Από την Εύη Αβδελίδου, Σχολική Ψυχολόγο

“Everything terrible is something that needs our love.”
Rainer Maria Rilke

Το πρώτο αυτό φιλμ του Kornél Mundruczó αντάλλαξε “ένα κάποιο βλέμμα” με το Φεστιβάλ των Καννών κι έλαβε μία υποψηφιότητα για Όσκαρ. Μία γενναία επιλογή εκ μέρους της Ακαδημίας για τη διασταύρωση μίας σαφούς πολιτικής κατάθεσης ιδεών με μία ιστορία βασανισμού κι εκδίκησης, με τη μυρωδιά του υπογείου του Oldboy.

Kάτω από τη μισογκρεμισμένη στέγη κάθε “ευγενούς” οικήματος λαγοκοιμάται ένας σκύλος -φιλόσοφος, που καταδικάζει τον “πολιτισμό” όπως τον έχει η κοινωνία νοηματοδοτήσει και τον διακρίνει από το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Ένα απελπισμένο γάβγισμα συχνά μπορεί ηχήσει πιο μελωδικά από μία κλασική μουσική σύνθεση, όταν την έχουν στείλει στα αυτιά χέρια χωρίς καρδιά.

Η κάμερα ταΐζει και ποτίζει τα μάτια του σκύλου, αντικαθιστώντας το βλέμμα της έφηβης που το φροντίζει και όποιου άλλου επιχειρεί να το έχει υπό την κατοχή του. Με κοφτερές και την ίδια στιγμή ευάλωτες κινήσεις, ο Hagen απομένει γυμνός, ενώ η κάμερα του αφαιρεί το δέρμα και τον αφήνει ένα σωρό από μυς, αίμα και κόκκαλα. Το περίγραμμά του συρρικνώνεται ή απλώνεται, ανάλογα με το πόσο κοφτερά έχουν ακονίσει οι άνθρωποι τα δόντια του.

Τα ζώα, κυρίως όταν διαδραματίζουν το ρόλο συντρόφου του ανθρώπου, δημιουργούν ένα μεταβατικό χώρο ανάμεσα σε εκείνον και τον εαυτό του. Προβάλλονται πάνω τους επιθυμητά συναισθήματα και ιδιότητες. Γίνονται ένα βοηθητικό εγώ, απελευθερωμένο από την ανάγκη επιστράτευσης αμυνών, που χρησιμοποιεί ένας άνθρωπος όταν δεν μπορεί να εμπεριέξει και να αντέξει τον εαυτό του.  Ενσαρκώνουν το ακραίο μίσος και την ακραία αγάπη, όπως συμβαίνει με κάθε ύπαρξη που δε διαθέτει το λόγο, ώστε να τα μετουσιώσει σε κάτι άλλο. Τα ζώα γίνονται ένας λευκός χώρος, όπου προβάλλονται οι ανασφάλειες και οι φόβοι και  εκεί είτε εξιδανικεύονται, είτε υποτιμούνται και βασανίζονται. Υποκαθιστούν χαμένους ή ανύπαρκτους πρωταρχικούς δεσμούς.

Εδώ, η εκτροφή από διεστραμμένους ανθρώπους μεγαλώνει κουτάβια για να γίνουν κατά συρροή δολοφόνοι, υπενθυμίζοντας ότι κάθε ψυχοπαθής έχει το λόγο του που δεν έχει ποτέ διατυπωθεί: κάποιο ζωτικό του όργανο διαμελισμένο. Το φαντασιακό παιδί του χαμένου ζευγαριού των γονιών της έφηβης είναι πια στο έλεος, εγκαταλελειμμένο και από τους δύο γονείς μετά από την όλο εμπόδια προσπάθεια του πραγματικού παιδιού τους να το φροντίσει. Για τη χαμένη έφηβη, τον χαμένο βίαιο εκτροφέα και τον πατέρα που έχει χάσει την πίστη του στην αγάπη, τα σκυλιά γίνονται, λανθασμένα, αντιληπτά, ως θεοί (Μία ευθεία αναφορά του τίτλου στο ¨Λευκό Σκύλο” του 1981).

Όμως, το φιλμ αυτό αντιστρέφει τους ρόλους. Τώρα, τα σκυλιά με σουρρεαλιστικό τρόπο αποκτούν πρόσωπο, για να αντικρύσουν τους ανθρώπους. Εκείνοι πρώτα γίνονται αντικείμενα και έπειτα ματωμένα τοπία. Κλείνουν μέσα τους μία επανάσταση καταπιεσμένων και εγκαταλειμμένων, όπου ό,τι δε λέγεται πια είναι η ώρα να γίνει κραυγή.

Οι άνθρωποι είναι ικανοί να αντέξουν τη φύση τους μόνο για όσο διαρκεί ένα μουσικό κομμάτι. Και όταν κάποιος δεν αντέχει πια, δια-μορφώνει μία άναρχη μελωδία με αιχμηρό χαμόγελο.

Trailer: