Η ζωή με το πληγωμένο μέσα μας παιδί

Το πληγωμένο παιδί μέσα μας δημιουργείται και συντηρείται από τις ανικανοποίητες ανάγκες μας.

Από τη Δικαία Ροδίτη, Σύμβουλο Ψυχικής Υγείας -Κοινωνιολόγο
Δυσλειτουργία της Οικειότητας
Ο καθένας μας αντιλαμβάνεται διαφορετικά τα όρια που τίθενται στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους ανάλογα με το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο μεγάλωσε και ζει, ωστόσο από κοινωνιολογικής σκοπιάς στον Δυτικό Κόσμο υπάρχουν ορισμένοι ευρύτεροι κανόνες. Οι αποστάσεις που κρατούνται ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους σε μία κοινωνική εκδήλωση, η στάση του σώματος, οι χειρονομίες συχνά μπορούν να αφήσουν κάποιον τρίτο να αντιληφθεί τη σχέση μας με κάποιο άτομο, ακόμα και χωρίς να μας γνωρίζει. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι ζουν μόνιμα μέσα στην απομόνωση, γιατί φοβούνται να βιώσουν εκδηλώσεις οικειότητας και αγάπης. Πολλοί ενήλικες καθορίζονται από το πληγωμένο παιδί μέσα τους και αμφιταλαντεύονται ανάμεσα σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετους φόβους, τον φόβο τους για εγκατάλειψη και τον φόβο της απόλυτης καταπάτησης της προσωπικότητας τους.
Τα άτομα με προβλήματα οικειότητας συνήθως έχουν βιώσει την απόρριψη κατά την παιδική ηλικία, και πιο συγκεκριμένα την απόρριψη του «αυθεντικού εαυτού». Με τον όρο «αυθεντικός εαυτός» αναφερόμαστε στα αισθήματα, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του παιδιού, που δεν έχουν επιβεβαιωθεί από τους γονείς. Αυτή τη γονεϊκή συμπεριφορά το παιδί την εκλαμβάνει ως απόρριψη και καταφεύγει στην δημιουργία ενός ψεύτικου εαυτού. Αυτό σημαίνει ότι υιοθετεί συμπεριφορές που θεωρεί ότι είναι αποδεκτές, σύμφωνα με τα μηνύματα που λαμβάνει. Πρόκειται για έναν εαυτό που σταδιακά αναπτύσσεται και καθορίζεται από το οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο, και διευρύνεται σε όλους τους τομείς τη ζωής του ατόμου. Από ένα σημείο και έπειτα το άτομο αδυνατεί να διαχωρίσει ποιο πραγματικά είναι, με αποτέλεσμα η αρχική διέξοδος να αποτελεί μια αόρατη φυλακή.
Ο ψεύτικος εαυτός κρατά το άτομο κλειδωμένο σε μία φοβική κατάσταση τόσο όσον αφορά τον εαυτό του όσο και ως προς τους άλλους. Καθώς το άτομο δεν έχει πραγματική αίσθηση του εαυτού του, πώς θα μπορέσει να έρθει σε ουσιαστική επαφή με άλλους, να ανοιχτεί για να το αποδεχτούν και να τους αποδεχτεί; Η σταθερή αίσθηση του εαυτού βασίζεται στη δημιουργία ασφαλών ορίων σε ένα ευρύτερο φάσμα, που αφορά όρια σωματικά, σεξουαλικά, συναισθηματικά, ακόμα και διανοητικά, θρησκευτικά κ.α.. Στην περίπτωση ενός παιδιού που έχει πληγωθεί και παραμεληθεί, τα όρια του έχουν παραβιαστεί, χωρίς μάλιστα να έχει την ικανότητα λόγω ηλικίας να το αντιληφθεί και να τα επανα – ορίσει. Έτσι, προκύπτει ο φόβος της εγκατάλειψης ή του καταποντισμού της προσωπικότητας. Ένα άτομο που γνωρίζει καλά τον εαυτό του, του έχει εμπιστοσύνη και τον εκτιμά, τότε δεν καθορίζεται από αυτούς τους φόβους. Ένα άτομο που δεν έχει χτίσει ασφαλή όρια, δεν μπορεί να αντιληφθεί που τελειώνει το ίδιο και που ξεκινούν οι άλλοι. Πιο απλά, δεν έχει την ικανότητα προς συμπεριφορές που σχετίζονται άμεσα με την ανάπτυξη οικειότητας.
Είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι η δυσλειτουργία της οικειότητας σχετίζεται συχνά με την σεξουαλική δυσλειτουργία. Αυτό μπορεί να συνδέεται με την έλλειψη υγιών προτύπων, με την έκδηλη απογοήτευση του γονέα για το φύλο του παιδιού και κυρίως με την συνολική παραμέληση των αναπτυξιακών αναγκών του. Αυτή η γονεϊκή συμπεριφορά δύναται να οδηγήσει το άτομο σε διάφορες συμπεριφορές σεξουαλικής εκδραμάτισης, σε σαδομαζοχιστική σεξουαλική συμπεριφορά, στην προσήλωση σε ένα σεξουαλικό μοτίβο βάσει του σταδίου ανάπτυξης που δεν ικανοποιήθηκε κατά την παιδική ηλικία, στον υποβιβασμό των άλλων σε σεξουαλικά αντικείμενα κ.ο.κ.. Άλλωστε  η σεξουαλική επαφή είναι συχνά η μόνη μορφή σχέσεων οικειότητας που αναπτύσσουν αυτά τα άτομα
Απείθαρχη Συμπεριφορά
Ο J. Bradshaw συνδέει την αγγλική λέξη “discipline”, που σημαίνει «πειθαρχία», με την λατινική λέξη “disciplina” που σημαίνει «διδασκαλία». Μέσω της διδασκαλίας της πειθαρχίας, λοιπόν, υποστηρίζει ότι τα παιδιά μαθαίνουν να είναι πιο δημιουργικά και να καλλιεργούν φιλικές σχέσεις. Ωστόσο η διδασκαλία της πειθαρχίας προϋποθέτει και αξιόπιστα γονεϊκά πρότυπα, γονείς που κάνουν πράξη αυτό που υποστηρίζουν στα λόγια. Καθώς τα παιδιά εμπνέονται από τους γονείς, όταν εκείνοι δεν αποτελούν πρότυπα πειθαρχημένης συμπεριφοράς, το παιδί γίνεται απείθαρχο, ενώ όταν τιμωρείται αυστηρά, επειδή μιμείται την απείθαρχη γονεϊκή συμπεριφορά, μπορεί να γίνεται υπερ – πειθαρχικό.
Ο ενήλικας που κουβαλάει το απείθαρχο παιδί μέσα του συνήθως είναι φυγόπονος, αναβλητικός ως προς τον εαυτό του, επαναστάτης χωρίς αιτία, ισχυρογνώμων και αδιάλλακτος, παρορμητικός. Στον αντίποδα, το υπερπείθαρχο παιδί μέσα στον ενήλικα τον κάνει να είναι άκαμπτος, δουλικός, έμμονος, ενοχικός. Βέβαια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καθένας από εμάς κουβαλάει μέσα του ένα παιδί που ταλαντεύεται ανάμεσα στην απείθαρχη και υπερ – πειθαρχική συμπεριφορά.
Εξαρτημένη/Καταναγκαστική Συμπεριφορά
Το πληγωμένο παιδί μέσα μας είναι αυτό που μας ωθεί σε εξαρτημένες και καταναγκαστικές συμπεριφορές, προκειμένου να καλύψει τις ανικανοποίητες συναισθηματικές του ανάγκες. Ένα παιδί που μεγάλωσε μέσα σε μία δυσλειτουργική οικογένεια είναι συναισθηματικά ανικανοποίητο, καθώς έχει βιώσει συναισθηματική εγκατάλειψη, πράγμα που σε μία παιδική ψυχή θα μπορούσαμε να πούμε ότι ισοδυναμεί με ένα είδος θανάτου. Γενικότερα πρόκειται για μία κατάσταση που ενδέχεται να συνδέεται με διάφορα γεγονότα, ωστόσο επί τις ουσίας σημαίνει ότι το παιδί έχει αναγκαστεί να εγκαταλείψει το ρόλο  του παιδιού στην οικογένεια και έχει κληθεί να προσαρμοστεί στις υπάρχουσες συνθήκες αναλαμβάνοντας κάποιον άλλο ρόλο, όπως αυτόν του γονεϊκού παιδιού. Το παιδί κατορθώνει να επιβιώσει από την παιδική του ηλικία, αλλά στην ενήλικη ζωή του ο ίδιος ρόλος που παλαιότερα το βοήθησε, το καθιστά πλέον δυσλειτουργικό.
Το πληγωμένο μέσα μας παιδί είναι η ρίζα της δυσλειτουργικής συμπεριφοράς μας και η αποδοχή αυτής της παραδοχής είναι το πρώτο βήμα για να κατορθώσουμε να αντιληφθούμε τις εξαρτήσεις μας υπό ένα ευρύτερο πρίσμα. Θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε τον όρο «εξάρτηση» ως μία εμμονική ανάγκη αλλαγής της διάθεσης, μέσω οποιασδήποτε μορφής και διαδικασίας, με καταστροφικές συνέπειες για τη ζωή μας. Υπάρχουν διάφορα είδη εξαρτήσεων συσχετιζόμενων με την αλλαγή της διάθεσης. Ο J. Bradshaw κάνει λόγο για στοματικές, γνωστικές, συναισθηματικές εξαρτήσεις, αλλά και εξαρτήσεις δράσης και από πράγματα.
Παρόλο που μιλάμε για τις γνωστικές εξαρτήσεις ως ένα από τα είδη εξαρτήσεων, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι όλες οι εξαρτήσεις εμπεριέχουν ένα στοιχείο σκέψης, που στον χώρο της Ψυχολογίας ονομάζεται «ψυχαναγκασμός». Τα ανθρώπινα συναισθήματα είναι κατά κάποιο τρόπο εθιστικά. Το άτομο μπορεί να εθιστεί σε συναισθήματα, όπως ο φόβος, ο θυμός, η λύπη, ακόμα και η χαρά, με εποτέλεσμα να αδυνατεί να ανταποκριθεί συναισθηματικά με τον αναμενόμενο τρόπο στις διάφορες καταστάσεις της καθημερινότητας του. Εθιστικά μπορεί να είναι και υλικά αγαθά, όπως χαρακτηριστικά λειτουργεί το χρήμα στη ζωή αρκετών ατόμων, ειδικά στη σύγχρονη κοινωνία.
Διαστροφές της σκέψης
Όλοι γνωρίζουμε ότι τα παιδιά δεν σκέφτονται και δεν λειτουργούν όπως οι ενήλικες. Ο Piaget χαρακτήρισε τα παιδιά «ξένους στη λογική». Αναλυτικότερα, τα παιδιά χαρακτηρίζονται από μία διπολικότητα στη σκέψη, από μία απολυτότητα που καθορίζεται από το «όλα ή τίποτα». Είναι μη λογικά, καθώς διακατέχονται από αυτό που λέγεται «συναισθηματική λογική». Είναι πολύ σημαντικό να έχουν υγιή πρότυπα, προκειμένου να μάθουν να αντιλαμβάνονται τη διαφορά ανάμεσα στη σκέψη και το συναίσθημα. Επίσης, τα παιδιά είναι εγωκεντρικά, καθώς προσωποποιούν τα πάντα, χωρίς αυτό να παραπέμπει στην ιδιοτέλεια με τον τρόπο που την ερμηνεύουμε ως ενήλικες.
Όπως αναφέραμε και παραπάνω, το πληγωμένο παιδί μέσα μας δημιουργείται και συντηρείται από τις ανικανοποίητες ανάγκες μας. Έτσι, αυτός ο παιδικός τρόπος σκέψης συνεχίζει να υπάρχει και να διαιωνίζεται στην ενήλικη ζωή μας, και να μας επηρεάζει στην καθημερινότητα μας. Συχνά αυτό το πληγωμένο παιδί μας ωθεί να διαχωρίζουμε τη σκέψη από το συναίσθημα, χρησιμοποιώντας τη σκέψη έτσι ώστε να αποφεύγουμε συναισθήματα που μας κάνουν να πονάμε. Πρόκειται για την τάση να διαχωρίζουμε το μυαλό μας από την καρδιά μας, για συμπεριφορές διαστρέβλωσης της σκέψης. Υπάρχουν διάφορες μορφές διαστρέβλωσης της σκέψης, όπως η γενίκευση, η λεπτολογία, η διπολική σκέψη, τα αυθαίρετα συμπεράσματα, η προσωποποίηση, η ετικετοποίηση, η μεγαλοποίηση ή ελαχιστοποίηση κ.α..
Κενό
Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που το πληγωμένο παιδί μέσα μας είναι υπεύθυνο για την κενότητα που συχνά αισθανόμαστε, την οποία θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε και ως  μία ήπια μορφή κατάθλιψης. Αυτό οφείλεται στην διαρκή προσπάθεια του ατόμου να προσποιείται, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να χάνει σταδιακά τον πραγματικό του εαυτό και να αισθάνεται ένα κενό. Η απώλεια του εαυτού έχει ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση του ατόμου από τα συναισθήματα, τις επιθυμίες και τις ανάγκες του, καθώς καλείται να βιώνει όσα προϋποθέτει ο ψεύτικος εαυτός. Η «ετικέτα» του «καλού παιδιού» είναι συνηθισμένο χαρακτηριστικό ενός ψεύτικου εαυτού, που συνεπάγεται σκέψεις όπως : «..άρα δεν πρέπει να θυμώνω», «..άρα πρέπει να ανταπεξέλθω στις επιθυμίες των γονιών μου», «..άρα πρέπει να είμαι υπάκουος» κ.ο.κ.. Πόσο εύκολο είναι, όμως, να υποδυόμαστε διαρκώς ένα ρόλο; Ουσιαστικά καταλήγουμε να είμαστε θεατές της ίδιας μας της ζωής.
Αυτή η χρόνια αίσθηση κενού θα μπορούσε να σηματοδοτεί και μία μορφή χρόνια κατάθλιψης, που συνήθως εκφράζεται και με την μορφή απάθειας απέναντι στα όσα διαδραμματίζονται στη ζωή του ατόμου. Άτομα που βιώνουν αυτή την κενότητα συχνά αναρωτιούνται πως γίνεται άνθρωποι γύρω τους να συναρπάζονται με απλά πράγματα που συμβαίνουν, καθώς δεν έχουν τη δυνατότητα να αντιληφθούν τη σημασία μιας καθημερινής εμπειρίας. Το πληγωμένο παιδί που κουβαλούν δεν τους επιτρέπει να είναι πραγματικά ενεργοί στη ζωή τους, αισθάνονται τόσο αμέτοχοι όσο και μόνοι. Ο χρόνιος πόνος που βιώνουν δεν τους επιτρέπει να αντιληφθούν τη ζωή τους, αλλά και τους ανθρώπους που έχουν πραγματικά δίπλα τους, αλλά ακόμα περισσότερο δεν τους επιτρέπει να βιώσουν τον ίδιο αυτό διαρκή πόνο που τους καθορίζει ήδη από την εποχή πο
υ ήταν παιδιά.
Ίσως φανεί ακραία η άποψη, αλλά όλοι μας κουβαλάμε κατά κάποιο τρόπο ένα πληγωμένο παιδί μέσα μας, άλλοι σε μικρό και άλλοι σε μεγάλο βαθμό, που παρεμβαίνει και μας επηρεάζει στη ζωή μας. Αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι οφείλεται περισσότερο στο ότι όλοι οι γονείς είναι ερασιτέχνες, αλλά και στο ότι η ίδια η κοινωνία τελικά συμβάλλει σε αυτό, ή τουλάχιστον δεν δύναται να μας προστατέψει. Ο ρόλος των ειδικών Ψυχικής Υγείας μπορεί να είναι καθοριστικός. Ένας καταρτισμένος ειδικός μπορεί να μας βοηθήσει να βρούμε τρόπους να αγαπήσουμε και να φροντίσουμε το πληγωμένο παιδί που κουβαλάμε μέσα μας. Με το να ανακαλύψουμε και να αποδεχτούμε το μικρό παιδί που κρύβουμε μέσα μας, να εντοπίσουμε και να διαχειριστούμε τα τραύματα που κουβαλάμε από την παιδική ηλικία, μπορούμε να αποδεχτούμε τον πραγματικό μας εαυτό και να πορευτούμε στην ενήλικη ζωή μας με λειτουργικότερο τρόπο.
 
Διαβάστε εδώ το Μέρος Ι.
Προτεινόμενη Βιβλιογραφία:
Bradshaw, J. (1992), Ο γυρισμός στο μέσα μας παιδί, Αθήνα, Εκδόσεις Λύχνος
Miller, A. (2003), Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας, Εκδόσεις Ροές
Μπουκάι, Χ. (2008), Ιστορίες να σκεφτείς, Αθήνα, Εκδόσεις Opera
Μπουκάι, Χ. (2006), Να σου πω μια ιστορία, Αθήνα, Εκδόσεις Opera
Ψυχολογία της Καθημερινής Ζωής (2006), Αθήνα, Εκδόσεις Lector