Από τη Βιολέττα-Ειρήνη Κουτσομπού, MBPsS, (BA, MA, Dip.CounsPsy, MSc), Ψυχοθεραπεύτρια – Σύμβουλο – Καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας

Η φεμινιστική οπτική

Κατά τη δεκαετία του 1970, η φεμινιστική γραφή και σκέψη άρχισε να κρίνει αληθινά το φροϋδικό σύστημα ψυχανάλυσης, αλλά εξακολουθούσε να υποστηρίζει το «φταίξιμο της μητέρας» για την γυναικεία θυματοποίηση. Για παράδειγμα, το έργο της Nancy Friday «My Mother/My Self» βλέπει τον αποχωρισμό ως αληθινά απελευθερωτικό, που της επιτρέπει να μπει στη γυναικεία φύση. Φεμινίστριες συγγραφείς όπως οι Nancy Chodorow και Luce Irigaray, χρησιμοποιούν την ψυχανάλυση σαν ένα μέσο εξέτασης του σχηματισμού υποκειμένου και σαν ένα σύστημα που μπορεί να συζητηθεί η γυναικεία διαφορά (Hirsch, 1989).

Στο έργο της, «The Reproduction of Mothering», η Nancy Chodorow υποστηρίζει τη θέση ότι ο σχηματισμός της θηλυκής ταυτότητας βασίζεται στην προ-οιδιπόδεια περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας το κορίτσι είναι ακόμα στενά συνδεδεμένο με τη μητέρα, επειδή δεν υπάρχει καμιά φαλλική έλλειψη ακόμη, ούτε ευνουχισμός ούτε μετατόπιση του αντικειμένου αγάπης, τον πατέρα. Με άλλα λόγια, τα κορίτσια ποτέ δεν αποχωρίζονται τελείως από τις μητέρες τους εξαιτίας του γεγονότος ότι ο σχηματισμός της σεξουαλικής τους ταυτότητας δεν εξαρτάται από τη μητέρα. Αν και φεμινιστικές επαναλήψεις της Φροϋδικής ανάλυσης της σχέσης μητέρας-παιδιού υποστηρίζουν ότι η μεγαλύτερη προσκόλληση είναι ανάμεσα σε μητέρες και κόρες και πιο συγκεκριμένα κατά την προ-οιδιπόδεια περίοδο, το παιδί εξακολουθεί να πρέπει να περάσει έναν αποχωρισμό, που συχνά καθοδηγείται από θυμό. «Η φεμινιστική ανάλυση ακόμα γράφεται από την οπτική της κύριας διαδικασίας του παιδιού: διακατέχεται από επιθυμίες για την επιδοκιμασία της μητέρας, από φόβο για την δύναμή της, και από θυμό και δυσαρέσκεια για την αδυναμία της» (Hirsch, 1989).

Η μητέρα εξακολουθεί να εκλαμβάνεται ως ανίσχυρη και ως μια περιοριστική δύναμη στην ανάπτυξη του κοριτσιού. Αυτή η αδυναμία συχνά κάνει το κορίτσι να αντιδρά βίαια προς την μητέρα. Η Adrienne Rich διακρίνει ανάμεσα σε «καλή μητρότητα» και «κακή». Η καλή μητρότητα, συμβαίνει φυσικά ανάμεσα σε μητέρα και το παιδί της, ενώ η κακή προκαλείται από τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες της κοινωνίας. Επειδή η μητρότητα προσδιορίζεται μη ρεαλιστικά από την κοινωνία ως συνεχής και άνευ όρων, μερικές γυναίκες συχνά εκφράζουν μίσος προς τις μητέρες τους. Αυτό το μίσος, ή «μητροφοβία» ορίζεται ως «ο φόβος του να γίνεις η μητέρα σου» και όπου η μητέρα συμμαχεί με τον πατέρα και όχι με την κόρη (Hirsch, 1989). Οι γυναίκες που εμφανίζουν μητροφοβία, επιλέγουν να απορρίψουν εντελώς τη μητέρα τους, από το να εξετάσουν το περιβάλλον και τις άλλες κοινωνικές δυνάμεις που επιδρούν πάνω τους. Με άλλα λόγια, οι γυναίκες φοβούνται μήπως χάσουν την ταυτότητά τους για να συμμορφωθούν με ένα ιδανικό μητρότητας, ενώ από την άλλη φοβούνται ότι ποτέ δεν θα μπορέσουν να το φτάσουν. Αυτός ο καταπιεσμένος θυμός προκαλεί ξεσπάσματα βίας που συμβαίνουν επειδή η μητέρα/γυναίκα είναι αβοήθητη στην κοινωνία.

Για την Luce Irigaray, τα εχθρικά συναισθήματα που αισθάνονται συχνά οι γυναίκες η μία για την άλλη, είναι επίσης αποτέλεσμα μιας έλλειψης θεωρητικής αντιπροσώπευσης των γυναικών, ενδεικτικής της κοινωνικής θέσης της γυναίκας. Οι φεμινίστριες θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι ο μόνος διαθέσιμος ρόλος για μια γυναίκα είναι ο μητρικός, εξαλείφοντας έτσι οποιοδήποτε εναλλακτικό μοντέλο θηλυκότητας. Επομένως, η εχθρότητα και η αντιζηλία συχνά πηγάζουν από αυτό τον ανταγωνισμό. «Δεδομένου ότι η θέση της μητέρας είναι μοναδική, το να γίνει μητέρα θα σήμαινε ότι κατέχει τη θέση, αλλά χωρίς σχέση μαζί της σε αυτόν τον τόπο. Η αγάπη για τη μητέρα, για τις γυναίκες, ίσως πρέπει να αφορά ή θα μπορούσε να υπάρξει μόνο με τη μορφή της υποκατάστασης, να πάρει την θέση της, η οποία ασυνείδητα διαχέεται από μίσος» (Whitford, 1994). Στα έργα της, «Speculum of the Other Woman» και «The Sex which is not One», η Irigaray εστιάζει στο οπτικό μέρος της φροϋδικής θεωρίας, την απουσία των ανδρικών γεννητικών οργάνων παρά την παρουσία του θηλυκού. Επειδή ο άνδρας δεν μπορεί να «δει» το γυναικείο φύλο, δεν το αντιπροσωπεύει.

Επιπλέον, στο σημαντικό δοκίμιό της πάνω στις ταινίες και την ψυχανάλυση, η Laura Mulvey, λέει ότι «Το παράδοξο του φαλλοκεντρισμού σε όλες τις εκφάνσεις του είναι ότι εξαρτάται από την εικόνα της ευνουχισμένης γυναίκας για να δώσει τάξη και νόημα στον κόσμο του … είναι η έλλειψη που παράγει το φαλλό ως συμβολική παρουσία» (Mulvey, 1999). Στο «This sex which is not one», η Irigaray υποστηρίζει την διαφορετικότητα ανάμεσα στην αντιπροσώπευση της γυναίκας και της μητέρας. Δείχνει μια ποικιλία ρόλων που είναι διαθέσιμοι στις γυναίκες, επιτρέποντας έτσι στην μητέρα να συνυπάρξει σαν γυναίκα και σαν κόρη, μαζί με την δημιουργία μιας κοινής γλώσσας/παράδοσης που θα προσφέρει ένα συμβολισμό/ερμηνεία της σχέσης μητέρας-κόρης για να αποφύγει τον ανταγωνισμό ανάμεσά τους. Η Irigaray τότε, προτείνει, ότι για να συμβολίσουν την σχέση μητέρας-κόρης, οι γυναίκες χρειάζονται να ισχυροποιήσουν την γυναικεία διαφορά παρά να προσπαθούν να την αγνοήσουν. Ένα κύριο γεγονός, όπου γίνεται ένα κύριο γεγονός αποχωρισμού. Όπου αυτό είναι ο θάνατος κάποιου ή ένα ταξίδι που κάνει ο πρωταγωνιστής.

Ένα κύριο γεγονός με κάποιο είδος αποχωρισμού, είναι η εκκίνηση και στα τρία έργα Duras. Αυτός ο αποχωρισμός είναι αυτό που αναγκάζει τη γυναίκα πρωταγωνιστή να πάει στο ταξίδι της αυτό-ανακάλυψης. Στο «The Sea Wall», ο θάνατος της Ma κάνει την Suzanne να αφήσει την πεδιάδα και να κάνει μια καινούρια αρχή. Στο «The Lover» είναι η σχέση με τον εραστή που την αποχωρίζει από την οικογένειά της και o θάνατος του κινέζου εραστή που γεννάει την ιστορία και κάνει τον πρωταγωνιστή να ξεκινήσει άλλο ένα ταξίδι προς την αυτό-ανακάλυψη. Στις ιστορίες της, δημιουργεί γυναικείους χαρακτήρες που είναι ταυτόχρονα μητέρες, κόρες και ερωμένες.

Στο «The Lover και στο The North China Lover», τα όρια των σχέσεων ανάμεσα στη νεαρή ηρωίδα, τους αδερφούς της και την μητέρα είναι συχνά δυσδιάκριτα, κάνοντας αυτές τις σχέσεις προβληματικές. Όπως ειπώθηκε νωρίτερα, πολλοί φεμινιστικοί θεωρητικοί έχουν εντοπίσει την προβληματική φύση στης σχέσεις ανάμεσα σε μητέρες και κόρες.

Και στα τρία έργα Duras, το πρόβλημα υπάρχει ανάμεσα στις δύο γυναίκες.

Η νέα γυναίκα αποξενώνεται από την μητέρα της ενώ βρίσκεται στη διαδικασία της ενηλικίωσης. Το μονοπάτι της δημιουργίας του εαυτού σε αυτές τις περιπτώσεις είναι μέσα από την αρσενική ματιά και την αναμενόμενη αντικειμενοποίηση, που προσδιορίζει την εικόνα του εαυτού της γυναίκας και όχι μέσα από την μετάδοση μιας θηλυκής παράδοσης/σύνδεσης. Αν και οι ηρωίδες της Duras συχνά επιλέγουν να αποσυνδεθούν από την μητρική εικόνα συνεχίζουν να κοιτάζουν πίσω και να εξετάζουν την σχέση τους με την μητέρα η οποία είναι κεντρική σε αυτά τα έργα. Ενώ οι θηλυκοί χαρακτήρες της Duras απολαμβάνουν αυτή την ποικιλία των θέσεων, την ίδια στιγμή επισημαίνουν την αδυναμία να το κάνουν, κυρίως εξαιτίας του κατεστημένου συστήματος ανταλλαγών ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες.

Το «The Lover» καταγράφει το ταξίδι μιας νέας γυναίκας στην αυτό-ανακάλυψη. Παγιδευμένη σε ένα περιβάλλον και μια κατάσταση που της επιβάλλει να αποχωριστεί και ακόμα να αποξενωθεί από την οικογένειά της και ιδιαίτερα από τη μητέρα της, μπαίνει σε μια «απαγορευμένη» σχέση που τελικά την ελευθερώνει αποβάλλοντάς την από την οικογένειά της. «Μόλις πήρε το μαύρο αυτοκίνητο ήξερε: αυτή αποκλείεται από την οικογένεια για πρώτη φορά και για πάντα. Από τώρα και στο εξής δεν θα ξέρουν τι γίνεται» (Duras, 1992). Αν και η μητέρα παραμένει ζωντανή, στο τέλος του μυθιστορήματος, προσωρινά καταργείται από τη ζωή της κόρης της, πρώτα μέσα από μια απαγορευμένη σχέση και μετά μέσα από ένα φυσικό αποχωρισμό από την οικογένειά της. Η σχέση της με τον Κινέζο, την απελευθερώνει και την αποκόβει από την οικογένειά της, καθώς είναι ο δικός της τρόπος να πολεμήσει με τους δαίμονες που της πέρασε η μητέρα της. Το κορίτσι πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στο να μείνει με την οικογένειά της και να κληρονομήσει την κατάθλιψη και την τρέλα της μητέρας της, ή να ρισκάρει να αποκοπεί ελευθερώνοντας τον εαυτό της – ανεξάρτητα από το πόσο πετυχημένα – από την μητρική επιρροή. Όπως και στην περίπτωση του «The Sea Wall», η μητρική εξάλειψη είναι αυτό που επιφέρει την ανεξαρτησία του κοριτσιού. Κι όμως ο ίδιος χαρακτήρας θα επιστρέψει επτά χρόνια αργότερα στο επόμενο μυθιστόρημα «The North China Lover».

Και τα τρία μυθιστορήματα της Marguerite Duras καταγράφουν το ταξίδι μιας νεαρής γυναίκας στην αυτο-ανακάλυψη και την εξατομίκευση. Ενώ στα δύο πρώτα μυθιστορήματα η νεαρή ηρωίδα αισθάνεται την ανάγκη να εξαλειφθεί η μητέρα από τη ζωή της προκειμένου να καταστεί ανεξάρτητη, επομένως, να δημιουργήσει δική της ταυτότητα, η τρίτη σηματοδοτεί μια στροφή και μια επακόλουθη πρόοδο στη σχέση μητέρας-κόρης. Η ανταγωνιστική και συχνά βίαιη συμπεριφορά της μητέρας προς την κόρη μειώνεται, καθώς υπάρχουν προσπάθειες για συμφιλίωση μεταξύ τους. Επιπλέον, η σχέση μεταξύ του Κινέζου εραστή και του κοριτσιού επιβαρύνθηκε από αισθήματα ενοχής, ντροπής και φόβου. Στo «The North China Lover» η κατάσταση έχει μετριαστεί, καθώς είναι περισσότερο μια ιστορία δύο εραστών που ζουν μεταξύ μιάς κοινωνικής και πολιτικής αντιπαλότητας. Η αποικιακή κατάσταση είναι πάντα το σκηνικό του κάθε μυθιστορήματος που επηρεάζει όλες τις πτυχές της ζωής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Α’

Βιβλιογραφία

Abel, E., Hirsch M. and Langland E.: The Voyage In: Fictions of Female Development. Hanover: University Press of New England, 1983.

Brooks, A.: Postfeminisms. Feminism, cultural theory and cultural forms. New York: Routledge, 1997.

Butler, J.: Gender Trouble. Feminism and the Subversion of Identity. New York: Routledge, 1990.

Butler, J.: Bodies that Matter. New York: Routledge, 1993.

Chodorow, N.: The reproduction of mothering: Psychoanalysis and the sociology of gender. Berkeley: University of California Press, 1978.

Cohen, S.: Women and discourse in the fiction of Marguerite Duras. Love, legends, language. Amherst: University of Massachussets Press, 1993.

Corbin, L.: The Mother Mirror. New York: Peter Lang, 1996.

Davidson, C.: and Broner E.M., eds. The Lost tradition: Mothers and daughters in literature. New York: Frederick Ungar Publishing, 1980.

DeBeauvoir, S.: The second sex. New York: Vintage Books,1974.

Duras, M.: Duras by Duras. San Francisco: City Lights Books, 1987.

Duras, M.: The Lover. Trans. Barbara Bray. New York: HarperCollins, 1992.

Duras, M.: The north China lover. Trans. Leigh Hafrey. London: HarperCollins, 1994.

Duras, M.: The Sea wall. Trans. Herma Briffault. New York: Farrar, Straus and Giroux, 1952.

Friday, N.: My Mother, my Self. The daughter’s search for identity. Bloomington: Indiana University Press, 1989.

Hill, L. Duras M.: Apocalyptic desires. New York: Routledge, 1993.

Hirsch, M.: The mother/daughter plot. Narrative, psychoanalysis, feminism. Bloomington: Indiana University Press, 1989.

Irigaray, L.: Thinking the difference. Trans. Karin Montin. Lexington: French Forum Publishers, 1998.

Irigaray, L.: This sex which is not one. Trans. Catherine Porter. Ithaca: Cornell University Press, 1985.

Irigaray, L.: Speculum of the other woman. Trans. Gillian C. Gill. Ithaca: Cornell University Press, 1974.

Mulvey, L.: Visual Pleasure and Narrative Cinema. In: Film Theory and Criticism: Introductory Readings. Eds. Leo Braudy and Marshall Cohen. New York: Oxford UP, pp. 833-844, 1999.

Rich, A.: Of woman born: Motherhood as experience and institution. New York: Norton, 1986.

Whitford, M., Burke C. and Schor N., eds.: Engaging with Irigaray: Feminist philosophy and modern European thought. New York: Columbia University Press, 1994.