Ο ωραίος Γερμανός

Χρόνος ανάγνωσης 5 ΄

MINOLTA DIGITAL CAMERAΓράφει η Χαρά Νικολακοπούλου *

Ήταν ο  πιο γοητευτικός άντρας που είχε γνωρίσει.

Ψηλός, ηλιοκαμένος, με γαλάζια μάτια και μακριά καστανά μαλλιά. Τον έλεγαν Otto και έμενε στο δυάρι κάτω από το δικό της. Τον συναντούσε καμιά φορά στις σκάλες που έβγαζε βόλτα το σκύλο του και τότε μόνον αντάλλασσαν έναν τυπικό χαιρετισμό. Μοναχικός τύπος, είχε βγάλει το συμπέρασμα, σπάνια δεχόταν επισκέψεις, όσο για γυναίκες, δεν είχε δει να μπαινοβγαίνει καμία τόσον καιρό. Δεν μπορεί , θα το είχε πάρει χαμπάρι, «μια πόρτα» ήταν.

Με τέτοια εμφάνιση, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ηθοποιός. Αλλά ήταν οικονομολόγος. Ούτε και στα πιο τολμηρά της όνειρα δεν θα πίστευε ότι ένας τέτοιος άντρας θα μπορούσε να ενδιαφερθεί για εκείνη. Όμως το σημείωμα που κρατούσε στα χέρια της, έμοιαζε να τη διαψεύδει.

«An meine Ubermieterin, (στη γειτόνισσα του αποπάνω,) έγραφε, «και μαζί τα συγχαρητήριά μου σε όλους τους Έλληνες.»

Περιείχε εγκάρδιες ευχές και συγχαρητήρια για την τεράστια, την απίστευτη, όπως τη χαρακτήριζε, νίκη της Εθνικής Ελλάδας συνοδευόμενα από εύγλωττες καρδούλες και ένθερμα σκιτσάκια τονίζοντας την περηφάνια του για τον  Ρεχάγκελ που ήταν συμπατριώτης του.

FEIRT SHON –γιορτάστε το όμορφα- και έκλεινε με Liebe Gruβe, εγκάρδιους χαιρετισμούς και μια πρόσκληση για καφέ στο διαμέρισμά του.

Το είχε βρει το πρωί στο γραμματοκιβώτιό της και ήταν σίγουρα η πιο όμορφη έκπληξη από τότε που ήρθε να μείνει σε αυτή την ξέπνοη χώρα της ομίχλης. Εδώ το πράσινο σου μούδιαζε την καρδιά με την άσπιλη αγνότητά  του και τα ποταμάκια κελάρυζαν με όλη την αφέλεια αλλά και την ανία που θα μπορούσε να διαθέτει ένα ποταμάκι.

Έβρεχε ως συνήθως όταν βγήκε για ψώνια. Έριξε ένα σημείωμα με ευχαριστίες στο δικό του γραμματοκιβώτιο, πέντε φορές το έγραψε για να σιγουρευτεί ότι δεν περιείχε σοβαρά λάθη.

Το ίδιο απόγευμα τον είδε κάτω από το μπαλκόνι της. Ποτέ δεν έβγαζε το σκύλο του βόλτα σε αυτό το σημείο και έτσι σιγουρεύτηκε ότι δεν ήταν τυχαίο.

Έπιασαν κουβέντα μετ’ εμποδίων, εξαιτίας των κακών γερμανικών της. Της είπε πως το σκύλο τον έλεγαν Μακάρτνευ και ότι ο ίδιος δούλευε εδώ και δύο χρόνια στην Ελβετία. Νωρίτερα είχε ζήσει στο Μιλάνο και στην Αυστρία. Ανανέωσαν το ραντεβού για το βράδυ.

Ήταν τέλη Ιουνίου μα το κρύο επέμενε στη βεράντα του όπου κάθισαν. Άνοιξε μια σαμπάνια, «Yamas» είπε εκείνος, «Γεια μας» του αντιγύρισε την ευχή. «Zum Gluck[1]» και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.

Ζούσε μόνος του, το διαμέρισμά του ήταν υπόδειγμα καθαριότητας και καλού γούστου, ήταν χωρισμένος και είχε μια κόρη. Της έδειξε τις φωτογραφίες ενός ξανθού χαριτωμένου κοριτσιού γύρω στα 8, τον Αύγουστο θα πήγαινε δύο εβδομάδες διακοπές στην Τουρκία μαζί της. Δεν του άρεσε η Ελβετία, την έβρισκε ψυχρή χώρα και βιαζόταν να γυρίσει κάποια στιγμή στην πατρίδα του. Από τη Λειψία καταγόταν και είχε εκεί ένα όμορφο σπίτι, είπε με καμάρι.

Σε λίγο άρχισε να βρέχει και αναγκάστηκαν να μπουν μέσα. Ο Μακάρτνευ τριβόταν στα πόδια τους, δεν συγκράτησε το όνομα της ράτσας. Ήταν ένα τεράστιο μαλλιαρό σκυλί- καταστροφή συμβαίνει όταν τον πλένω, γέλασε ο Otto- και όπως όλα τα σκυλιά στην Ελβετία δεν γάβγιζε ποτέ. Ούτε και τα μωρά έκλαιγαν σε αυτή τη χώρα. Παράξενο πράγμα!

Τη δεύτερη φορά συναντήθηκαν στο δικό της διαμέρισμα και του έφτιαξε καφέ ελληνικό. Είχε έρθει στην Ελλάδα δύο φορές για διακοπές, της είπε, και του άρεσε πολύ. Είχε πιασμένα τα μαλλιά του πίσω.

-Μένεις ήδη δύο χρόνια εδώ; έκανε εκείνος με τεράστια απορία. Και πώς δεν έτυχε να γνωριστούμε;

-Ε, γνωριζόμαστε τώρα που φεύγω, δεν είναι αστείο;

-Γιατί φεύγεις;

-Έτσι είναι η δουλειά μου. Τελειώνει η παραμονή μου δυστυχώς σε μια εβδομάδα. Το συμβόλαιό μου προβλέπει στη συνέχεια δύο χρόνια στην Ελλάδα, και μετά βλέπουμε.

Το ύφος του δεν έδειξε και πάρα πολλά.

-Κρίμα, είπε, πολύ κρίμα. Θα ήθελα να γνωριστούμε καλύτερα.

-Κρίμα, πράγματι!

Καταράστηκε τα καπρίτσια της τύχης της που την ειρωνευόταν τόσο άσπλαχνα.

Η βροχή άρχισε ξανά να πέφτει με ένα σιγανό μονότονο παράπονο.

Την επόμενη μέρα έριξε ένα δυνατό χαλάζι που κροτάλιζε με μανία στα τζάμια. Άσπρισε ο τόπος, τέλη Ιουνίου.

Δεν ήξερε πώς της ήρθε την τελευταία φορά που συναντήθηκαν, για να τον αποχαιρετήσει πια, και του πέταξε ελαφρά τη καρδία.

-Ξέρεις, η καταγωγή μου είναι από ένα μικρό χωριό της Πελοποννήσου, τα Καλάβρυτα. Το έχεις ακουστά;

-Ναι, είπε ήσυχα, το ξέρω αυτό το μέρος.

Δεν την περίμενε αυτή την απάντηση. Όλες οι αισθήσεις της μπήκαν σε επιφυλακή. Κρεμάστηκε από τα χείλη του για το τι θα πει μετά. Και είπε το χειρότερο, αυτό που δεν ευχόταν ποτέ της να ακούσει.

-Ο πατέρας μου είχε υπηρετήσει εκεί… κάποτε…

Κάποτε; Πότε; Πάνε 61 χρόνια τώρα. Μια ολόκληρη ζωή έχει περάσει. Μια τόσο μικρή ολόκληρη ζωή.

-Μην βάζεις τίποτε κακό με το νου σου, βιάστηκε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα μόλις είδε το ύφος της.

-Ο πατέρας μου δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος!

Δηλαδή τι είδους άνθρωπος δεν ήταν κάποιος για να μην εκτελέσει τις διαταγές μια πατρίδας άτεγκτης;

Αλλά τι να περιμένεις από αυτή τη ράτσα, σκέφτηκε αυτόματα, που ακόμα και το Νταχάου το έχει κάνει μουσείο για να επιδεικνύει στην ανθρωπότητα τα αίσχη της; Αμέσως ντράπηκε για τις σκέψεις της. Δεν είχε το δικαίωμα να κατακρίνει περασμένα γεγονότα, να ξεσκεπάζει πληγές που όλοι αγωνίζονται χρόνια να κλείσουν. Όλα αυτά είναι οριστικά σφραγισμένα στην ταφόπλακά τους πια.

Αλλά ο παππούς πάνω από το τζάκι είχε ξυπνήσει για τα καλά.

Είχε ένα τσιγκελωτό μουστάκι και μάγουλα βαθιά σκαμμένα από το ξεροβόρι και το χιονιά ο παππούς που δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Χαμογελούσε αμήχανα, σχεδόν ντροπαλά στη φωτογραφία, μια από εκείνες τις παλιές με τις θολές φιγούρες, κρεμασμένος εξήντα ένα χρόνια πάνω από το τζάκι. Στο πέτρινο σπίτι, στο χωριό. Ήταν ένας από τους 1300 που πήγαν με μια χαριστική βολή στον κρόταφο. Στα Καλάβρυτα. 13 Δεκεμβρίου 1943.

Άραγε ο πατέρας αυτού του μειλίχιου, πολιτισμένου ανθρώπου που καθόταν άνετος απέναντί της και της χαμογελούσε σχεδόν λυπημένα, εκείνου του μοναχικού ανθρώπου που είχε για μοναδική συντροφιά το σκύλο του και ελάχιστες γνωριμίες, που λυπόταν επειδή εκείνη έφευγε και δεν θα προλάβαιναν να γνωριστούν καλύτερα, ο πατέρας εκείνου του ίδιου ανθρώπου θα μπορούσε να ήταν ο δολοφόνος;

Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες η τύχη – και αν την ονόμαζε μοίρα σάμπως θα άλλαζε κάτι;- της κατάφερνε ένα ακόμα ηχηρό χαστούκι.

-Κρίμα που φεύγεις , άλλαξε κουβέντα ο Otto.

-Ναι … κρίμα…

«Ευτυχώς που φεύγω» σκέφτηκε μετά μόνη της.

Γιατί αν είχε κι άλλο χρόνο στη διάθεσή της, αν δεν ήταν τόσο πιεστικά και προαποφασισμένα τα πράγματα, τότε θα είχε στ’ αλήθεια τρομερό δίλημμα τι να κάνει με αυτόν τον αξιαγάπητο άντρα. Τον πιο όμορφο και ενδιαφέροντα άντρα που είχε γνωρίσει τα τελευταία χρόνια.

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Κοράλλι, τεύχος 2, Απρίλιος- Ιούνιος 2014 με τον τίτλο “Ευτυχώς…κρίμα”


[1] Καλή τύχη

 

* Η Χαρά Νικολακοπούλου γεννήθηκε στα Καλάβρυτα.  Είναι φιλόλογος και έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Δημιουργική Γραφή από το Πανεπιστήμιο Δυτ. Μακεδονίας.

Από το 1992 μέχρι το 1999 εργάστηκε ως κειμενογράφος σε πολυεθνικές διαφημιστικές εταιρίες.

Σήμερα ζει στην Καλαμάτα και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.

Διηγήματα και παραμύθια της έχουν βραβευτεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει εκδώσει τα παρακάτω βιβλία:

1. Η δημιουργική γραφή στο Γυμνάσιο, εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη /2014

2.  Μέλισσες ιέρειες, δυο νουβέλες, εκδόσεις Γαβριηλίδη /2015