Η νυχτερίδα

Γράφει ο Δημήτρης Γιατρέλλης*

 

Batwoman: Είσαι πολύ καλός στο τάβλι!
Apon(t)os
: enta3i, ta katafernw…
Batwoman: Έχεις μσν;
Apon(t)os: exw
Batwoman: batwoman@gmail.com Έλα να τα πούμε…
Apon(t)os: kleise ki erxomai, ftanw!!
***
Η Ελένη βγαίνει από το σάιτ με τα παιχνίδια. Άλλος ένας άντρας είναι έτοιμος να πιαστεί στον ιστό της. Η συγκεκριμένη εξέλιξη μόνο χαρά δεν της φέρνει· κάθε άλλο. Την ενοχλεί πολύ η ευκολία με την οποία προσφέρονται τα υποψήφια θύματα. Πάνε οι εποχές των πολύωρων διαλόγων, τότε που προσπαθούσε να κατακτήσει με έξυπνες ατάκες, που ίδρωνε για να το πετύχει. Πάντα υπήρχε ένας αντίλογος, ένα ψάξιμο. Εδώ και καιρό η προσφορά είναι τόσο μεγάλη, που από την τέχνη του διαλόγου έχουν περάσει στις λεκτικές ξεπέτες. Ακόμα και με greeklish, αν είναι δυνατόν!

Θέλει να τα παρατήσει όλα και να πέσει για ύπνο. Η νύχτα όμως είναι μεγάλη, χειμωνιάτικη. Η σκέψη και μόνο ότι θα την βρει και αυτό το ξημέρωμα μόνη, της φέρνει πανικό. Πιέζει τον εαυτό της να συνεχίσει, πρέπει να συνεχίσει. Οι κινήσεις που θα κάνει γνωστές εκ των προτέρων, οι αντιδράσεις του απέναντι προβλεπόμενες σε σημείο απελπισίας. Στην αρχή θα ξεκινήσουν με τα τυπικά. Όνομα, ηλικία, πόλη. Μετά θα υπομείνει τα χόμπι του: Τένις οπωσδήποτε, σπορ αυτοκίνητα, εκδρομές. Μέχρι και ιππασία είναι διατεθειμένη να ανεχτεί τούτο το βράδυ. Η γνωριμία θα προχωρήσει μέχρι τη συνάντηση. Αν ο τύπος εκπληρώνει τα βασικά, μπορεί να ακολουθήσει σεξ. Μόλις θα διαπιστώσει την εξάρτησή του, θα εξαφανιστεί από προσώπου δικτύου. Θα αλλάξει το προφίλ, το μέιλ, όλα όσα έχουν σχέση με την μέχρι τώρα ιντερνετική της παρουσία.

Αναρωτιέται γιατί τα κάνει όλα αυτά. Τι ελπίζει από μια γνωριμία της στιγμής; Πώς στο καλό θα διοχετεύσει το πάθος της σε μια αρρωστημένη κατάσταση; Εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν. Όλους μπορεί να τους ξεγελάσει, όχι όμως τον εαυτό της. Ανάβει τσιγάρο. Την ώρα που ξεφυσά τον καπνό στην οθόνη του υπολογιστή, σκέφτεται με τρόμο μια μελλοντική κοινωνία – όχι πολύ μακρινή -, όπου ειδικό λογισμικό της κρατικής δικτυονομίας θα εντοπίζει αυτούς που καπνίζουν. Στη καλύτερη περίπτωση θα ορμούσαν ο μπάτσοι στο δωμάτιό της και θα την έχωναν στη στενή. Στη χειρότερη θα της έκοβαν το φέισμπουκ για μια βδομάδα. Ανατριχιάζει. Είναι μια γυναίκα που έφαγε τη ζωή με το κουτάλι. Έδωσε τις κοινωνικές της μάχες και χάρηκε με τις προσωρινές νίκες, πολύ δε περισσότερο έμαθε από τις διαρκείς ήττες. Αν για αυτή το διαδίκτυο έχει γίνει έμμονη ιδέα, δεν τολμά να σκεφτεί την εξάρτηση που θα έχουν τα νέα παιδιά που γεννιούνται με το λάπτοπ αγκαλιά. Αυτή όμως είναι μια συζήτηση που δεν θα την κάνει, δυστυχώς, με τον Apon(t)o.

Ανοίγει το μσν. Βλέπει την πρόταση του apontos@hotmail.com και την κάνει αποδεκτή. Διαλέγει μια φωτογραφία που της αρέσει. Εντάξει, την έχει επεξεργαστεί ψηφιακά μεν, ελαφρά δε. Περίπου σαν την προεκλογική αφίσα του Σημίτη, που είχαν αφαιρέσει τις ελιές από τη μούρη, είχαν ρετουσάρει το δέρμα, αλλά όταν τον έβλεπες τον αναγνώριζες. Δεν θέλει στο ραντεβού να είναι μια δυσάρεστη έκπληξη για το υποψήφιο θύμα. Αρκετές είχε νοιώσει η ίδια. Τόσα και τόσα ραντεβού και όλα αυτά γιατί; Για μια χίμαιρα, για έναν ευσεβή πόθο που ποτέ δεν θα συναντήσει. Θυμάται με θλίψη τα χτεσινά: Αποτυχία με την πρώτη ματιά. Δεν έφταιγε που ο τύπος δεν βλεπόταν, αλλά κυρίως το γεγονός ότι δεν ακουγόταν. Από πότε οι εθνόκαυλοι εκτός από το ανάδελφο έθνος ανακάλυψαν και το καμάκι; Σίγουρα υπάρχουν και αριστεροί βλάκες και μάλιστα πολλοί, τουλάχιστον μερικοί από αυτούς έχουν ένα στιλ. Τώρα πάλι γιατί τα σκέφτεται όλα αυτά; Περάσανε. Ας πάνε στο καλό κι ας μη ξανάρθουν στο μυαλό της ποτέ.

Λέει στον άγνωστο πως θα τα πούνε αύριο γιατί έτυχε μια επείγουσα δουλειά. Παρατά το κομπιούτερ και βγαίνει για έναν περίπατο στον καθαρό αέρα. Είναι μια νύχτα από αυτές που κουβαλάνε  τον χειμώνα. Η υγρασία ξετσίπωτη και ο αέρας υστερικός. Δεν δίνει σημασία, άλλα πράγματα την απασχολούν. Δεν θέλει να το παραδεχτεί, όλα όμως οδηγούν στον Apistos. Άπιστος ή μήπως Άριστος; Ή και τα δυο μαζί; Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει. Το μόνο σίγουρο, η αύρα του. Ξεχείλιζε από μια ελκτική ικανότητα, μια ακτινοβολία που δεν είχε σχέση με την ομορφιά όπως την παρουσιάζουν οι τηλεοράσεις και τα περιοδικά. Πήγαζε από μια εσωτερική ανάγκη να δώσει πράγματα, να μοιραστεί. Δεν της επέτρεψε ποτέ να δει μέσα του. Τις λίγες φορές που τον πέτυχε χαλαρό και έριξε κλεφτές ματιές, θαμπώθηκε από το φως που ανέδιδε η ψυχή του. Θυμήθηκε την πρώτη τους διαδικτυακή επαφή: Συνήθως, σε τέτοιες γνωριμίες, ήταν αυτή που επιχειρούσε να σπάσει τον πάγο. Αυτή τη φορά την πήρε και την σήκωσε.

«Αν σε ζαλίζουν οι πτήσεις καλύτερα να σταματήσουμε τη κουβέντα εδώ».

Την απογείωσε με ένα τρόπο που δεν πίστευε πως υπήρχε. Τον ερωτεύθηκε; Δεν μπορεί να απαντήσει με σιγουριά. Πώς μπορείς να ερωτευθείς κάποιον που δεν τον έχεις κοντά σου, δεν τον αγγίζεις και κυρίως δεν τον μυρίζεις; Που δεν τον βοηθάς στα προβλήματα παρά μόνο με λέξεις; Ο ίδιος της έλεγε πως είναι φίλοι με προνόμια. Θα τα λένε, θα μοιράζονται και θα ερωτοτροπούν εικονικά, όποτε αυτό είναι δυνατόν, αλλά μέχρις εκεί. Χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς γκρίνιες, χωρίς ζήλιες και κυρίως χωρίς συναντήσεις.

Τι είναι ο έρωτας τελικά; Είναι η ένωση της σάρκας και κυρίως η προσμονή μιας πράξης που ξέρεις ότι θα πάει καλά ή μια πνευματική ένωση; Είναι μια σοβαρή πνευματική ασθένεια όπως έλεγε ο Πλάτωνας ή απλά και μόνο το γενετήσιο ένστικτο, ένα τέχνασμα της φύσης για να πετύχει την αναπαραγωγή του είδους όπως έλεγε ο Σοπενχάουερ; Μήπως τελικά είχε δίκιο ο Ουγκώ που έλεγε πως η ζωή είναι ένα λουλούδι και ο έρωτας το μέλι του; Αλλά και ποιος νοιαζόταν τότε για απαντήσεις; Της αρκούσε η πτήση. Ο ορισμός της εξάρτησης. Χάθηκε με τον ίδιο τρόπο που είχε φανεί· απρόσμενα. «Μη με ψάξεις», ήταν το αντίο του. Μόλις ξεπέρασε(;) το γεγονός του χωρισμού, άρχισε να αναζητά με μανία για κάτι παρόμοιο. Όπως γίνεται σχεδόν πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Apistos έγινε άπιαστος. Με αγωνία αναζητούσε δυο λέξεις που θα τον θύμιζαν. Τζίφος. Και βρήκε, τελικά,  αυτό τον τρόπο για να τιμωρεί τους άντρες.

Το κρύο γίνεται αφόρητο και αναρωτιέται τι κάνει τέτοια ώρα στη μέση του δρόμου. Αυτό όμως που δεν μπορεί με τίποτα να απαντήσει είναι τι καταφέρνει με όλες αυτές τις γνωριμίες της στιγμής και τις χυλόπιτες που δίνει. Τιμωρεί τους άντρες γενικά ή τον εαυτό της ειδικά; Απάντηση δεν παίρνει, το βλέμμα της όμως φωτίζεται από μια αστραπή θέλησης. «Θα το κόψω μαχαίρι», λέει με μια αποφασιστικότητα που της δίνει φτερά. «Τέρμα το παρελθόν. Αυτό που χρειάζομαι τώρα είναι μια επανεκκίνηση για να αντιμετωπίσω το παρόν και να σχεδιάσω το μέλλον. Τέρμα οι ψεύτικοι κόσμοι, οι ψεύτικες προσδοκίες».

Πάει στον υπολογιστή. Είναι η στιγμή της εξιλέωσης, του delete. Βλέπει πως έχει ξεχάσει το μσν ανοιχτό, με τη φωτογραφία της αναρτημένη. Κάτι της έχουν γράψει. Δεν θέλει να το διαβάσει, είναι αποφασισμένη να τελειώνει με όλα αυτά. Είναι όμως και γυναίκα. Πριν το κλείσει ρίχνει μια ματιά.

«Αν ακόμα δεν σε ζαλίζουν οι πτήσεις…»

Χλομιάζει  και αρχίζει να τρέμει. Λίγο πριν σωριαστεί στην πολυθρόνα, νοιώθει την καρδιά της να χτυπά ξέφρενα.
***
Η περιέργεια, λένε οι σοφοί, είναι μια από τις μορφές της γυναικείας γενναιότητας Υπερβολές…

 

__________________________________________

* Ο Δημήτρης Γιατρέλλης γεννήθηκε το 1959 στον Πολυχνίτο Λέσβου. Μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα. Από το 1989 ζει με την οικογένειά του στη Μυτιλήνη. Έχει εκδώσει από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη το μυθιστόρημα: « To τραγούδι του κούκου»

Το διήγημα “Η νυχτερίδα” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ιστότοπο του microstory.