Ο Οριοδείκτης

Γράφει η Ελένη Κοφτερού*

Οριοδείκτης: Ο άνθρωπος που γνωρίζει και υποδεικνύει τα σύνορα των αγροτεμαχίων. Είναι συνήθως αγροφύλακας ή υδρονομέας ή οποιοσδήποτε κάτοικος του χωριού που ορίζεται από την Τοπική Κοινότητα.

Το χωριό είχε αποκλειστική καλλιέργεια τα μήλα. Μονοκαλλιέργεια ονομάζεται αυτό στη γεωπονική γλώσσα και είναι όρος της Αγροτικής Οικονομίας. Άριστη ποικιλία με σάρκα σφιχτή και χυμώδη, πολύ ικανοποιητικό ισοζύγιο σακχάρων κι ένα λαμπερό διαπεραστικό κόκκινο του καρπού. Κάθε φθινόπωρο λίγο πριν τη συγκομιδή, αν είχες την τύχη να περιφέρεσαι στο οροπέδιο, άκουγες το μουρμουρητό των ώριμων καρπών που κυμάτιζαν στις εύρωστες μηλιές σαν τρισδιάστατα λάβαρα δίνοντας την αίσθηση ενός παράξενου ξεσηκωμού. Μια αγωνία που μετουσιωνόταν σε πόθο έσχιζε με σουγιά την πραγματικότητα και δεν μπορούσες παρά να σκεφτείς ότι κάπως έτσι θα ήταν και στο βιβλικό περιβόλι.

Εννοείται ότι αυτές τις σκέψεις, τις παλαβές παρομοιώσεις και την ευφορία που ένιωθα καθώς περπατούσα ανάμεσα στις μηλιές που έμοιαζαν με στολισμένες νύφες – τότε τη θεωρούσα ντεμοντέ αυτή την παρομοίωση – δεν τις μοιραζόμουν με κανέναν συνάδερφο, πόσο μάλλον με κάποιον οριοδείκτη, αφού ήμουν παραπάνω από σίγουρη για τον χλευασμό που θα εισέπραττα. Με προσήλωση μετρούσα τα δέντρα, υπολόγιζα τη δυναμικότητα και το ποσοστό της ζημιάς από το δυνατό χαλάζι που χτύπησε την παραγωγή δημιουργώντας κόκκινους γυαλιστερούς σωρούς κάτω απ’ τις μηλιές. Κι αυτές οι κακομοίρες, έγερναν ελαφρά τα κλαδιά τους προς τα κάτω, επιχειρώντας έναν αμυδρό αποχαιρετισμό στους πεσμένους καρπούς που δεν τους έμενε πια τίποτα άλλο, παρά να περιμένουν να σαπίσουν, κάτω απ’ την ποδιά της μητέρας-μηλιάς.

Όλα αυτά, δηλαδή τον αριθμό των δένδρων, την παραγωγή που θα έδιναν και την παραγωγή που χάθηκε, τα σημείωνα σε κάτι χοντρά ανθεκτικά μπλοκ που κουβαλούσα μαζί με διαφόρων ειδών και χρωμάτων μαρκαδοράκια, συνήθεια που μού είχε μείνει από τα φοιτητικά χρόνια, τότε που έγραφα σχεδόν όλη την ύλη σε χοντρά μπλοκ – σπιράλ και για την οποία δεχόμουν κοροϊδευτικά σχόλια κυρίως από σκληροπυρηνικούς στρατευμένους στην αριστερά συμφοιτητές μου.

Μερικές φορές σημείωνα και τις άχρηστες για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, αγρότες, συναδέρφους και προϊσταμένους, παρομοιώσεις και μεταφορές που μου έρχονταν στο μυαλό καθώς περπατούσα στα χωράφια, με την κρυφή ελπίδα να τις χρησιμοποιήσω σ’ ένα μυθιστόρημα που ήθελα να γράψω, το οποίο φυσικά εκτός απ’ αυτές τις άναρχες σημειώσεις δεν είχε κανένα άλλο έρεισμα ή πλοκή. Εν τούτοις, υπήρχε σαν επιθυμία, η οποία έπαιρνε τις διαστάσεις εμμονής τις δύσκολες νύχτες της αϋπνίας και τα μεσημέρια της ανίας.

Δούλευα ήδη αρκετές μέρες στο χωριό, όταν χρειάστηκε να βρω νέο οριοδείκτη αφού ο αγροφύλακας που μου έδειχνε τα κτήματα αρρώστησε με γρίπη. Τον περίμενα στο γραφείο της κοινότητας, χαίρομαι που σας γνωρίζω, χαίρομαι που θα δουλέψουμε μαζί, του χαμογέλασα με λαχτάρα, αφού ήταν η τελευταία μου ελπίδα «να τελειώσω το χωριό», έκφραση που χρησιμοποιούσαμε κατά κόρον τότε οι συνάδερφοι, λες κι αν τη λέγαμε συχνά θα τέλειωναν κι οι ώρες της αγωνίας και της ταλάντευσης σχετικά με τα ποσοστά της ζημιάς, θα ελάφρυνε κάπως το βάρος της ευθύνης που τρύπωνε κάθε πρωί στο στέρνο μας μαζί με το μάλλινο φανελάκι.

Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση ήταν η ρωγμή στο στερεότυπο της γνωριμίας. Δεν απάντησε «κι εγώ χαίρομαι», ή «χαίρω πολύ», ή κάτι αντίστοιχο. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν και πώς απάντησε, πάντως είμαι βέβαιη ότι δεν χρησιμοποίησε το ρήμα «χαίρομαι», ούτε καν προσχηματικά όπως έκαναν οι περισσότεροι. Και πράγματι δεν ήταν καθόλου χαρούμενος άνθρωπος. Η λύπη του στέρεα και συμπαγής, αδιαπέραστη από εξωτερικά περιβαλλοντικά ερεθίσματα, είχε την πρωτοκαθεδρία σε κάθε ανεπαίσθητη κίνηση των χεριών του, έντυνε τις λιγοστές λέξεις που ξεστόμιζε και διαχεόταν στον κρύο αέρα του κάμπου όλη την ώρα που προχωρούσαμε μαζί από κτήμα σε κτήμα κι από δέντρο σε δέντρο, φώλιαζε σε κάθε βήμα του κι έπαιρνε μια μικρή ανάσα για να ξαποστάσει στην κάφτρα του τσιγάρου του. Ωστόσο αυτή η λύπη σε καμιά περίπτωση δεν υποδήλωνε ότι αναζητούσε μοίρασμα ή παρηγοριά. Ήταν μια ταπεινή, εγκαθιδρυμένη λύπη που ζούσε στην οργανική έκφραση αυτού του ανθρώπου. Σαν τα φυτά που ζούνε πρώτα ως βολβοί και μετά βγαίνουν στο φως του ήλιου, η λύπη του βόλβιασε κι έπειτα έβγαλε φύλλα και άνθη. Άλλωστε κι ο ίδιος έμοιαζε με δέντρο όταν καμιά φορά σήκωνε τα μακριά του χέρια προς τα πάνω.

Σταματούσαμε για να καπνίσουμε μαζί, σεβόμενοι ο ένας την σιωπή του άλλου – εγώ με τεράστια προσπάθεια το κατάφερνα αυτό, αφού πέθαινα από την περιέργεια και από την εμμονή που έχουν όσοι γράφουν ν’ αλιεύουν ή να εκμαιεύουν τις ιστορίες των άλλων – και οι λίγες μας κουβέντες αφορούσαν τα τσιγάρα. «Σήμερα δοκιμάστε ένα από τα δικά μου». «Ευχαριστώ κορίτσι μου», έλεγε και το έπαιρνε σαν κάτι από άλλον κόσμο γιατί εκείνα τα τσιγάρα – Milde Sorte κατοστάρια – δεν υπήρχαν στο μοναδικό παντοπωλείο-ψιλικατζίδικο του χωριού.

Ήταν ο μοναδικός οριοδείκτης που δεν μου έκανε ερωτήσεις, δεν κατηγορούσε τους συντοπίτες του, δεν προσπαθούσε να μεσολαβήσει για να βάλω ζημιά σε γνωστούς του. Μού έδειχνε τα κτήματα με μεγάλη υπευθυνότητα και είχα καταλάβει πως το μόνο που αποζητούσε ήταν η σιωπή. Όταν τελείωσα τις εκτιμήσεις στο χωριό τον αποχαιρέτησα με συγκίνηση και του άφησα ένα γεμάτο πακέτο Μilde Sorte. Με ευχαρίστησε ρίχνοντάς μου ένα – τι άλλο θα μπορούσε να είναι; – λυπημένο βλέμμα κι ένα ηχηρό «Nα προσέχεις!». «Τι να προσέχω;» γραπώθηκα απ’ τις λέξεις όπως τα μωρά γραπώνονται απ’ το δάχτυλο που τους προσφέρεις. «Να προσέχεις τους ανθρώπους», φώναξε καθώς κατηφόριζε προς το σπίτι του, τραβώντας απότομα προς το μέρος του το μοναδικό νήμα επικοινωνίας με μια εύπεπτη μαμαδίστικη συμβουλή.

Ρώτησα στο γραφείο της Κοινότητας και μου είπαν την ιστορία του, δηλαδή την τραγωδία του. Η κόρη του, που ζούσε και δούλευε στην Αυστρία, είχε δολοφονηθεί με μεγάλη αγριότητα από τον σύζυγό της. Αυτός για πολλά χρόνια προσπαθούσε να πάρει την επιμέλεια των εγγονών του, αλλά δεν τα κατάφερε. Τα δικαστήρια κέρδισαν οι Αυστριακοί παππούδες που ήταν καθηγητές στο Πανεπιστήμιο.

Δυο χρόνια μετά, έπειτα από ένα χαλάζι, ο προϊστάμενος με ξανάστειλε στο χωριό. Νόμισα ότι τον ξαναείδα. Είχε χτίσει ένα δεντρόσπιτο για τα εγγόνια του πάνω στην πιο γέρικη μουριά του χωριού. Του φώναξα με λαχτάρα, μα όταν γύρισε είδα ότι ήταν κάποιος άλλος που ούτε καν του έμοιαζε. Πρωτίστως του έλειπε το βλέμμα που έλαμπε από οδύνη.

Έμαθα ότι εκείνος είχε πεθάνει στον ύπνο του. Από ανακοπή είπαν οι γιατροί, εγώ όμως ξέρω ότι πέθανε από λύπη.

——————————-

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ]

*Η Ελένη Κοφτερού γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές την προηγούμενη χρονιά. Την έντυπη συλλογή «γράμμα σε γενέθλια πόλη»/ εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚοΝ και την ηλεκτρονική συλλογή «Περί άνοιξης και άλλων εμμονών»/ Σειρά «εν καινώ» από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις 24 grammata.