Οι Ψυχοδιαγνωστικές Δοκιμασίες

psychodiagnostikes dokimasies
Η ψυχομετρία είναι ένας κλάδος της ψυχολογίας που ασχολείται με την κατασκευή των ψυχολογικών τεστ.

Από την Αρετή Γκατζέλια, Κοινωνιολόγο- Σύμβουλο Ψυχικής Υγείας, MSc Κλινική Ψυχολογία

Η ψυχολογία είναι μία από τις πιο πρόσφατα εξελιγμένες επιστήμες. Ωστόσο, είναι πολλοί οι τομείς που τη συνθέτουν. Η ψυχομετρία είναι ένας κλάδος της ψυχολογίας που ασχολείται με την κατασκευή των ψυχολογικών τεστ. Υπάρχει μία πληθώρα από τεστ που στοχεύουν σε μετρήσεις ατομικών διαφορών σε διάφορους ψυχολογικούς τομείς, όπως η νοημοσύνη, η προσωπικότητα και η δημιουργικότητα. Ακόμη, αναπτύσσει διάφορες στατιστικές μεθόδους για την ανάλυση των δεδομένων.

Η ψυχολογική αξιολόγηση είναι ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια της θεραπευτικής διαδικασίας και συμπεριλαμβάνει τη συγκέντρωση, την οργάνωση και την ερμηνεία των πληροφοριών που συγκεντρώνει ο εκάστοτε θεραπευτής σχετικά με τις ψυχολογικές λειτουργίες, τη συμπεριφορά και τη προσαρμογή του ατόμου. Στήριγμα όλων των παραπάνω αποτελούν οι ψυχολογικές λειτουργίες και η συμπεριφορά των κλιμάκων που κατασκευάζουν οι ψυχομετρητές. Πρόκειται για ψυχολογικές κλίμακες ιδιαίτερα σημαντικές για τους ψυχολόγους, κυρίως για αυτούς που ασχολούνται με την ψυχολογική αξιολόγηση (π.χ. σχολικοί, κλινικοί και οργανωτικοί ψυχολόγοι).

Υπάρχει μία πληθώρα ψυχομετρικών δοκιμασιών, οι οποίες διαφέρουν ως προς τη μορφή, τον τύπο, το περιεχόμενο και το σκοπό τους. Οι δοκιμασίες μπορεί να είναι ατομικές ή ομαδικές, γνώσεων, ικανοτήτων ή επίτευξης έργου ή στόχου. Ακόμη, οι δοκιμασίες ενδέχεται να μετρούν ενδιαφέροντα, κλίσεις, στάσεις ή πιστεύω. Μία από τις κατηγορίες σχετίζεται με τις ικανότητες και περιλαμβάνει δοκιμασίες μέτρησης γνωστικών ικανοτήτων, γενικών δυνατοτήτων γνώσης, ικανοτήτων επιτέλεσης έργου και επίτευξης στόχων. Μία ακόμη κατηγορία είναι αυτή που αφορά την προσωπικότητα και περιλαμβάνει δοκιμασίες μέτρησης ανθρωπίνων χαρακτηριστικών και συμπεριφορές ατόμων σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια.

Ένα πολύ μεγάλο δίλημμα σχετικά με την ψυχομετρία είναι το τι άλλο περιλαμβάνει εκτός από στατιστική. Αυτό που έχει απασχολήσει τους μελετητές είναι πόσοι φοιτητές μπορούν να το κατανοήσουν. Με το πέρασμα των χρόνων η εξασθένηση αυτής της ιδιαίτερης σχέσης ανάμεσα στη στατιστική περιγραφή και την ψυχολογική ερμηνεία οδήγησε τους ειδικούς ψυχικής υγείας σε ένα αδιέξοδο στο να συγκεκριμενοποιήσουν τη διαφορά ανάμεσα στη στατιστική και ψυχολογική πραγματικότητα.

Ο τομέας της ψυχολογίας που ονομάζεται ψυχομετρία πραγματεύεται τη μέτρηση και την κατασκευή ψυχολογικών διαδικασιών. Σύμφωνα με τον Klyne (1993) η ψυχομετρία είναι η μελέτη των ατομικών διαφορών με βάση τα ψυχολογικά τεστ. Πρόκειται για μία σημαντική προσπάθεια που μπορεί να προβλέπει όσο το δυνατό περισσότερο αντικειμενικά την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Οι ατομικές διαφορές στην προσωπικότητα σχετίζονται με τις βιολογικές διαφορές. Οι ψυχομετρικές δοκιμασίες δημιουργήθηκαν έτσι ώστε να μετρηθούν τα χαρακτηριστικά που θεωρούνταν πως αντανακλούν τη βιολογική διαφοροποίηση στην προσωπικότητα και τις ικανότητες.

Ο Alfred Binet (1905) δημιούργησε την πρώτη Κλίμακα Νοημοσύνης επιδιώκοντας να διαχωρίσει τα παιδιά που φοιτούσαν σε δημόσια σχολεία σε «φυσιολογικά» και σε παιδιά με νοητική καθυστέρηση. Με αυτό τον τρόπο παρατήρησε πως η νοημοσύνη δεν περιέχει μόνο απλές θεμελιώδεις λειτουργίες αλλά και ανώτερες νοητικές επεξεργασίες. Ορισμένες από αυτές είναι η εκτέλεση απλών εντολών, ο συντονισμός, η αναγνώριση, οι προφορικές γνώσεις, οι ορισμοί, η αναγνώριση εικόνων και η συμπλήρωση προτάσεων. Κατ’ επέκταση, οι Κλίμακες αυτές αποτέλεσαν το πρότυπο όλων των ψυχολογικών τεστ.

Η μεγάλη αναγκαιότητα που παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων για αξιολόγηση των νεοσύλλεκτων και για προσφορά ψυχολογικής στήριξης στους στρατιώτες έφεραν στο προσκήνιο για άλλη μια φορά τις ψυχολογικές μετρήσεις. Εκείνο το διάστημα η συνέντευξη ήταν η πιο διαδεδομένη μέθοδος ψυχολογικής μέτρησης. Ωστόσο, ήταν μία χρονοβόρα και ανεπαρκής διαδικασία όταν χορηγούταν σε μεγάλη ομάδα ατόμων. Για αυτό το λόγο οι ψυχολόγοι παρουσίασαν ορισμένες ασκήσεις και διαδικασίες προερχόμενες από τις κλίμακες του Binet (1905) και άλλων με στόχο να τις χορηγήσουν στις μεγάλες αυτές ομάδες ατόμων. Έτσι προσαρμόστηκαν νέα τεστ νοημοσύνης τα οποία ονομάστηκαν Army Alpha και Army Beta Test με στόχο τον διαχωρισμό των νοητικά ανώριμων και των νοητικά ικανότερων νεοσύλλεκτων προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε υπεύθυνες εργασίες.

Η δεκαετία του 1950 χαρακτηρίστηκε ως δεκαετία σταθμός σχετικά με τις ψυχολογικές μετρήσεις. Η διαδικασία της ψυχολογικής μέτρησης έκανε την εμφάνισή της και επηρέασε τα βασικά κέντρα κοινωνικών αποφάσεων, όπως τα σχολεία, το στρατό και την ιατρική κοινότητα.

Υπάρχουν 18 βασικές κατηγορίες ψυχολογικών τεστ, οι οποίες είναι οι εξής:

  • Προσωπικότητας
  • Επαγγελμάτων
  • Νοημοσύνης
  • Διάφορα
  • Εξελικτικά
  • Λόγου και ακοής
  • Αγγλικών
  • Αξιολόγησης συμπεριφοράς
  • Εκπαίδευσης
  • Ανάγνωσης
  • Επίτευξης
  • Νευροψυχολογικά
  • Αισθητήριο-κινητικά
  • Μαθηματικών
  • Καλών τεχνών
  • Συστοιχίες πολλαπλών ικανοτήτων
  • Ξένων γλωσσών
  • Κοινωνικών μελετών.

Τα 12 πιο σημαντικά τεστ που εμφανίστηκαν τη δεκαετία αυτή παρουσιάζονται παρακάτω με βάση των αριθμό των δημοσιεύσεων τους ξεκινώντας από αυτό που έχει τις περισσότερες:

  • Rorschach
  • Stanford-Binet
  • Weschler-Bellevue
  • TAT
  • MMPI
  • ACE
  • SVIB
  • Bernreuter
  • Kuder Preference
  • Bell Adjustment Inventory
  • Seashore (Musical Talent)
  • Primary Mental Abilities (Sundberg, 1954).

Είναι φανερό πως το δημοφιλέστερο και πιο σημαντικό τεστ εκείνη την περίοδο ήταν το τεστ κηλίδων του Rorschach. Γεγονός είναι ότι το τεστ αυτό παραμένει ακόμα και σήμερα ένα από τα πιο πολυσυζητημένα αλλά και αμφιλεγόμενα ψυχολογικά εργαλεία.

Η χρήση των ψυχοδιαγνωστικών δοκιμασιών έχει αναδειχθεί μέσω εμπεριστατωμένων ερευνών ως ιδιαίτερα σημαντική στο χώρο της κλινικής αξιολόγησης. Ωστόσο, οι κλινικοί ψυχολόγοι είναι απαραίτητο να έχουν εμπειρία προκειμένου να το χορηγήσουν και να χρησιμοποιούν αυτό το μέσο με σύνεση και διακριτικότητα  αναζητώντας πάντα εναλλακτικές διαδικασίες. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ορισμένοι από τους ειδικούς χρησιμοποιούν τα αποτελέσματα των τεστ ως κάτι το αμερόληπτο και το αναμφίβολα επιστημονικό. Η χρήση τους αυτή έχει ως συνέπεια την κατάχρηση των δεδομένων.

Στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν ιδιαίτερα υπερβολικοί ισχυρισμοί για την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων ενός τεστ το επάγγελμα του ψυχολόγου υφίσταται ζημία. Οι ψυχοδιαγνωστικές δοκιμασίες θα ήταν καλό να αντιμετωπίζονται ως μία προσφορά στην κλινική αξιολόγηση με δικαιολογημένη βάση συμπεράσματος, ενώ παράλληλα θα πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες πηγές παρατηρήσεων και να χρησιμοποιείται με συστηματικό σκεπτικισμό.

Εντούτοις, δεν θα ήταν ορθό να σταθούμε μόνο στα παραπάνω διότι η ψυχομετρία και οι ψυχοδιαγνωστικές μέθοδοι έχουν αναμφίβολα ολοκληρώσει με την παρουσία τους το κομμάτι της ψυχολογικής αξιολόγησης και της κλινικής άσκησης. Οι ερμηνείες τους έχουν προσδώσει ένα ιδιαίτερο κύρος στην επιστήμη της ψυχολογίας προσθέτοντας μία ακόμη βοήθεια στη διαδικασία της διάγνωσης.

 

Βιβλιογραφία:
Μέλλον, Ρ. (1998). Ψυχοδιαγνωστικές Μέθοδοι. Αθήνα. Ελληνικά Γράμματα

Κουλάκογλου, Κ. (2002). Ψυχομετρία και Ψυχολογική Αξιολόγηση. Αθήνα. Παπαζήση

Σταλίκας, Α., Τριλίβα, Σ., Ρούσση, Π. (2002). Τα Ψυχομετρικά Εργαλεία στην Ελλάδα. Αθήνα. Ελληνικά Γράμματα