.

Από τη Βιολέττα-Ειρήνη Κουτσομπού, MBPsS, (BA, MA, Dip.CounsPsy, MSc), Ψυχοθεραπεύτρια – Σύμβουλο – Καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας
“Η μνήμη είναι μια αίσθηση απώλειας, και η απώλεια μας έλκει.”
Marilynne Robinson, Αμερικανίδα συγγραφέας

Ο Καζούο Ισιγκούρο (Kazuo Ishiguro) είναι ένας αξιόλογος μυθιστοριογράφος, τόσο για την ποιότητα της δουλειάς του καθώς τα μυθιστορήματά του μοιράζονται μια προσεκτική, ακριβή προσέγγιση στη γλώσσα και τον χαρακτήρα, αλλά και γιατί δεν γράφει ποτέ το ίδιο μυθιστόρημα και το ίδιο είδος μυθιστορήματος, δύο φορές. Στο «Ο Θαμμένος Γίγαντας» (The Buried Giant), το τελευταίο του βιβλίο, αρχίζει με σαφείς περιγραφές, απέριττη γλώσσα για να περιγράψει την Αγγλία μετά την πτώση του βασιλιά Αρθούρου σε ένα μυθιστόρημα-μεσαιωνικό ανάγλυφο. Πρωταγωνιστές ένα ηλικιωμένο ζευγάρι το οποίο αποφασίζει ένα ταξίδι από το ένα χωριό στο άλλο με σκοπό τους να βρούνε τον χαμένο γιο τους, σε μια λοιπόν, ημι-ιστορική Αγγλία του έκτου ή ίσως έβδομου αιώνα, στον οποίο οι Βρετανοί και οι Σάξονες βρίσκονται σε αιματηρό πόλεμο. Οι Βρετανοί έχουν οδηγηθεί στα δυτικά και οι Σάξονες ελέγχουν την ανατολική Αγγλία, αλλά εδώ Σάξονες και Βρετανοί ζουν δίπλα-δίπλα σε μια μετά-Αρθούρου λυκόφως εποχή όπως αυτή που περιγράφεται στο βιβλίο, σε μια μυθική εποχή με δράκους, ξωτικά και περίεργα πλάσματα και πάνω απ ‘όλα τη δράκαινα Querig, η οποία κυριαρχεί στο δεύτερο μισό του βιβλίου, την οποία κάποιος πρέπει να σκοτώσει γιατί έχει δημιουργήσει την ομίχλη που όσο κακό κάνει τόσο καλό κάνει και ίσως ακόμη χρειάζεται να κρατηθεί ζωντανή.

Άλλες πολλές παραδοξότητες προέρχονται από τους χαρακτήρες, πολλοί από τους οποίους μέσα στην ιστορία φαίνονται σαν να κοιμούνται και είναι αβέβαιο το αν θα τους αρέσει ό,τι βρουν, αν ξυπνήσουν. Το ηλικιωμένο ζευγάρι είναι ο Axl και Beatrice, «Ίσως αυτά δεν είναι τα ακριβές ή πλήρη ονόματά τους, αλλά για λόγους ευκολίας, αυτό είναι το πώς θα αναφερόμαστε σε αυτούς» που ζουν σε ένα χωριό. Ο Axl και η Beatrice αγαπιούνται βαθιά και φροντίζουν ο ένας τον άλλον όσο καλύτερα μπορούν. Η Beatrice έχει μια ασθένεια, ένας πόνος στο πλευρό της, μα επιμένει ότι δεν είναι τίποτα σοβαρό. Έχουν φθάσει στην ηλικία όπου οι αναμνήσεις έχουν γίνει αναξιόπιστες, όταν τα ονόματα, πρόσωπα και γεγονότα, «γλιστρούν» μακριά. Αλλά τα προβλήματα με τη μνήμη και το συμβάν δεν είναι μόνο δικό τους…όλοι οι άνθρωποι στην κοινότητά τους, και ακόμη και εκείνοι των γειτονικών χωριών, Βρετανοί και Σάξονες, φαίνεται να έχουν τις ίδιες δυσκολίες. Υπάρχει μια ομίχλη που παίρνει μνήμες: καλές αναμνήσεις και το κακό, τα χαμένα παιδιά, παλιές μάχες και πληγές. Και οι μνήμες είναι πολύτιμες. Μας κάνει αυτό που είμαστε. Όπως λέει και η Beatrice, «Αλλά αναρωτιέμαι αν αυτό που νιώθουμε σήμερα στην καρδιά μας δεν είναι σαν αυτές τις σταγόνες της βροχής που συνεχίζουν και πέφτουν πάνω μας από τα μουσκεμένα φύλλα των δέντρων, παρότι η βροχή έχει εδώ και ώρα σταματήσει να πέφτει από τον ουρανό. Αναρωτιέμαι μήπως, χωρίς τις αναμνήσεις μας, η αγάπη μας είναι προορισμένη να μαραθεί και να πεθάνει». Από την ομίχλη της λήθης, η Beatrice θυμάται ότι έχουν ένα γιο που ζει σε ένα κοντινό χωριό, και ότι πρέπει να τον συναντήσουν. Το ζευγάρι ξεκινάει το ταξίδι του, και σύντομα συναντάμε τον Wistan (ένα Σάξονα πολεμιστή του οποίου η πρώτη εμφάνιση μας θυμίζει το Beowulf), ο οποίος έχει διασωθεί μαζί του και ένα αγόρι τραυματισμένο. Βλέποντας τον Wistan, ο Axl αρχίζει να θυμάται το παρελθόν του, όπως κάποιος που ήταν, ίσως, επίσης, στην εποχή του, ένας στρατιώτης κάποιου είδους. Το τραυματισμένο από ένα δράκο, αγόρι, ονόματι Edwin, είναι σε κίνδυνο και έτσι μαζί με το ηλικιωμένο ζευγάρι κάνουν το ταξίδι τους προς το χωριό του γιου τους. Στο δρόμο τους και στην συντροφιά τους εντάσσεται ο Sir Gawain, ανιψιός του νεκρού βασιλιά Αρθούρου, ένας ιππότης με σκουριασμένη πανοπλία ο οποίος μαζί με το άλογο του, τον Οράτιο, τριγυρνά σαν άλλος Δον Κιχώτης. Έχει μια αποστολή, ένα παρελθόν και μυστικά, ακριβώς όπως κι ο Wistan έχει μια αποστολή, ένα παρελθόν και μυστικά, και οι δύο άνδρες μπορεί να βρεθούν σε σύγκρουση. Οι ταξιδιώτες επισκέπτονται το μοναστήρι με τα δικά του μυστικά και τους κινδύνους του, ένα μοναστήρι που θυμίζει έντονα Το Όνομα του Ρόδου του Ουμπέρτο Έκο….επιβιώνουν των κινδύνων του μοναστηριού και ανακαλύπτουν επιτέλους την πηγή της ομίχλης της λήθης που καλύπτει τη γη.

Το «Ο Θαμμένος Γίγαντας» είναι ένα μελαγχολικό βιβλίο, και η ομίχλη που αναπνέει μέσα από αυτό είναι μια μελαγχολική ομίχλη. Αν σκεφτούμε την κυριολεκτική έννοια της ομίχλης, είναι κάτι που μας εμποδίζει να δούμε το δρόμο μας. Είναι δύσκολο να προχωρήσουμε στην ομίχλη, είναι δύσκολο να φτάσουμε στον προορισμό μας. Η ομίχλη είναι μια κατάσταση επικίνδυνη, είναι ένα παχύ σύννεφο που μας μπερδεύει και μας κάνει να χάνουμε τον προσανατολισμό μας. Αυτοί οι ορισμοί της ομίχλης αφορούν όχι μόνο το στοιχείο της ομίχλης με βάση την φυσική αλλά και την αλληγορική έννοια της ομίχλης του ψυχικού μας κόσμου όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους αυτού του μυθιστορήματος. Η ομίχλη κρύβει πράγματα από εμάς που συνήθως είναι αληθινά. Όταν βρούμε το μυαλό μας να βρίσκεται σε μια «ομιχλώδη» κατάσταση, αυτό που πραγματικά βιώνουμε είναι ότι δεν ήρθε ακόμη η κατάλληλη χρονική στιγμή για εμάς ώστε να πάρουμε μια απόφαση, άρα θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι όλα τα γεγονότα γίνουν ορατά και σαφή. Στο φυσικό κόσμο όταν η ομίχλη διαλύεται μας επιτρέπει να δούμε καθαρά τα πάντα. Το ίδιο ισχύει και σε ένα ψυχικό επίπεδο. Το βιβλίο το διακατέχει ένας αργός ρυθμός και ένα βαθμιαίο χτίσιμο της ιστορίας. Ο τόνος στην αφήγηση είναι ονειρικός. Υπάρχουν περιπέτειες, αγώνες ξίφους, προδοσίες, βαρκάρηδες (που θυμίζουν έντονα αρχαία Ελληνική μυθολογία – το βαρκάρη του Αχέροντα) πονηριές και τέρατα σκοτώνονται, άνθρωποι κινδυνεύουν και όλα αυτά περιγράφονται μερικές φορές ποιητικά, με κάποια συγκρατημένη ένταση αλλά ταυτόχρονα τυπική ηρεμία και εδώ φαίνεται σαν ο συγγραφέας να κάνει μια βαθύτερη συγκαλυμμένη αναφορά στην ιαπωνική ιδιοσυγκρασία. Οι εχθροί σκοτώθηκαν, αλλά οι θάνατοι δεν είναι ποτέ θριαμβευτικοί σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Ο Axl και Beatrice θέλουν μόνο να επιβιώσουν, για να φτάσουν στο γιο τους, για να είναι μαζί. Θα πρέπει να θυμούνται το παρελθόν τους, αλλά φοβούνται για το τι αυτές οι αναμνήσεις θα μπορούσαν να τους φέρουν. Στην καρδιά του μυθιστορήματος είναι ένα φιλοσοφικό αίνιγμα, το οποίο εκφράζεται για πρώτη φορά από μια ηλικιωμένη γυναίκα της οποίας τον σύζυγο είχε περάσει απέναντι στο νησί ο βαρκάρης χωρίς εκείνη, ενώ είχε συμφωνηθεί να τους περάσει μαζί. Μόνο αυτά τα ζευγάρια που μπορούν να αποδείξουν στον βαρκάρη ότι η αγάπη τους είναι τέλεια και αληθινή, χωρίς πικρία ή ζήλια ή ντροπή, μπορούν να διασχίσουν το νερό μαζί, στην ίδια βάρκα, και να πάνε στο νησί. «Κι έπειτα με ρώτησε: “Πώς εσύ κι ο άντρας σου θα αποδείξετε την αγάπη σας, όταν δεν θα είστε σε θέση να θυμηθείτε το παρελθόν που έχετε μοιραστεί;» Από τότε το σκέφτομαι συνέχεια αυτό. Μερικές φορές το σκέφτομαι και φοβάμαι πάρα πολύ.»

Όχι, μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο ο Ishiguro δεν διαλευκάνει τα μυστήρια ούτε λύνει τα αινίγματα: Ποιος, αλήθεια, είναι ο Axl και τι συμβαίνει με την Beatrice; Τι έχει συμβεί στο γιο τους; Που πηγαίνουν; Και, αν πραγματικά θυμούνται ποιοι είναι, θα εξακολουθούν να είναι σε θέση να αγαπούν ο ένας τον άλλο με τον ίδιο τρόπο; Ένα μυθιστόρημα με καταβολές από Tolkien, Beckett, ιστορίες παρμένες από τον Αρθουριανό κύκλο, της ιστορίας της Βρετανίας, ψυχολογίας του τραύματος για τους ανθρώπους που ζουν σε εμπόλεμη κατάσταση, για μια συλλογική και ατομική μνήμη, για το πώς απαλύνουν οι πληγές. Ένα μυθιστόρημα φαντασίας και μύθου που είναι εύκολο να θαυμάσει, να σεβαστεί και να απολαύσει κανείς, αλλά είναι δύσκολο να αγαπήσει. Το «Ο Θαμμένος Γίγαντας» κάνει ό,τι κάνουν τα πραγματικά σημαντικά βιβλία: Παραμένει στο μυαλό πολύ καιρό μετά την ανάγνωσή του, αρνείται να φύγει, αναγκάζοντας σε να σκέφτεσαι ξανά και ξανά σκηνές, φράσεις, την αγάπη και τη ζωή. Σε μια δεύτερη ανάγνωση, τους χαρακτήρες, τα γεγονότα και τα κίνητρα είναι πιο εύκολο να τα καταλάβεις, αλλά ακόμη και έτσι, φυλάει τα μυστικά του και τον κόσμο κοντά του. Ο Ishiguro δεν φοβάται να αντιμετωπίσει τεράστια, προσωπικά θέματα, ούτε να χρησιμοποιήσει τους μύθους, την ιστορία και το φανταστικό, ως εργαλεία για να το κάνει. Το «Ο Θαμμένος Γίγαντας» είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, μια αλληγορία για όλους μας, που περιμένουμε κάτι και ο δράκος με την ομίχλη μας λέει ότι δεν έχει σημασία πόσο καλά αγαπάμε, δεν έχει σημασία πόσο βαθιά, θα είμαστε πάντα επιρρεπής σε λάθη και ανθρώπινοι, και ότι κάθε ζευγάρι που γερνά μαζί θα πρέπει πάντα να διασχίσει το νερό, και να πάει για το νησί μπροστά και μόνο, γιατί υπάρχουν ταξίδια που γίνονται χωρίς κανέναν δίπλα, ταξίδια για κάθε έναν ξεχωριστά.

Επειδή, καθώς φτάνω όλο και πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο τέλος,
ταξιδεύω σ’ έναν κύκλο που πλησιάζει, όλο και πλησιάζει την αρχή.
Μοιάζει να είναι ένας τρόπος εξομάλυνσης και προετοιμασίας του δρόμου.
Την καρδιά μου αγγίζουν τώρα πολλές θύμησες
που είχαν από πολύ καιρό αποκοιμηθεί.
-Charles Dickens, Tale of Two Cities-

Ακολουθώντας το αγόρι από τη Χώρα του Πολέμου και το ζευγάρι στο «Ο Θαμμένος Γίγαντας» ουσιαστικά ξεκινάμε κι εμείς ένα ταξίδι μαζί τους, ένα ταξίδι προβληματισμού, αλήθειας και συναισθημάτων….Και τα δύο βιβλία πραγματεύονται το ζήτημα της μνήμης και το ρόλο της στη ζωή μας… Ποιοι θα ήμασταν χωρίς τις αναμνήσεις μας; Πως κρατιέται η αγάπη για το χαμένο; Πως διαχειριζόμαστε την απώλεια χωρίς να θυμόμαστε; Τι μας ενώνει τελικά και τι μας χωρίζει;

Με διαφορετικό τόνο από το «Ο Θαμμένος Γίγαντας», το «Ευτυχισμένο Νησί» έχει μια διάχυτη τρυφερότητα και γλαφυρότητα στην αφήγηση των γεγονότων όσο οδυνηρά και αν είναι και κλείνει με μια αισιοδοξία, ότι οι δυο νέοι ίσως ξαναβρεθούν όταν αλλάξουν τα πράγματα στη χώρα του αγοριού, όταν ίσως κλείσει και για εκείνον το κομμάτι της οδυνηρής μνήμης της απώλειας, όπως συνέβη με την Κοραλλένια. Αντίθετα, «Ο Θαμμένος Γίγαντας» διακατέχεται από μια πνιγηρή, θολή και μελαγχολική ατμόσφαιρα απ’ την αρχή ως το τέλος και κλείνει πιο στενόχωρα αλλά το ίδιο αινιγματικά…..και τα δύο αφήνουν εμάς να πάμε τις ιστορίες παρακάτω. Βλέπουμε έντονα και στις δύο ιστορίες τα δύο άκρα να αναδύονται είτε θυμόμαστε τα πάντα είτε θάβουμε όλες τις αναμνήσεις μας….φυσικά η απάντηση που έρχεται κι απ’ τους δύο αυτούς σημαντικούς συγγραφείς είναι ότι θα πρέπει να θυμόμαστε τόσο τα καλά όσο και τα άσχημα που μας συμβαίνουν, ιδιαιτέρως τις απώλειες, να αποδεχόμαστε και τις δυο πλευρές, να γαληνεύουμε μέσα μας γιατί όλα αυτά μαζί συνθέτουν αυτό που είμαστε, αυτά που έχουμε ζήσει…..ουσιαστικά οι μνήμες μας απ’ αυτά….η ομίχλη της λήθης μπορεί να φανεί ευεργετική πολλές φορές αλλά όχι όλες κι όχι σε σημαντικά κομμάτια που έχουν διαμορφώσει το είναι μας…να μην ξεχνάμε αλλά να θυμόμαστε ότι πάντα θα υπάρχει το όνειρο που θα μας φέρνει την αλήθεια και θα μας τυφλώνει, και πάντα καθένας μας ξεχωριστά θα παλεύει να συγκρατήσει όλα τα κομμάτια στη μνήμη, κομμάτια που καμιά φορά μας απατούν αλλά συνθέτουν μαζί με το συναίσθημα όλη την εικόνα, το βίωμα που κλειδώνεται στο σώμα και στην ψυχή… Ο Camus (1942) γράφει χαρακτηριστικά: «Δεν υπάρχει ήλιος χωρίς σκιά και πρέπει να γνωρίσουμε τη νύχτα», άρα κάθε απώλεια είναι η σκιά του ήλιου, της ζωής, την οποία πρέπει να επεξεργαστεί ο άνθρωπος για να την ξεπεράσει, δημιουργώντας έναν καινούριο εαυτό. Ο καθένας από τους συγγραφείς απ’ τη δική του σκοπιά, με διαφορετικές καταβολές μας συμβουλεύουν να θυμόμαστε, να συμφιλιωθούμε με το χαμένο, να αγαπήσουμε και να συγχωρήσουμε μα το πιο μεγάλο τους μάθημα για εμάς είναι η ελπίδα που δίνουν είτε μέσω ενός μαγικού χρυσόψαρου που φωνάζει «Ναι, είναι δυνατόν», είτε με ένα βαρκάρη και ένα ταξίδι σε έναν άλλο τόπο όπου κάποιος αγαπημένος περιμένει εκεί και μια κρυφή ελπίδα εκείνου που έμεινε στη ακτή να περιμένει ότι ο βαρκάρης θα γυρίσει να τον μεταφέρει κι εκείνον για να βρεθεί με την αγάπη της ζωής του… Ελπίδα, λοιπόν, προσμονή και έκπληξη!!!

Κλείνοντας παραθέτω ένα αγαπημένο μου κομμάτι του Μίλαν Κούντερα, που εκφράζει με έναν λιτό και συγκινητικό τρόπο, τη δύναμη της φυσικής ροής που είναι η συνέχιση της ύπαρξης, της μνήμης, της λήθης και τελικά, της ίδιας της Ζωής:
“Αυτό που τρομοκρατεί τους περισσότερους στον θάνατο δεν είναι η απώλεια του μέλλοντος αλλά η απώλεια του παρελθόντος. Για την ακρίβεια, η διαδικασία της λήθης είναι μια μορφή θανάτου μόνιμα παρούσα μέσα στη ζωή.”

 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Α’
 
Βιβλιογραφία
Becker, A.L. (1988) Language in particular: Lecture. In D. Tannen (Ed.), Linguistics in context: Connecting observation and understanding (pp. 17-35). Norwood, NJ: Ablex.
Bosticco, C. (2002) Stories of grief: Narratives by bereaved parents. Unpublished Master’s Thesis, Department of Communication, University of Dayton.
Brockmeier, J. and Harre, R. (1997) Narrative: Problems and promises of an alternative paradigm. Research on Language and Social Interaction, 30, 263-283.
Downs, B. (1993) Lessons in loss and grief. Communication Education, 42, 300-303.
Lule, J. (1990) Telling the story of story: Journalism history and narrative theory. American Journalism, 7, 259-274.
Sedney, M.A., Baker, J.E., & Gross, E. (1994) “The story” of a death: Therapeutic considerations with bereaved families. Journal of Marital and Family Therapy, 20, 287-296.
Schank, R.C. (1990) Tell me a story: A new look at real and artificial memory. New York: Scribner’s Sons.
Schank, R.C., & Abelson, R.P. (1997) Scripts, plans, goals and understanding: Inquiry into human knowledge structures. Hillsdale, NJ: Erlbaum.
Robinson, J.A., & Hawpe, L. (1986) Narrative thinking as a heuristic process. In T. R. Sarbin (Ed.), Narrative psychology (pp. 111-125). New York; Praeger.
Tannen, D. (1988) Hearing voices in conversation, fiction, and mixed genres. In D. Tannen (Ed.), Linguistics in context: Connecting observation and understanding (pp. 89-113). Norwood, NJ: Ablex.
Weick, K.E. (1995) Sense making in organizations. Thousand Oaks, CA: Sage.