Ναρκισσισμός και ενσυναίσθηση: δύο ασύμπτωτοι δρόμοι;

Η ενσυναίσθηση υπάρχει στον ψυχικό κόσμο των ναρκισσιστών και αναμένει το κατάλληλο κίνητρο, για να κάνει την εμφάνισή της.
Η ενσυναίσθηση υπάρχει στον ψυχικό κόσμο των ναρκισσιστών και αναμένει το κατάλληλο κίνητρο, για να κάνει την εμφάνισή της.

Από τη Σταυρούλα Λάμπρου, φοιτήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας Παντείου*
Το άρθρο διακρίθηκε στο διαγωνισμό αρθρογραφίας που διοργάνωσαν τα Ψυχο-γραφήματα το καλοκαίρι του 2015

Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, ο Νάρκισσος ήταν ένας γοητευτικός νέος που καθρεφτίστηκε στα νερά μίας λίμνης, θέλχτηκε παράφορα από το είδωλό του και πέθανε όντας προσηλωμένος σε αυτό. Μία από τις επικρατέστερες εναλλακτικές μυθολογικές προτάσεις εκτιμά ότι ο θάνατος του νέου προήλθε από τη βούλησή του να βάλει τέλος στη ζωή του, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ικανός να αγαπήσει άλλον άνθρωπο εκτός από τον εαυτό του. Όταν, δηλαδή, αντιλήφθηκε την αδυναμία του να κατανοεί και να σέβεται τα αισθήματα και τις ανάγκες ενός άλλου ατόμου, να συμβιβάζεται με αυτά, να θυσιάζει τις δικές του επιθυμίες στο βωμό της ευτυχίας του άλλου.                                       

Άραγε, λοιπόν, ο μύθος μας διδάσκει ότι ένας άνθρωπος με έντονα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά δεν δύναται να κατανοήσει και να ταυτιστεί με την ψυχική κατάσταση ενός άλλου ανθρώπου, να νιώσει, με άλλα λόγια, και να εκδηλώσει έστω και ψήγματα ενσυναίσθησης; Κι αν αυτή είναι μία από τις διδαχές του, τότε, πράγματι, ο ναρκισσισμός και η ενσυναίσθηση είναι δύο παράλληλοι δρόμοι που είναι αδύνατο εξ ορισμού να συναντηθούν;                           

Οι νάρκισσοι είναι άτομα που έχουν, ουσιαστικά, εγκλωβιστεί μέσα σε μία αδιάλειπτη σύγκρουση που λαμβάνει χώρα στον ψυχισμό τους και βρίσκει αντιμέτωπους την ενέργεια που επενδύουν στο Εγώ τους και στα Αντικείμενα, μάχη που έχει μία δεδομένη έκβαση: τη νίκη του Εγώ και τη συρρίκνωση της ποσότητας της ενέργειας που απευθύνεται σε οτιδήποτε άλλο εκτός αυτού. Αυτό εκ των πραγμάτων τους αποκλείει από το να επιδείξουν σημάδια έστω και συμπόνοιας, αν όχι ενσυναίσθησης, αφού θέτουν σε απόλυτη προτεραιότητα το δικό τους Εγώ και τις ανάγκες του. Η ροπή τους αυτή οφείλεται ως επί το πλείστον στους ενδυναμωμένους αμυντικούς μηχανισμούς του Εγώ τους που αποκρούουν κάθε λογής ανεπιθύμητο ερέθισμα που μπορεί να βλάψει την «ακεραιότητά» του. Ως άμεσο επακόλουθο έρχεται η ευδιάκριτη απόσταση που τους χωρίζει από την αληθινή, εις βάθος κατανόηση των προσωπικών τους συναισθημάτων, και συνεπακόλουθα, η αδυναμία τους να πάρουν τη θέση του άλλου και να κατανοήσουν ή να ανα-βιώσουν τα δικά του συναισθήματα.

Το χαρακτηριστικό τους αυτό τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από την ακατάσχετη τάση τους να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν εφ’ όρου ζωής μία εξιδανικευμένη εικόνα για τον εαυτό τους στην οποία καλά κρατεί το ιδανικό κατ’ αυτούς φαίνεσθαι. Όπως είναι αναμενόμενο, επομένως, δεν εκδηλώνουν οι ίδιοι ούτε και προσδοκούν από τις κοινωνικές σχέσεις τους αισθήματα αλληλεγγύης, αλληλοβοήθειας, αλληλοκατανόησης και αμοιβαίας ειλικρίνειας, αλλά αναμένουν από τον περίγυρό τους την επιβεβαίωση της εξιδανικευμένης εικόνας που έχουν πλάσει ευλαβικά για τον εαυτό τους. Άλλωστε, θεωρούν τους εαυτούς τους τόσο επιτυχημένους και μοναδικούς που απαιτούν να χαίρουν ιδιαίτερων δικαιωμάτων και επαίνων στο πλαίσιο οποιασδήποτε σχέσης συνάπτουν, προσδοκούν, δηλαδή, απ’ τους άλλους να συμβαδίζουν με τα δικά τους θέλω, τη στιγμή που εκείνοι αγνοούν τις ψυχικές ανάγκες των άλλων. Με απλά λόγια, δεν χαίρονται με τις χαρές των ανθρώπων αυτών ούτε τους συλλυπούνται για τα θλιβερά γεγονότα που τους συμβαίνουν. Έτσι, δικαιολογούνται οι προβληματικές, κατά κανόνα, διαπροσωπικές σχέσεις τους, αφού, ουσιαστικά, οι ναρκισσιστές δεν εμβαθύνουν στο «είναι» του άλλου συμπεριλαμβανομένου και των συναισθημάτων του, ούτε βέβαια και στην ψυχική ταύτιση μαζί του, αλλά στον εξιδανικευμένο ρόλο που έχουν πλάσει γι’ αυτόν και που αναμένουν από τον τελευταίο να διαδραματίσει στο πλαίσιο της σχέσης τους.

Από την άλλη, είναι και η τάση των ανθρώπων με έντονα ναρκισσιστική δράση να επικεντρώνονται στους στόχους τους και να διεκδικούν την επίτευξη τους μακιαβελιστικά, χωρίς να υπολογίζουν το μέσο που θα μετέλθουν για να φτάσουν σε αυτή, ακόμη κι αν αυτό ισοδυναμεί με την εκμετάλλευση ενός συνανθρώπου τους, γεγονός που φανερώνει οτι βλέπουν τον κόσμο μόνο μέσα από τα δικά τους μάτια και αδυνατούν να συλλάβουν τον πόνο που ενδέχεται να προκαλέσουν σε έναν τρίτο, με τη συμπεριφορά τους. Γι’ αυτό και κάθε άλλο παρά τυχαία φαντάζει η ποσοστιαία αναλογία μεταξύ ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών και εγκληματικότητας. Εάν οι νάρκισσοι είχαν, πράγματι, τη δυνατότητα να «ενσυναισθανθούν» τους συνανθρώπους τους, τότε η τάση τους για διάπραξη εγκληματικών ενεργειών θα ήταν ελάχιστη ή τουλάχιστον ελέγξιμη. Τη θέση αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνει και το εύρημα ότι στη θέα συναισθηματικά φορτισμένων προσώπων ο αντίστοιχος νευρωνικός δείκτης ενσυναίσθησης στον εγκέφαλο των ανθρώπων που εμφανίζουν σε υψηλό επίπεδο ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά, παραμένει ανενεργός (Fan et al, 2011). Δεδομένων λοιπόν, όλων των προαναφερθέντων χαρακτηριστικών της ναρκισσιστικής προσωπικότητας, αιτιολογείται η επικρατούσα τάση των ειδικών να πιστεύουν ότι οι νάρκισσοι όχι απλώς δυσκολεύονται να εκδηλώσουν ενσυναίσθηση, αλλά είναι εκ φύσεως ανίκανοι για κάτι τέτοιο. Μία τέτοια θέση συνεπάγεται, βέβαια, ότι οι νάρκισσοι διαθέτουν μηδενική ποσότητα «κοινωνικής κόλλας», όπως ονομάζουν την ενσυναίσθηση οι Chartrand & Bargh (1999), και επομένως, αδυνατούν να συνάψουν υγιείς και αληθινές κοινωνικές σχέσεις.

Τα «εγωκεντρικά», ωστόσο, αυτά χαρακτηριστικά των νάρκισσων δεν καταμαρτυρούν απαραίτητα την ανικανότητά τους για εκδήλωση ενσυναισθηματικής συμπεριφοράς, αλλά μάλλον την αδυναμία τους και την αυτοματοποιημένη αντίσταση που έχουν αναπτύξει απέναντι στα συναισθήματα και τις ανάγκες των άλλων. Επεξηγηματικά, στον εγκέφαλο των ναρκισσιστών, τα νευρωνικά δίκτυα που αφορούν προσωπικές τους πληροφορίες σχετικές με ένα περιστατικό που τους συνέβη είναι αποκλεισμένες στις αντίστοιχες περιοχές και δεν ενεργοποιούνται ως αντίδραση στο ερέθισμα των συναισθημάτων κανενός άλλου προσώπου που βιώνει το ίδιο συμβάν, πέραν του εαυτού τους. Η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα αυτόματα, χωρίς να αφήνει οποιοδήποτε περιθώριο για περαιτέρω επεξεργασία στους ναρκισσιστές. Η δυνατότητα, λοιπόν, για εκδήλωση ενσυναισθηματικής συμπεριφοράς υποβόσκει στην προσωπικότητα των ναρκισσιστών, δεν είναι, ωστόσο, εμφανής και η αφάνειά της αυτή, δε συνιστά προϊόν καταπίεσης ή συνειδητής υποτίμησης, αλλά αυτόματης αποβολής κάθε ενδεχόμενης πρόθεσης τους να συναισθανθούν κάποιον τρίτο.

Φαίνεται, λοιπόν, πως εδώ κείτεται μία ισχυρή αντίφαση: τα ίδια στοιχεία που φαίνεται να καθιστούν τους ναρκισσιστές ανίκανους να μπουν στη θέση των άλλων (αφενός οι ισχυρές άμυνες που έχουν αναπτύξει απέναντι σε οτιδήποτε ενδέχεται να αμαυρώσει την εικόνα τους και αφετέρου η διάθεση εκμετάλλευσης και επίδειξης, καθώς και η αυτόματη αντίσταση που προβάλλουν απέναντι στα «ερεθίσματα ενσυναίσθησης»), τα ίδια αποκαλύπτουν και τη δυνητική ικανότητά τους να τους ενσυναισθανθούν. Διότι, εάν η πρόθεση αυτοπροστασίας που αποπνέουν τα χαρακτηριστικά αυτά είναι η ενόρμηση εκείνη που ωθεί τους ναρκισσιστές να μην εκδηλώνουν ενσυναίσθηση, τότε, στην πραγματικότητα, η ενσυναίσθηση υπάρχει, δυνητικά, στον ψυχικό κόσμο των ναρκισσιστών, απλώς αναμένει το κατάλληλο κίνητρο, για να κάνει την εμφάνισή της, ένα κίνητρο, δηλαδή, που θα «πείσει» τον εκάστοτε ναρκισσιστή πως η εκδήλωση ενσυναίσθησης και όχι η κατάπνιξή της θα είναι και το μέσο προστασίας του Εγώ του.

Όπως είναι, λοιπόν, αναμενόμενο, το κίνητρο αυτό είναι, κατά κανόνα, φύσει μη ανθρωπιστικό. Συνήθως, οι νάρκισσοι αξιοποιούν την προδιάθεσή τους για ενσυναίσθηση ως μέσο επίτευξης ενός στόχου ή την επιστρατεύουν, όταν ένα άτομο με το οποίο έχουν κοινά συμφέροντα ή ανήκει σε ανώτερη κοινωνικοοικονομική τάξη εμφανίζει αντίστοιχη συμπεριφορά. Πριν, όμως, βιαστούμε να καταδικάσουμε τις «προσπάθειες» αυτές των ναρκισσιστών να ενσυναισθανθούν ένα πρόσωπο πλην του εαυτού τους, ας επικεντρωθούμε στην ευτυχή υπόθεση ότι ένα άτομο με διάχυτα τα χαρακτηριστικά της ναρκισσιστικής προσωπικότητας είναι ικανό να ταυτιστεί συναισθηματικά με κάποιο συνάνθρωπό του, έστω και υπό αυτούς τους όρους. Η υπόθεση αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται κι από την έρευνα των Hepper, Hart & Sedikides που δημοσιεύτηκε το 2014 στο Personality and Social Psychology Bulletin, η οποία δείχνει πως οι ναρκισσιστές μπορούν να βιώσουν μία κατάσταση από την οπτική γωνία ενός άλλου προσώπου, εάν, πρώτα, λάβουν τις κατάλληλες οδηγίες γι’ αυτό (Hepper et al. 2014).

Συνεπώς, φαίνεται πως η υπόθεση περί εγγενούς ανικανότητας των ναρκισσιστών να εκδηλώσουν σημάδια ενσυναίσθησης προς τους συνανθρώπους τους καταρρίπτεται σταδιακά και παραχωρεί τη θέση της σε ένα πιο εξειδικευμένο ερώτημα αναφορικά με τη σχέση ναρκισσισμού και ενσυναίσθησης: «Μπορεί ένας ναρκισσιστής να κατανοήσει και να αισθανθεί με ακρίβεια και πιστότητα τις σκέψεις και τα συναισθήματα των άλλων, ώστε να μπορεί και εν συνεχεία να εκδηλώσει σημάδια αληθινής ενσυναίσθησης;». Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα του ζητήματος της ικανότητας του ανθρώπου και εν προκειμένω, του νάρκισσου για ενσυναίσθηση και απασχολεί ήδη ζωηρά τους ερευνητές και τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, αφού η μελλοντική αποκάλυψη της απάντησής του δε θα σημάνει απλώς τον εμπλουτισμό του επιστητού, αλλά θα ανοίξει νέες διόδους κοινωνικής υφής σε μία πληθυσμιακή ομάδα που είναι καταδικασμένη εκ των προτέρων σε μη υγιείς κοινωνικές σχέσεις. Και πριν παγιδευτούμε σε μία ασύστολη διαδικασία επίρριψης ευθυνών στους ίδιους τους νάρκισσους, ας συλλογιστούμε ότι κάθε άνθρωπος με ιδιαίτερο ψυχικό κόσμο, από τους λεγόμενους «εσωστρεφείς» μέχρι εκείνους που έχουν διαγνωστεί με κατάθλιψη κι από τους επονομαζόμενους «αγαθούς» μέχρι και τους ανθρώπους που εκδηλώνουν συμπτώματα σχιζοφρένειας, δεν επιλέγει συνειδητά την αποξένωση του απ’ τον κοινωνικό του περίγυρο. Γι’ αυτό και ο τελευταίος δεν έχει το δικαίωμα ούτε να αυτοδικεί μεταθέτοντας ευθύνες ούτε να μένει άπραγος καταδικάζοντάς τους σ’ έναν αέναο κύκλο απομόνωσης. Μόνη λύση είναι η στήριξη.

Βιβλιογραφία

Fan, Y., Wonneberger, C., Enzi, B., de Greck, M., Ulrich, C., Tempelmann, C., Northoff, G. (2011) The narcissistic self and its psychological and neural correlates: An exploratory fMRI study. Psychological Medicine, 41, 1641-1650. doi:10.1017/S003329171000228X

Chartrand, T.L. and Bargh, J.A. (1999) The chameleon effect: The perception-behavior link and social interaction. Journal of Personality and Social Psychology, 76, 893-910. doi:10.1037/0022-3514.76.6.893

Hepper, E., Hart, C. & Sedikides, C. (2014). Moving Narcissus: Can Narcissists Be Empathic? Personality and Social Psychology Bulletin, 40: 9, 1-13, doi: 0.1177/0146167214535812.

Nicholas, S., Simine, V. & Matthias R. (2010). Sounds like a narcissist: Behavioral manifestations of narcissism in everyday life. Journal of Research in Personality, 44: 4, 478-484, doi:10.1016/j/jrp.2010.06.001.

______________________________________________________________________________________

* Η Σταυρούλα Λάμπρου είναι 19 ετών. Το 2014, αποφοίτησε απ’ το Γενικό Λύκειο Ζεφυρίου με βαθμό απολυτηρίου 19,1 και εισήχθη στο Τμήμα Ψυχολογίας Παντείου, 2η κατά σειρά, με βαθμό πρόσβασης 19,23 και μέσο όρο επίδοσης στα μαθήματα του πρώτου έτους 9,16. Έχει διατελέσει μέλος της ελληνικής αποστολής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Νέων, το 2012, ύστερα από γραπτή δοκιμασία, ενώ το γραπτό της έχει διακριθεί και στο Ελληνικό Κοινοβούλιο Νέων, την ίδια χρονιά. Τέλος, το 2015 συμμετείχε σε διαγωνισμό άρθρου της ομάδας Free Minds στο Facebook και έλαβε τη δεύτερη θέση. Παρακολουθεί τακτικά σεμινάρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, καθώς και σε εξωτερικούς φορείς, αφού επιθυμεί οι γνώσεις της στην επιστήμη της Ψυχολογίας να εμπλουτίζονται διαρκώς εσω- και εξω- πανεπιστημιακά.