Κοινωνική Φοβία,γνωστή επίσης ως Διαταραχή Κοινωνικού Άγχους

Oι άνθρωποι που πάσχουν από κοινωνική φοβία τείνουν να αποδίδουν υπερβολική αξία και σημασία στη γνώμη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτούς.

Από τον Δρ. Ιωάννη Δόβελο, Καθηγητή Ψυχολογίας & Ψυχοθεραπείας Κέντρου Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής

Η Κοινωνική Φοβία είναι μια αγχώδης διαταραχή η οποία, όπως έχει διαπιστωθεί τα τελευταία χρόνια, είναι πολύ περισσότερο διαδεδομένη απ’ ότι πίστευαν μέχρι πρόσφατα οι ειδικοί της ψυχικής υγείας. Στις σοβαρές περιπτώσεις Κοινωνικής Φοβίας (Γενική Κοινωνική Φοβία) οι κοινωνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες και η ζωή του ατόμου που υποφέρει από αυτή τη διαταραχή, περιορίζονται στον ίδιο βαθμό που περιορίζονται και στα άτομα που υποφέρουν από αγοραφοβία (βλ. σχετικό άρθρο). Κοινωνικές καταστάσεις, δραστηριότητες καθώς και επαφές με άλλα άτομα που θεωρούνται συνηθισμένες και καθημερινές για άλλους ανθρώπους, προκαλούν έντονα συμπτώματα άγχους και φόβου στα άτομα που υποφέρουν από αυτή τη διαταραχή. Η ένταση αυτών των συναισθημάτων διαφέρει από άτομο σε άτομο καθώς επίσης ποικίλουν και οι καταστάσεις οι οποίες τα προκαλούν.
Η Κοινωνική Φοβία διαφέρει από την απλή ντροπαλότητα ή συστολή καθώς το άτομο με Κοινωνική Φοβία αισθάνεται πολύ εντονότερο άγχος, αποφεύγει με κάθε τρόπο τις κοινωνικές καταστάσεις που του προκαλούν φόβο και το άγχος του δεν μετριάζεται μέσω σταδιακής εξοικείωσης με την κατάσταση που το προκαλεί. Επίσης, το άγχος συχνά συνοδεύεται, ή ακόμη και χαρακτηρίζεται, από σωματικά συμπτώματα όπως ερυθρίαση του προσώπου, εφίδρωση, τρέμουλο και μυϊκούς σπασμούς, ναυτία, τραυλισμό, ταχυπαλμία, γαστρεντερική δυσφορία, διάρροια, συχνουρία, ξηροστομία, γρήγορη αναπνοή, μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα στα πόδια και στα χέρια, μυϊκή ένταση κ.α.
Στη χειρότερη περίπτωση, όταν για παράδειγμα ένα άτομο με σοβαρή μορφή Κοινωνικής Φοβίας δεν μπορεί να αποφύγει μια κατάσταση που του προκαλεί έντονο άγχος, αυτά τα αισθήματα του φόβου και τα σωματικά συμπτώματα μπορούν να οδηγήσουν σε κρίση πανικού. Πρόκειται για μια γρήγορη κορύφωση, που συνήθως διαρκεί μόνο λίγα λεπτά, κατά τη διάρκεια των οποίων το άτομο αισθάνεται να κατακλύζεται από άγχος, φοβάται ότι θα χάσει τον έλεγχο, και ίσως πιστεύει ότι τρελαίνεται ή ότι παθαίνει καρδιακή προσβολή ή ότι πεθαίνει. Αυτά τα αισθήματα φτάνουν στον αποκορύφωμά τους και μετά από λίγο περνούν, αφήνοντας το άτομο να νιώθει αδύναμο και εξουθενωμένο. Αν και οι κρίσεις αυτές προκαλούν μεγάλη ένταση, τελικά περνούν μόνες τους και δεν μπορούν να βλάψουν σημαντικά τον πάσχοντα. Αυξάνουν όμως και εντείνουν την τάση αποφυγής έκθεσης σε παρόμοια κοινωνική κατάσταση στο μέλλον.
Η Κοινωνική Φοβία είναι μία χρόνια κατάσταση που αρχίζει συνήθως στην παιδική ή εφηβική ηλικία. Έρευνες από ορισμένους ειδικούς έχουν επίσης εντοπίσει ορισμένες συμπεριφορές και εκδηλώσεις από τη νηπιακή ακόμη ηλικία, οι οποίες έχει διαπιστωθεί ότι είναι ενδεικτικές πιθανής ανάπτυξης Κοινωνικής Φοβίας κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία. Έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία μπορεί να μετριάσει ή να θεραπεύσει τα συμπτώματα Κοινωνικής Φοβίας και να εμποδίσει την περαιτέρω ανάπτυξή τους. Επίσης, η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη άλλων πρόσθετων σοβαρών διαταραχών οι οποίες συνοδεύουν συχνά την Κοινωνική Φοβία. Όπως, για παράδειγμα, τον εθισμό στο αλκοόλ ή τα ναρκωτικά, τα οποία χρησιμοποιούν ορισμένα άτομα με κοινωνική φοβία σαν ένα μέσο ανακούφισης και μετριασμού των φόβων και του άγχους που εμποδίζουν ή και αποκλείουν τη συμμετοχή τους σε κοινωνικές δραστηριότητες και καταστάσεις. Τα άτομα με Κοινωνική Φοβία υποφέρουν επίσης συχνά και από άλλες αγχώδεις διαταραχές, καθώς και κατάθλιψη η οποία είναι δυνατόν να περιλαμβάνει και τάσεις αυτοκτονίας. Το πρωταρχικό πρόβλημα όμως που κυριαρχεί στην κλινική εικόνα του ατόμου είναι η Κοινωνική Φοβία, ενώ τα άλλα προβλήματα είναι δευτερεύοντα.
Τα άτομα με Κοινωνική Φοβία βιώνουν συνήθως τα παρακάτω συναισθήματα όταν αντιμετωπίζουν μια κοινωνική κατάσταση που τους προκαλεί φόβο και άγχος:
• Πεποίθηση ότι η προσοχή των άλλων ανθρώπων στο περιβάλλον είναι επικεντρωμένη σ’ αυτούς
• Αίσθηση ότι δίνουν συνεχώς «παράσταση» για τους άλλους και φόβος ότι δεν μπορούν να αποδώσουν όπως πρέπει. Αυτή η αίσθηση ισχύει ακόμη και όταν πρόκειται για απλές δραστηριότητες όπως όταν περπατάνε, τρώνε, γράφουν κλ.π.
• Αίσθηση ότι είναι συνεχώς εκτεθειμένοι στην παρατήρηση, την κριτική ή τον εξονυχιστικό έλεγχο των άλλων
• Φόβο ότι δεν είναι ικανοί να φερθούν σωστά ή όπως αναμένεται από αυτούς
• Φόβο ότι θα κάνουν κάποιο λάθος που θα γίνει αντιληπτό από τους άλλους
• Πεποίθηση ότι οποιοσδήποτε άλλος είναι ικανός να φερθεί σωστά στη δεδομένη κοινωνική κατάσταση εκτός από αυτούς
• Φόβο ότι οι άλλοι τους κρίνουν δυσμενώς
• Φόβο ότι θα γελοιοποιηθούν ή θα εξευτελιστούν μπροστά στους άλλους
• Φόβο ότι οι εκδηλώσεις του άγχους τους είναι φανερές στους άλλους οι οποίοι θα τους θεωρήσουν αδύναμους, αλλόκοτους, τρελούς ή ηλίθιους
• Φόβο ότι οι άλλοι θα ανακαλύψουν το «φοβερό τους μυστικό», ότι δηλαδή υποφέρουν από Κοινωνική Φοβία
Ο τελευταίος φόβος, μαζί με το φόβο ότι οι άλλοι θα αντιληφθούν τα σωματικά τους συμπτώματα, είναι πιθανόν οι δύο κυριότεροι υποβόσκοντες φόβοι των ατόμων με Κοινωνική Φοβία. Αυτός ο φόβος της αποκάλυψης του προβλήματός τους, συχνά εμποδίζει τους πάσχοντες με αυτή τη διαταραχή να ζητήσουν κάποια βοήθεια, υποστήριξη ή θεραπεία. Ή και όταν ακόμη η απόγνωση που αισθάνονται τους αναγκάσει να ζητήσουν κάποιο είδος θεραπείας, συνήθως δεν παρουσιάζουν το πραγματικό τους πρόβλημα ανοιχτά, κι έτσι επαφίεται στην οξυδέρκεια και πείρα του θεραπευτή να το ανακαλύψει. Ο φόβος της αποκάλυψης του πραγματικού τους προβλήματος είναι συχνά τόσο έντονος που αναγκάζει τους πάσχοντες να καταστρώνουν λεπτομερή στρατηγικά σχέδια σχετικά με το πως θα αποφύγουν τις καταστάσεις που τους προκαλούν τρόμο, αλλά και πως ταυτόχρονα θα καλύψουν την πραγματική αιτία της αποφυγής με πιστευτές δικαιολογίες και εξηγήσεις.
Η Κοινωνική Φοβία χωρίζεται σε δύο κατηγορίες, την Ειδική Κοινωνική Φοβία και τη Γενική Κοινωνική Φοβία.
Ειδική Κοινωνική Φοβία
Τα άτομα με Ειδική Κοινωνική Φοβία αισθάνονται άγχος και φόβο σε συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις τις οποίες αποφεύγουν ή αντιμετωπίζουν με μεγάλη δυσκολία. Εκτός από τις συγκεκριμένες αυτές καταστάσεις, τα άτομα αυτά δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα σε άλλες κοινωνικές καταστάσεις. Η πιο διαδεδομένη Ειδική Κοινωνική Φοβία είναι η δημόσια ομιλία σε κοινό ή η συμμετοχή σε δημόσια παράσταση. Εάν κάποιος πάσχει από αυτή την Ειδική Κοινωνική Φοβία μπορεί, για παράδειγμα, στις περισσότερες περιπτώσεις να συναναστρέφεται με άλλους ανθρώπους χωρίς κανένα πρόβλημα. Ωστόσο, όταν πρέπει να σηκωθεί και να μιλήσει μπροστά σε άλλους, αγχώνεται, τον λούζει κρύος ιδρώτας, αισθάνεται ένα κόμπο στο λαιμό, πιθανώς τραυλίζει, ή σταματά εντελώς να μιλά. Στη χειρότερη περίπτωση, μπορεί να καταστεί παντελώς αδύνατο για τον πάσχοντα να μιλήσει σε κοινό ή ακόμα και να θέσει ένα απλό ερώτημα. Μια άλλη αρκετά διαδεδομένη Ειδική Κοινωνική Φοβία είναι φόβος και άγχος αντιμετώπισης ατόμων που κατέχουν μια ανώτερη θέση ή θέση εξουσίας (όπως προϊσταμένους), ή κοινωνικές επαφές με άτομα τα οποία ο πάσχων θεωρεί ότι έχουν ανώτερη μόρφωση ή κοινωνική θέση, άτομα του αντίθετου φύλου και, γενικά, άτομα τα οποία ο πάσχων αξιολογεί ως σημαντικά. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο πάσχων αισθάνεται ότι πρέπει να αποδώσει τέλεια ή να κάνει την καλύτερη δυνατή εντύπωση, αλλά την ίδια στιγμή είναι πεπεισμένος ότι είναι ανεπαρκής και δεν είναι ικανός να το κάνει, ή ότι τα σωματικά του συμπτώματα άγχους θα γίνουν αντιληπτά από τα σημαντικά άτομα, τα οποία σαν αποτέλεσμα θα τον απορρίψουν και θα τον θεωρήσουν γελοίο. Άλλες Ειδικές Κοινωνικές Φοβίες μπορεί να περιλαμβάνουν ακόμη και καθημερινές, απλές δραστηριότητες. Για παράδειγμα, ο πάσχων βιώνει έντονο άγχος και σωματικά συμπτώματα όταν χρειάζεται να γράψει κάτι ή να υπογράψει μια επιταγή ή ένα έγγραφο ενώπιον άλλων, όταν τρώει ενώπιον άλλων, όταν περπατάει και αισθάνεται ότι η προσοχή άλλων ανθρώπων στο περιβάλλον είναι στραμμένη επάνω του κλ.π.
Γενική Κοινωνική Φοβία
Οι άνθρωποι που πάσχουν από Γενική Κοινωνική Φοβία έχουν την τάση να θεωρούν ότι γίνονται το επίκεντρο της προσοχής σε οποιονδήποτε χώρο βρεθούν μαζί με άλλους ανθρώπους, ή όταν προβαίνουν σε οποιαδήποτε δραστηριότητα παρουσία άλλων και αυτό τους προκαλεί έντονο άγχος. Νιώθουν σαν να δίνουν «παράσταση» συνεχώς με οτιδήποτε κάνουν και οι άλλοι άνθρωποι είναι το «κοινό» που παρακολουθεί κάθε κίνησή τους και θα τους κρίνει. Αλλά την ίδια στιγμή είναι πεπεισμένοι ότι δεν μπορούν να αποδώσουν, ότι θα κάνουν κάποιο λάθος που θα γίνει αντιληπτό από τους άλλους, ή ότι κάτι (συνήθως ασαφές) επάνω τους ή στη συμπεριφορά τους είναι αλλόκοτο ή γελοίο, ή ότι οι σωματικές τους εκδηλώσεις άγχους, οι οποίες είναι έξω από τον έλεγχό τους, είναι φανερές στους άλλους. Ο κύριος φόβος τους είναι ότι οι άλλοι θα τους θεωρήσουν αλλόκοτους, γελοίους ή ηλίθιους και θα τους κρίνουν δυσμενώς ή θα τους απορρίψουν.
Το άγχος των ατόμων με αυτό τον τύπο Κοινωνικής Φοβίας είναι γενικευμένο σε όλες σχεδόν τις κοινωνικές δραστηριότητες, συναναστροφές και καταστάσεις. Αποφεύγουν ή συμμετέχουν με μεγάλη δυσκολία και άγχος σε κάθε είδος κοινωνικής συγκέντρωσης, όπως πάρτι, ομαδικές εξόδους κλ.π., νιώθουν άγχος όταν τους συστήνουν σε άλλους ανθρώπους, ιδιαίτερα αν θεωρούν αυτούς τους ανθρώπους σημαντικούς ή αν είναι ελκυστικά άτομα του αντίθετου φύλου, τους είναι δύσκολο να μπουν σε καταστήματα, εστιατόρια, καφετέριες ή σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο από ανθρώπους, δυσκολεύονται να ζητήσουν οδηγίες από κάποιον άγνωστο, αισθάνονται άγχος όταν μιλούν στο τηλέφωνο, αγχώνονται με την ιδέα ότι θα βγάλουν τα ρούχα τους σε δημόσιο χώρο κι έτσι δεν μπορούν να πάνε στην παραλία, οι άντρες κυρίως δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν δημόσια αφοδευτήρια κ.ά. Επίσης, μπορεί να τους είναι δύσκολο να συμμετάσχουν σε συνέδρια ή να συνεργαστούν με τον προϊστάμενό τους ή τους συνεργάτες τους στη δουλειά, ακόμα και όταν πρέπει να το κάνουν. Αισθάνονται άγχος όταν το βλέμμα τους διασταυρώνεται με το βλέμμα κάποιου άλλου, όταν γράφουν, τρώνε, πίνουν, περπατάνε και, γενικά, όταν κάνουν οτιδήποτε παρουσία άλλων ανθρώπων. Συχνά, το άγχος τους περιλαμβάνει ακόμη και απλές κινήσεις παρουσία άλλων, όπως να μετακινηθούν από τη θέση τους, να αλλάξουν τη στάση του σώματός τους, να βγάλουν κάτι από τη τσέπη τους, να ξύσουν το πρόσωπό τους κλ.π. Τα άτομα με Γενικευμένη Κοινωνική Φοβία αποφεύγουν να προβούν σ’ αυτές ή παρόμοιες δραστηριότητες και κινήσεις παρουσία άλλων, ή τις κάνουν με μεγάλη δυσκολία και άγχος.
Τα άτομα με Γενική Κοινωνική Φοβία αισθάνονται δυσφορία και άγχος με κάθε είδους κοινωνικές επαφές, συναναστροφές και δραστηριότητες και κάθε είδους διαπροσωπικές σχέσεις. Εξαίρεση είναι οι άνθρωποι του άμεσου περιβάλλοντός τους ή άνθρωποι με τους οποίους έχουν μεγάλη οικειότητα. Οι περισσότεροι από τους πάσχοντες με Γενική Κοινωνική Φοβία, ειδικά οι άντρες, αντιμετωπίζουν δυσκολία στη δημιουργία μακροχρόνιων σχέσεων. Επίσης αντιμετωπίζουν μεγάλη δυσκολία να πηγαίνουν στη δουλειά τους, στο σχολείο, για ψώνια ή οπουδήποτε αλλού έξω από το σπίτι τους που καταλήγει να είναι το μόνο μέρος όπου αισθάνονται άνετα. Πολλοί πάσχοντες αναγκάζονται να αλλάξουν τον τρόπο ζωή τους ανάλογα με τα συμπτώματά τους. Μπορεί να αποφύγουν να αποδεχτούν μια προαγωγή στη δουλειά παρόλο που μπορεί να είναι ιδιαίτερα ικανοί για μια περισσότερο απαιτητική και προσοδοφόρα εργασία. Αυτό σημαίνει ότι οι ίδιοι και οι οικογένειές τους στερούνται πολλά πράγματα που ίσως σε άλλη περίπτωση θα μπορούσαν να απολαύσουν. Όταν με δυσκολία βγαίνουν από το σπίτι τους, συνήθως διαλέγουν εκ των προτέρων διαδρομές στις οποίες θα εκτεθούν στην παρατήρηση όσο το δυνατόν λιγότερων ανθρώπων, ειδικά ανθρώπων τους οποίους θεωρούν σημαντικούς. Συχνά, μπορεί να κάνουν σχέδια επί σχεδίων για ώρες ή και ημέρες για να διαλέξουν την καλύτερη διαδρομή για να φτάσουν στον προορισμό τους, δηλαδή τη διαδρομή που θα τους επιτρέψει να αποφύγουν συναντήσεις με άλλους ανθρώπους ή να γίνουν το αντικείμενο παρατήρησης (όπως πιστεύουν) άλλων ανθρώπων. Μια τυπική αντίδραση ατόμων με Γενικευμένη Κοινωνική Φοβία είναι να αλλάζουν πεζοδρόμιο ή και κατεύθυνση όταν πρόκειται να διασταυρωθεί η πορεία τους με άτομα που έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση, ή όταν πρόκειται να περάσουν μπροστά από μια ομάδα (ή και ένα άτομο) που περιμένει, για παράδειγμα, σε μία στάση λεωφορείου.
Τα άτομα με Γενικευμένη Κοινωνική Φοβία αισθάνονται λιγότερο άγχος όταν συνοδεύονται από κάποιο πολύ οικείο άτομο, όταν «χάνονται» στο ανώνυμο πλήθος ή όταν είναι σκοτάδι και είναι δυσκολότερο να τους παρατηρήσουν οι άλλοι άνθρωποι.
Η Κοινωνική Φοβία σαν ξεχωριστό σύνδρομο ανακαλύφθηκε μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Από αυτή την ημερομηνία και μετά το ενδιαφέρον των ειδικών επιστημόνων και ερευνητών έχει αυξηθεί σημαντικά γι’ αυτή τη διαταραχή, έτσι που σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας τα αποτελέσματα πολλών και ποικίλων ερευνών.
Γενικά οι έρευνες έχουν καταδείξει ότι οι άνθρωποι που πάσχουν από κοινωνική φοβία τείνουν να αποδίδουν υπερβολική αξία και σημασία στη γνώμη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτούς. Δηλαδή, έχουν την τάση να ετεροπροσδιορίζονται σε βαθμό που μια οποιαδήποτε αρνητική ή δυσμενής κρίση για το άτομό τους ή τις δραστηριότητές τους να σημαίνει καταστροφή. Αισθάνονται ότι οι άλλοι άνθρωποι τους παρατηρούν και τους κρίνουν συνεχώς, πιστεύουν λοιπόν ότι είναι αναγκασμένοι να δίνουν συνεχώς, με ότι κάνουν, ένα είδος «παράστασης» για τους άλλους ανθρώπους. Αυτό όμως συνδυάζεται με μια κατ’ εξοχή αρνητική εικόνα του εαυτού τους και την πεποίθηση ότι είναι ανεπαρκείς και ανίκανοι να αποδώσουν όπως πρέπει στη συνεχή αυτή «παράσταση». Αισθάνονται δηλαδή σαν κακοί «ηθοποιοί» που το «κοινό» τους θα τους γιουχάρει, θα τους γελοιοποιήσει και θα τους εξευτελίσει. Γι’ αυτό αποφεύγουν με κάθε τρόπο να βγουν στην «παράσταση» για να μην υποφέρουν τον πόνο του εξευτελισμού και της απόρριψης. Είναι επίσης τελειομανείς ή θέτουν υπερβολικά υψηλά στάνταρντ και δεν είναι ποτέ ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους ή με την απόδοσή τους, ακόμη κι όταν λαμβάνουν επαίνους από άλλους ανθρώπους. Η αρνητική αυτο-εικόνα τους είναι συνήθως μάλλον ασαφής (τουλάχιστον συνειδητά) και δεν έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Τα άτομα με Γενική Κοινωνική Φοβία διακατέχονται από μία γενική, ασαφή και απροσδιόριστη αίσθηση ότι κάτι «δεν πάει καλά» μαζί τους και ότι οι άλλοι άνθρωποι μπορεί να το ανακαλύψουν και να τους απορρίψουν. Αυτή η αίσθηση διατηρείται ακόμη κι όταν άλλοι άνθρωποι εκφράζουν τον θαυμασμό τους ή τους επαινούν για κάτι. Πιστεύουν ότι ο έπαινος ή ο θαυμασμός οφείλεται στο ότι αυτά τα άτομα δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τα φοβερά ελαττώματά τους ή αυτό το ασαφές «κάτι» που δεν πάει καλά μαζί τους. Συνήθως αποφεύγουν αυτά τα άτομα στο μέλλον, από φόβο ότι την επόμενη φορά που θα συναντηθούν θα κάνουν κάποιο λάθος, κάτι που θα τους «προδώσει» και τα άτομα αυτά θα μπορέσουν ίσως να διαπιστώσουν αυτό το «κάτι» κι έτσι θα χαλάσει η καλή εικόνα που έχουν δημιουργήσει.
Το σημαντικό όμως είναι ότι τα άτομα που πάσχουν από Κοινωνική Φοβία μαντεύουν ότι η προσοχή των άλλων είναι επικεντρωμένη επάνω τους, μαντεύουν ότι οι άλλοι άνθρωποι τους παρατηρούν και τους κρίνουν, μαντεύουν ότι οι κρίσεις των άλλων ανθρώπων για το άτομό τους είναι δυσμενείς. Δηλαδή, τα συμπεράσματά τους δεν στηρίζονται σε λογικές και ρεαλιστικές βάσεις, αλλά σε πράγματα που νομίζουν ότι «βλέπουν» και που, φυσικά, δεν έχουν καμία σχέση με το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Γι’ αυτό το λόγο, ορισμένοι ειδικοί έχουν εκφράσει την άποψη ότι η Κοινωνική Φοβία έχει, πολύ περισσότερο από άλλες αγχώδεις διαταραχές, έντονα στοιχεία γνωστικής διαταραχής ή ακόμη και παράνοιας. Το άλλο παράδοξο της Κοινωνικής Φοβίας είναι ότι οι περισσότεροι πάσχοντες διατηρούν παράλληλα με την αρνητική αυτο-εικόνα τους και μια εικόνα του εαυτού τους ως εξαιρετικά σημαντικού με ιδιαίτερες ικανότητες και δυνάμεις. Ενός εαυτού όμως που δεν μπορεί να εκφραστεί και να αναγνωριστεί γιατί μπλοκάρεται από αυτό το ασαφές «κάτι άλλο». Η παράλληλη αυτή αυτο-εικόνα είναι ίσως μια «αναπλήρωση», δηλαδή ένας ασυνείδητος αμυντικός μηχανισμός με τον οποίο το άτομο προσπαθεί να αντισταθμίσει την ανεπάρκεια και το ασαφές αρνητικό συναίσθημα που νιώθει για τον εαυτό του, καθώς και τον περιορισμό της κοινωνικής του ζωής.
Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό ιδίωμα των ατόμων που πάσχουν από Κοινωνική Φοβία είναι το άγχος της αναμονής πριν το άτομο βρεθεί σε κάποια κοινωνική κατάσταση ή γεγονός που του προκαλεί φόβο. Το άτομο μπορεί να βιώνει έντονο φόβο και αγωνία για πολλές ημέρες ακόμη και εβδομάδες πριν από το γεγονός. Οι σκέψεις του ατόμου επικεντρώνονται όλο και περισσότερο στην επεξεργασία πιθανών καταστροφικών σεναρίων και η αγωνία του αυξάνεται καθώς πλησιάζει η ημερομηνία του γεγονότος. Από το μυαλό του περνούν, με πολλές λεπτομέρειες και με τα ανάλογα συναισθήματα, όλα τα εξευτελιστικά και ντροπιαστικά πράγματα που θα μπορούσαν να του συμβούν. Όπως είναι επόμενο, τη στιγμή που τελικά βρίσκεται στο γεγονός, στον ίδιο χώρο μαζί με άλλους ανθρώπους, το άγχος και ο τρόμος του έχουν πια κορυφωθεί, έτσι που πραγματικά βιώνει όλα αυτά που περίμενε με τόση αγωνία ότι θα βιώσει. Θα λέγαμε ότι κατά κάποιον τρόπο η Κοινωνική Φοβία λειτουργεί ως ένα είδος «αυτο-εκπληρούμενης προφητείας». Το άτομο προετοιμάζει τον εαυτό του μέσω έντονων οραματισμών για αυτά που θα του συμβούν, αυτά που θα βιώσει. Ένα είδος αυτο-ύπνωσης δηλαδή.
Μόλις τελειώσει το γεγονός και για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά, το άτομο στενοχωριέται για το πώς χειρίστηκε την κατάσταση. Σκέφτεται, ξανά και ξανά, πώς αλλιώς θα μπορούσε να είχε συμπεριφερθεί ή να είχε μιλήσει και μέμφεται τον εαυτό του για τα λάθη του. Όπως αναφέρουμε και παραπάνω, υπάρχουν έντονα στοιχεία γνωστικής διαταραχής στην Κοινωνική Φοβία, καθώς ακόμη κι αν ο πάσχων λάβει διαβεβαιώσεις και επαίνους από άλλους ότι η απόδοσή του ήταν ικανοποιητική ή ότι έκανε πολύ καλή εντύπωση, θα συνεχίσει να πιστεύει ότι έκανε σημαντικά λάθη που τον ντρόπιασαν στους άλλους. Άλλες ενδείξεις κάποιας γνωστικής διαταραχής είναι η επίσης χαρακτηριστική τάση ατόμων με Κοινωνική Φοβία να ερμηνεύουν ουδέτερες ή αόριστες παρατηρήσεις ή σχόλια που μπορεί να γίνουν σε μία συζήτηση ως αρνητικά ή σκωπτικά υπονοούμενα που απευθύνονται σ’ αυτούς. Ορισμένες έρευνες έχουν επίσης δείξει ότι τα άτομα με Κοινωνική Φοβία έχουν επιλεκτική μνήμη, δηλαδή τείνουν να θυμούνται, με επίκεντρο πάντα τον εαυτό τους, αρνητικά και δυσάρεστα γεγονότα, ή αυτά που οι ίδιοι έχουν ερμηνεύσει ως αρνητικά και δυσάρεστα, και να αγνοούν τις μνήμες θετικών και ευχάριστων γεγονότων.
Σύμφωνα με άλλες έρευνες, οι πάσχοντες από Κοινωνική Φοβία τείνουν να παρουσιάζουν αύξηση της «αυτο-επεξεργασίας» σε κοινωνικές καταστάσεις που νιώθουν άγχος. Αυτό σημαίνει ότι επικεντρώνουν την προσοχή τους σε μεγάλο βαθμό στο σώμα τους ψάχνοντας για συμπτώματα άγχους, για παράδειγμα εφίδρωση, ερυθρίαση του προσώπου, τρεμούλα, προβλήματα στην ομιλία. Επικεντρώνονται επίσης έντονα στον εαυτό τους και τις σκέψεις τους με τις αρνητικές εικόνες και απόψεις για τον εαυτό τους. Αυτή η επικέντρωση στον εαυτό τους έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση των συμπτωμάτων τους.
Η Κοινωνική Φοβία είναι μια από τις σοβαρότερες αγχώδεις διαταραχές, δεύτερη ίσως σε σοβαρότητα μετά την αγοραφοβία, όσον αφορά στο βαθμό και στην έκταση που είναι δυνατόν να επηρεάσει και να περιορίσει την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική ζωή ενός ατόμου. Οι Κοινωνική Φοβία αναπτύσσεται συνήθως κατά την παιδική ηλικία ή την εφηβεία, σπάνια μετά την εφηβεία και μέχρι την ηλικία των 25 ετών και πολύ σπάνια σε ηλικίες μετά τα 25. Χωρίς θεραπεία, η Κοινωνική Φοβία συνήθως διαρκεί για όλη τη ζωή. Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, τα ποσοστά ατόμων με Κοινωνική Φοβία ποικίλλουν από χώρα σε χώρα και κυμαίνονται από 3% μέχρι 13% του πληθυσμού. Το ποσοστό των γυναικών που πάσχουν από Κοινωνική Φοβία υπολογίζεται ότι είναι διπλάσιο των αντρών.
Οι παραπάνω στατιστικές όμως δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα καθώς χρησιμοποιούν ως δεδομένα τους αριθμούς των ατόμων που έχουν ζητήσει θεραπεία, κυρίως σε κρατικά ή μεγάλα ιδιωτικά κέντρα θεραπείας, και έχουν διαγνωσθεί ως πάσχοντες από Κοινωνική Φοβία. Δεν υπολογίζονται σ’ αυτές τις στατιστικές τα άτομα με Κοινωνική Φοβία που έχουν ζητήσει θεραπεία από ιδιωτικούς θεραπευτές, τα άτομα στα οποία έχει γίνει λανθασμένη διάγνωση (κάτι πολύ συνηθισμένο ακόμη και σήμερα λόγω της ιδιαίτερης φύσης αυτής της διαταραχής και της σχετικής άγνοιας που έχουν γι’ αυτή αρκετοί θεραπευτές), καθώς και το μεγάλο ποσοστό πασχόντων που δεν ζητούν ποτέ υποστήριξη ή θεραπεία. Στην πραγματικότητα το ποσοστό στον γενικό πληθυσμό πρέπει να υπολογιστεί σαν κατά πολύ πολλαπλάσιο των παραπάνω στατιστικών. Επίσης η μεγάλη διαφορά που παρουσιάζεται στις στατιστικές αυτές μεταξύ των ποσοστών γυναικών και αντρών που πάσχουν από αυτή τη διαταραχή είναι παραπλανητικός. Δεν έχουν ληφθεί υπ’ όψιν σ’ αυτούς τους υπολογισμούς έρευνες οι οποίες έχουν δείξει ότι το ποσοστό των γυναικών με Κοινωνική Φοβία που ζητούν υποστήριξη ή θεραπεία είναι πολύ μεγαλύτερο (σχεδόν διπλάσιο) από το αντίστοιχο ποσοστό των αντρών. Επίσης έχει διαπιστωθεί ότι οι γυναίκες περιγράφουν με πολύ μεγαλύτερη ευκολία από τους άντρες το πραγματικό τους πρόβλημα.