Η πραγματικότητα των γυναικών για τον ιό HIV

Η επιτυχής διαπροσωπική επικοινωνία κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής συνεύρεσης είναι καίριας σημασίας για πιο ασφαλείς συμπεριφορές, ειδικά για τις γυναίκες.

Από τη Μαρία Μπάδα, Ψυχολόγο, Επικοινωνιολόγο, ΜΑ, Υπ. Διδάκτωρα Παντείου

Σε σύγκριση με τους άνδρες, οι γυναίκες θεωρείται ότι είναι πιο ευάλωτες σε μια λοίμωξη από τον ιό HIV. Πρώτον, οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη βιολογική ευαισθησία σε λοιμώξεις κατά τη διάρκεια της ετεροφυλοφιλικής επαφής. Η ανισότητα στην εξουσία και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των γυναικών τις θέτει σε μεγαλύτερο κίνδυνο μόλυνσης από τον ιό HIV. Όταν οι γυναίκες είναι κοινωνικά, οικονομικά ή/και συναισθηματικά εξαρτώμενες από τους άνδρες, η ικανότητά τους να διαπραγματεύονται μια ασφαλή σεξουαλική επαφή με τους συντρόφους τους είναι μειωμένη (Amaro, 1995,  Tang, Wong, & Lee, 2001). Για να καταλάβουμε την συμπεριφορά των γυναικών, πρέπει κανείς να αναγνωρίσει τη χρήση προφυλακτικού ως δυαδική πράξη μεταξύ συντρόφων και να λάβουμε υπόψη τις δυναμικές του φύλου.

Οι γυναίκες στην εφηβεία και ιδίως αυτές των μειονοτικών εθνοτήτων, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για την ετεροφυλοφιλική μετάδοση του ιού HIV σε σχέση με τους άνδρες συναδέλφους τους (Valleroy, MacKellar, Karon, Janssen, & Hayman, 1998). Η κατάχρηση ουσιών, τα προβλήματα ψυχικής υγείας, η παιδική σεξουαλική κακοποίηση, τα υψηλότερα ποσοστά των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων (ΣΜΝ) και η βιολογική ευαισθησία, όλα είναι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο απόκτησης του ιού HIV μεταξύ των σεξουαλικά ενεργών εφήβων κοριτσιών (Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, 2008, Malow, Rosenberg, Donenberg, & Devieux, 2006).

Μερικοί ερευνητές, έχουν σημειώσει σημαντικές διαφορές μεταξύ των ατομικών συμπεριφορών υγείας (π.χ., το κάπνισμα, η χρήση αντηλιακού, η άσκηση) και της ασφαλούς σεξουαλικής συμπεριφοράς. Οι ερευνητές υποστήριξαν ότι η ασφαλής σεξουαλική συμπεριφορά και η χρήση προφυλακτικού προσεγγίζονται καλύτερα ως μια δυαδική συμπεριφορά. Οι Catania, Binson, Dolcini, Moskowitz και van der Straten (2001) τονίζουν τη σημασία της επικοινωνίας ως διαπροσωπικό στοιχείο της προστασίας από τον ιό HIV. Άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι με υψηλότερα επίπεδα επικοινωνίας με τον σύντροφό τους για τους κινδύνους από τον ιό HIV, είναι πιο πιθανό να προστατεύουν τον εαυτό τους (Catania, Coates, Kegeles & 1994).

Η επιτυχής διαπροσωπική επικοινωνία κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής συνεύρεσης είναι καίριας σημασίας για πιο ασφαλείς συμπεριφορές, ειδικά για τις γυναίκες, δεδομένου ότι χρειάζεται η συμφωνία από τους συντρόφους τους για να επιτύχουν τη χρήση προφυλακτικού (Amaro, 1995). Οι γυναίκες πρέπει να αισθάνονται άνετα, με αυτοπεποίθηση και αποτελεσματικότητα όταν αναφέρουν το θέμα της ασφαλούς σεξουαλικής συμπεριφοράς, τη διαπραγμάτευση της χρήσης προφυλακτικού, τη συζήτηση ασφαλών εναλλακτικών λύσεων και την άρνηση της μη ασφαλούς σεξουαλικής επαφής όταν είναι απαραίτητο. Με άλλα λόγια, η προαγωγή της ασφαλούς σεξουαλικής συμπεριφοράς των γυναικών θα πρέπει να στοχεύει στην επικοινωνία χρήσης του προφυλακτικό ως κλειδί για  την ασφαλέστερη σεξουαλική συμπεριφορά (Lam, Mak, Lindsay & Russell, 2004, Troth & Peterson, 2000). Η πρόθεση χρήσης του προφυλακτικού εξαρτάται από την αποτελεσματική επικοινωνία και την μετάφραση της σε συμπεριφορά. Εφόσον οι ετεροφυλόφιλες γυναίκες χρειάζονται τη συμφωνία του συντρόφου τους για τη χρήση προφυλακτικών, η επικοινωνία είναι αναπόσπαστη στην συμπεριφορά των γυναικών για την χρήση προφυλακτικού.

Συνοψίζοντας την έρευνα για το HIV/AIDS κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ο Rogers (2000) καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι «η επιδημία του AIDS τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει βοηθήσει να αποδειχθεί ότι η επικοινωνία είναι κεντρικής σημασίας για την πρόληψη της συμπεριφοράς».

Βιβλιογραφία:

  • Amaro, H. (1995). Love, sex, and power: Considering women’s realities in HIV prevention. American Psychologist, 50, 437-447.
  • Catania, J. A., Binson, D., Dolcini, M. M., Moskowitz, J. T., & van der Straten, A. (2001). Frontiers in the behavioral epidemiology of HIV/STDs. In A. Baum, T. A. Revenson, & J. E. Singer (Eds.), Handbook of health psychology (pp. 777-799). Mahwah, NJ: Lawrence Erlbaum Associates.
  • Catania, J. A., Coates, T. J., & Kegeles, S. (1994). A test of the AIDS risk reduction model: Psychosocial correlates of condom use in the AMEN cohort study. Health Psychology, 13, 548-555.
  • Lam, A. G., Mak, A., Lindsay, P. D., & Russell, S. T. (2004). What really works? An exploratory study of condom negotiation strategies. AIDS Education and Prevention, 16, 160-171.
  • Malow, R. M., Rosenberg, R., Donenberg, G., & Devieux, J. G. (2006). Interventions and patterns of risk in adolescent HIV/AIDS prevention. American Journal of Infectious Diseases, 2, 80-89.
  • Rogers, E. M. (2000). Introduction. Journal of Health Communication, 5, 1-3.
  • Tang, C. S., Wong, C., & Lee, A. M. (2001). Gender-related psychosocial and cultural factors associate with condom use among Chinese married women. AIDS Education and Prevention, 13, 329-342.
  •  Troth, A., & Peterson, C. C. (2000). Factors predicting safe-sex talk and condom use in early sexual relationships. Health Communication, 12, 195-218.
  • Valleroy, L. A., MacKellar, D. A., Karon, J. M., Janssen, R. S., & Hayman, C. R. (1998). HIV infection in disadvantaged outof-school youth: Prevalence for U.S. Job Corps entrants, 1990 through 1996. Journal of Acquired Immune Deficiency Syndromes and Human Retrovirology, 19(1), 67-73.