Μάνα και κόρη

Χρόνος ανάγνωσης 5 ΄

Γράφει η Λίνα Φυτιλή

Η Μπέλλα χάζευε το βραδινό θόλο, έναν ουρανό μπλε του κοβαλτίου με κίτρινα αστέρια, νομίζοντας ότι έβλεπε πίνακα του Βαν Γκογκ. Έκλεισε τη βρύση στο νεροχύτη. Ταπ, ταπ, ταπ άκουσε τις τελευταίες σταγόνες του νερού στη μεταλλική επιφάνεια. Άνοιξε το ψυγείο, πήρε μία παγωμένη μπίρα.

«Η κατάσταση της μητέρας σας, δυστυχώς, δεν είναι αναστρέψιμη» θυμήθηκε τα λόγια του γιατρού στην κλινική. «Την περιμένουμε από μέρα σε μέρα».

Τράβηξε το πώμα από το καπάκι του μπουκαλιού και άρχισε να πίνει με μανία.
Η αλήθεια ήταν σκληρή.

Αγκομαχούσε με τις μελαγχολικές σκέψεις, ατενίζοντας μέσα από σύννεφα καπνού, τα κομμάτια της παιδικής της ηλικίας, τη σχέση με τη μητέρα της, τις ατελείωτες φροντίδες, τις φραστικές λογομαχίες της εφηβείας, σκόρπιες εικόνες στην επιφάνεια μιας αδιάκοπης από αναμνήσεις, βαθιάς λίμνης. Ίσως τελικά η κατάσταση δεν ήταν τόσο χάλια, όσο νόμιζε ο γιατρός. Ίσως. Αν και μερικές φορές έμοιαζε χειρότερη: μια γερασμένη γυναίκα σε ολική κατάρρευση.

Με βιαστικές κινήσεις, σκούπισε το τραπέζι από τα ψίχουλα και τους κόκκους ρυζιού.

«Πρέπει να είμαστε έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο» την  είχε προειδοποιήσει ο γιατρός, αδιαφορώντας για το δύσπιστο ύφος της.

Ο γιατρός είχε πάντα μια καλή απάντηση για όλες τις συνθήκες. Ήξερε το μέλλον του κάθε ασθενή,  μάντευε το τέλος με παγερή έκφραση, κοιτάζοντας από τις χαραμάδες της πόρτας τα κέρινα πρόσωπα των ασθενών, που κοιμόνταν ανυποψίαστοι για το επερχόμενο δράμα. Αλλά η Μπέλλα τον είχε παγιδεύσει με την αναίδειά της. Αυτός την κοίταξε αποσβολωμένος, καθώς  μασουλούσε μια τσίχλα με το στόμα ανοιχτό και τους σιαγόνες της να κροταλίζουν ηχηρά.

«Ποτέ δεν ξέρει κανένας τι του ξημερώνει» του απάντησε.

Τότε αυτός αναγκάστηκε να μετρήσει τα λόγια του. «Απλά, μερικές φορές, οι εικασίες δε βοηθάνε μια τόσο δύσκολη περίπτωση. Ίσως, ο Θεός…»

Η Μπέλλα ήθελε να γελάσει αλλά έμεινε ακίνητη, δεν πετάρισε ούτε τα βλέφαρά της. Κοίταξε το γιατρό έντονα κι αυτός της ανταπέδωσε το βλέμμα, νιώθοντας τελικά παγιδευμένος μέσα στις διαπεραστικές κόρες των ματιών της.

«Μαμά, μαμά…»

Πετάχτηκε στον ύπνο από μια περαστική φωταύγεια, που τρύπωσε στο πάτωμα του δωματίου της αλλά περισσότερο, εξαιτίας του ονείρου που είχε δει. Το τελευταίο διάστημα ξυπνούσε μέσα στη νύχτα τρομαγμένη. Θυμόταν στιγμιότυπα από τις διακοπές με την μητέρα της. Ύστερα, σωριαζόταν πάλι στα δροσερά σεντόνια, πέφτοντας σε μια ρέμβη μελαγχολίας, ως τη στιγμή που σηκωνόταν κι έφτιαχνε τον πρώτο καφέ της ημέρας. Οι λέξεις της μητέρας χόρευαν μες το μυαλό της ξανά και ξανά.

«Μπέλλα, σ’ αγαπώ. Να προσέχεις».

Το μόνο που της είχε ζητήσει η μητέρα ήταν να προσέχει αλλά με τη στερεή αγάπη που της είχε προσφέρει όλα αυτά τα χρόνια, η Μπέλλα δε φοβόταν τίποτα. Τίποτα, εκτός από τις προβλέψεις του γιατρού. Δεν έπαυε όμως, να ελπίζει σε κάποιο θαύμα και το μόνο που έκανε τις αδρανείς ώρες της αναμονής, μέσα στο θλιβερό νοσοκομείο, ήταν να τη φαντάζεται όμορφη και νέα, τριάντα, τριανταπέντε χρονών  το πολύ. Η μητέρα έτρεχε γελώντας για να την πιάσει μέσα στην καταπράσινη πελούζα του κήπου. Η Μπέλλα, σκασμένη από τα γέλια κρυβόταν άτσαλα πίσω από τα ανθισμένα παρτέρια. Η μητέρα μαγείρευε στην κουζίνα και μια πανδαισία αρωμάτων διαχεόταν σε ολόκληρο το σπίτι. Η κοιλιά της γουργούριζε στη σκέψη.

Στο μουσείο του Λούβρου, μερικά χρόνια αργότερα, δίπλα- δίπλα, θαύμαζαν γοητευμένες την Αφροδίτη της Μήλου. Τέτοιες στιγμές αδιαφορούσε για το άμεσο μέλλον, προσκολλημένη στις αγαπημένες της εικόνες με το μυαλό βυθισμένο σε μια σπείρα έκστασης.

Λένε ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Θα μπορούσε να ισχύει αυτό; Αναρωτήθηκε η Μπέλλα. Πιθανόν υπήρχε μια ακόμη ευκαιρία για την άρρωστη μητέρα της.

Σηκώθηκε όρθια κι έριξε μια βιαστική ματιά από τη μπαλκονόπορτα. Δεν κοίταζε τα ψηλά κτίρια, τις πολυκατοικίες ή τα γυάλινα τζάμια τους αλλά τον βραδυκίνητο ουρανό από πάνω. Αν υπήρχε Θεός εκεί ψηλά, κάτι για το οποίο η Μπέλλα δεν ήταν σίγουρη, η μητέρα της θα γινόταν καλά. Η τελευταία υποχρέωση τώρα ήταν να κρατάει τα βλέφαρά της σφαλιστά, ενθυμούμενη παλιές  εικόνες σαν γλυκές προσευχές, μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της πόλης, μετά από μία ακόμη δύσκολη μέρα. Παραδόξως αυτές οι εικόνες την έκαναν να χαμογελάει, μαλάκωναν τη θλίψη της.

Η Μπέλλα πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να κοιμόταν ακόμη. Ύστερα άνοιξε την τηλεόραση κι οι σκέψεις της βρέθηκαν στο κενό.

Η νοσοκομειακή περίθαλψη αποδείχτηκε εξαιρετικά καλή και συνοδεύτηκε από μια απίστευτη αλλαγή στην ευαίσθητη υγεία της μητέρας της. Ενώ ο γιατρός έτριβε τα μάτια του από την απρόσμενη βελτίωση, μάνα και κόρη περίμεναν υπομονετικά τα αποτελέσματα των τελευταίων εξετάσεων.

Η Μπέλλα δε φανταζόταν ποτέ ότι θα την έβλεπε πάλι χαμογελαστή και ευδιάθετη, έχοντας αποκαταστήσει την επαφή της με το περιβάλλον. Δεν περίμενε ότι θα ένιωθε καλύτερα μέρα με τη μέρα, ως τη στιγμή που επέστρεψε στο σπίτι τους, μερικές εβδομάδες αργότερα.

Αν το θαύμα της ανάρρωσής της ήταν τυχαίο ή απλά εισακούστηκαν οι προσευχές της, δεν ήξερε. Η ζωή ανέτρεπε τα δεδομένα, γεννούσε εκπλήξεις. Ο γιατρός πάντως είχε πέσει έξω στις προβλέψεις του. Οι μέρες περνούσαν κι η υγεία της σταθεροποιούνταν.

Είχαν περάσει ήδη μερικές εβδομάδες από την επιστροφή τους στο σπίτι. Η καθημερινότητά τους έβρισκε τον παλιό της ρυθμό. Η Μπέλλα, πιο ήρεμη επέστρεψε στη δουλειά, τις ασχολίες, τις παρέες της. Κάποιες φορές που έλειπε, ερχόταν μια κυρία και φρόντιζε τη μητέρα, ώσπου η ίδια ένιωθε πια αυτάρκης. Δεν ήθελε να είναι υπόχρεη σε κανέναν. Η Μπέλλα, αν και δεν ήταν σίγουρη ότι η μητέρα έπρεπε να μένει μόνη, δεν άντεχε να της χαλάσει το χατίρι.

Έτυχε να λείπει κατά διαστήματα κι επιστρέφοντας στο σπίτι, η μητέρα της την περίμενε πάντα, πότε ξαπλωμένη στο κρεβάτι, πότε καθισμένη στην αναπαυτική της πολυθρόνα.

Εκείνο το βράδυ, θα τους έβγαζε έξω, ένας συνάδελφος από τη δουλειά, ήταν η γιορτή του.

«Μπέλλα σ΄ αγαπώ. Να προσέχεις…» είπε η μητέρα της, την ώρα που η Μπέλλα ετοιμαζόταν στον καθρέφτη.

Η Μπέλλα την κοίταξε τρυφερά και της χάιδεψε τα μαλλιά.
«Κι εγώ σ΄ αγαπώ μαμά. Δεν θ΄ αργήσω…»

Τη φίλησε, φόρεσε την τσάντα της και βγήκε.

Η κυρία Αργυρώ τυλίχτηκε με τη ρόμπα και τράβηξε προς τη σκοτεινή κουζίνα, προσπερνώντας τις βαριές πολυθρόνες του σαλονιού. Τράβηξε το πόμολο του μεγάλου ψυγείου και έσκυψε να πάρει το μπουκάλι με το νερό. Στο ημίφως του ψυγείου είδε το γέρικο χέρι της να τρεμουλιάζει, το γυάλινο μπουκάλι να πέφτει στο πάτωμα και να θρυμματίζεται. Άπειρα μικρά κομμάτια γυαλιού σημάδεψαν τα πόδια της, ενώ το κρύο νερό τα μούσκεψε. Τρομαγμένη επιχείρησε ένα βήμα αλλά γλίστρησε στο μαρμάρινο δάπεδο. Η πόρτα του ψυγείου έχασκε ορθάνοιχτη, σκορπίζοντας ένα δυνατό φως σε όλο το δωμάτιο, ενώ τα ράφια του έμοιαζαν με του ορόφους μιας γυάλινης πολυκατοικίας, φωτισμένης στο σκοτάδι.

Η κυρία Αργυρώ ένιωσε μια γλυκιά κούραση, όπως τότε που η Μπέλλα ήταν μικρή και την κρατούσε αγκαλιά για να κοιμηθεί. Θυμόταν πόσο χαρούμενη αισθανόταν κοντά της, καθώς έσκυβε μπροστά στο όμορφο προσωπάκι της, ψιθυρίζοντας λόγια τρυφερά και σφίγγοντας το μικροσκοπικό χεράκι με το ένα της δάχτυλο.

Η Μπέλλα ήταν ό,τι πιο πολύτιμο είχε αποκτήσει στη ζωή της. Μάνα και κόρη ήταν η μία για την άλλη τα πάντα, ιδίως μετά τον πρόωρο χαμό του άντρα της. Της είχε δώσει την αγάπη της όλα αυτά τα χρόνια, η Μπέλλα είχε αποδειχτεί θαυμάσια κόρη και δε λυπόταν που είχε φτάσει η ώρα να την αφήσει μόνη της πάνω στη γη. Η ώρα του τελικού απογαλακτισμού, σκέφτηκε η κυρία Αργυρώ. Μια γλυκιά ανατριχίλα την τύλιξε στη σκέψη της Μπέλλας, που της  χαμογελούσε.

Από το ψηλό ταβάνι του δωματίου, της φάνηκε ότι έπεφτε μια ησυχία ατελείωτη σαν πυκνό χιόνι και σ΄ αυτή την κατάσταση ήθελε να αφεθεί, χωρίς  αναβολή.

«Μπέλλα σ΄ αγαπώ…Να προσέχεις…» ήταν οι τελευταίες της κουβέντες.

Ύστερα απόλυτη σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Το μόνο που ακουγόταν, ήταν εκείνη η χαλασμένη βρύση που κατά διαστήματα έτρεχε και πού τόσο καιρό, δεν είχαν καταφέρει να επισκευάσουν. Ταπ, ταπ, ταπ, ακούστηκε πάλι για μια στιγμή, ο ήχος των σταγόνων πάνω στη μεταλλική επιφάνεια του παλιού νεροχύτη μες τη βαθιά ησυχία της νύχτας.

___________________________________________________________________________

Η Λίνα Φυτιλή γεννήθηκε στη Λάρισα. Εργάζεται σαν εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Το 1997 δημοσιεύτηκε το βιβλίο της Οι νύχτες της άχρωμης κιμωλίας (Καστανιώτης). Τη χρονιά 2003-2004 εκδόθηκε η εργασία της Η Ευέλικτη Ζώνη στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς και μαθητές, από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου). Το Δεκέμβρη του 20011 εκδόθηκε το μυθιστόρημά της Τώρα είναι αργά (εκδ.Απόπειρα). Γράφει στην ηλεκτρονική εφημερίδα pressgr. και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ντουέντε.