«Οι μαγικές παντόφλες»

Χρόνος ανάγνωσης 5 ΄

Γράφει η Αθηνά Πάσχου

–  Μαμά αυτά θέλω! Τα κόκκινα!

Η μικρή Σοφία χοροπηδούσε εκστασιασμένη μέσα στο κατάστημα του  Μανώλη κοιτώντας με γουρλωμένα μάτια μία τη μαμά της, μία τον Μανώλη, μία τα κόκκινα παπούτσια που φορούσε στα ποδαράκια της.

– Αυτά, αυτά….!

– Βρε Σοφίτα μου, θέλουμε παπούτσια για τη βροχή, για το κρύο… αυτά εδώ είναι ανοιχτά και θα κρυώνουν τα πόδια σου, εκτός ότι θα μπαίνει μέσα όλο το νερό.

-Μαμά δεν πειράζει! Η Σοφία τράβηξε τη φούστα της μαμάς της για να της πει κάτι συνωμοτικά στο αυτί. «Θα φοράω τις κάλτσες μου από πάνω», της ψιθύρισε.

Πώς να αντισταθεί η Ολυμπία; Ποτέ δεν άντεχε να είναι σκληρή όταν τα μεγάλα μάτια της κόρης της την κοιτούσαν ζητώντας κάτι με τόση λαχτάρα. Πότε ήταν για να τη συγχωρέσει που έσπασε το βάζο, πότε ήταν για να της κάνει πατάτες τηγανιτές που δεν της αρέσουν τα ψάρια και πότε, όπως σήμερα, για ένα δώρο, για ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια.

-Θα τα πάρουμε… τι να την κάνω…; Είπε σχεδόν απολογητικά η Ολυμπία στον Μανώλη.

-Εντάξει. Θα τα βάλεις Σοφία ή να τα βάλω στο κουτάκι τους;

-Εεεε, μα θα τα βάλω! Φώναξε με χαρά η Σοφία και άρχισε να χοροπηδάει γύρω-γύρω με τα νέα της παπούτσια και κουνώντας το κεφάλι δεξιά-αριστερά. Ο Μανώλης την κοίταξε τρυφερά και πήγε προς το ταμείο.

Φέτος έκλεινε 18 χρόνια που είχε ανοίξει το μαγαζί του. «Show comfort» το είχε πει. Ήταν μεγάλη απόφαση για εκείνον που άφησε τη θέση του διευθυντή στην εταιρεία καθαρισμού «για λόγους ευθιξίας» όπως έλεγε. Άφησε και την παλιά του γειτονιά και άνοιξε μαζί με τη γυναίκα του το μαγαζί με τα παπούτσια. Εκείνη, η όμορφη Μινέτα, αγαπούσε πολύ τα παπούτσια. Κυρίως τα ψηλά, εκείνα που της επέτρεπαν να βλέπει τον κόσμο σα να πετάει. Δεν της άρεσε της Μινέτας να ζει μέσα στον κόσμο, να ζει μέσα στην πραγματικότητα και στην καθημερινότητα. Δεν άντεχε να μην μπορεί να ταξιδεύει με το μυαλό και το σώμα της. Έτσι, όταν έμαθε ότι αρρώστησε ο αδελφός της και τον έχασε, προσγειώθηκε ανώμαλα στην πραγματικότητα. Που καιρός για ταξίδια, που μυαλό για όνειρα. Άλλαξε τα παπούτσια της, όλα τα ζευγάρια που είχε. Από εκείνη τη μέρα φορούσε μόνο ίσια παπούτσια, μαύρα, καφέ, σκούρα παπούτσια. Σκούρα όπως η καρδιά της, σκοτεινή.

Τόσο σκοτάδι πώς να το αντέξει το φωτεινό της παρελθόν; Μια μέρα που γύρισε ο Μανώλης του είχε αφήσει ένα σημείωμα ποτισμένο με το άρωμά της. Ένα σημείωμα που έλεγε ότι έφυγε, για πού δεν έγραψε, και ένα κουτί από παπούτσια. Ο Μανώλης πήγε να το ανοίξει καθώς διάβαζε το γράμμα της, αλλά τον σταμάτησε το υστερόγραφό της: «Αυτό Μάνο μου θα το ανοίξεις τη μέρα που θα χάσεις όλο σου το κουράγιο. Μόνο εκείνη τη μέρα, ακούς; Κάντο αυτό για εμένα. Σ’ αγαπάω, η Μινέτα σου».

Η μέρα αυτή δεν ήρθε πότε για τον Μανώλη. Ή μάλλον ήρθε πολλές φορές αλλά πάντα ένιωθε ότι δεν είναι σήμερα η χειρότερη μέρα του. Έτσι κράτησε κλειστό αυτό το κουτί για 3 χρόνια. Μέχρι σήμερα. Αυτό το Σαββατιάτικο απόγευμα, γιορτινές μέρες του Δεκέμβρη, καθώς γυρνούσε από το μαγαζί του κοιτούσε τα ζευγαράκια, τις οικογένειες, τους βιαστικούς ανθρώπους με τις σακούλες με τα δώρα τους για τις γιορτές. Τους κοιτούσε και ένιωσε τόσο έντονα μόνος του που έκλεισε για λίγο τα μάτια του. «Σήμερα είναι η μέρα για το κουτί….», αποφάσισε και άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα για το σπίτι του.

Μπήκε μέσα, άναψε το φως από το σαλόνι και κοίταξε το τζάκι που ακόμη σιγόκαιγε από το μεσημέρι. Στη γωνιά ήταν το στολισμένο δέντρο του, άλλη παραγγελιά αυτή από τη Μινέτα, να στολίζει κάθε χρόνο το δέντρο τους. Σε όλα είχε υπακούσει ο Μανώλης και ας τον είχε αφήσει μόνο του τόσο καιρό να ζει μισός. Πήρε το κουτί που το φύλαγε κάτω από το κρεβάτι, το ακούμπησε στα πόδια του και αναστέναξε βαθιά. Έκλεισε τα μάτια του και ένιωσε με τα δάχτυλα του κάθε επιφάνεια του κουτιού. Με κλειστά μάτια συνέχισε να περιεργάζεται το κουτί, σα να ήθελε να το ρουφήξει με τα δάχτυλα του. Άνοιξε το καπάκι του και έβαλε μέσα το χέρι του. Ένιωσε κάτι χαρτιά τσαλακωμένα και κάτω από αυτά κάτι μαλακό… «Τι έκανες μωρέ Μινέτα;» είπε δυνατά μέσα στο ξάφνιασμα και την αγωνία του. Άνοιξε τα μάτια του για να δει το σπουδαίο δώρο της, τη σωσίβια λέμβο που του είχε αφήσει η Μινέτα του για την πιο δύσκολη μέρα της ζωής του.

«Καλά, πλάκα μας κάνεις; Αυτές είναι…. αυτές είναι παντόφλες!». Ξαφνικά ο Μανώλης άρχισε να γελάει δυνατά, να γελάει μέσα από την ψυχή του, να γελάει για όλα τα τελευταία χρόνια που το χειλάκι του δεν είχε σκάσει ούτε χαμόγελο. «Αυτές είναι παντόφλες μωρέ Μινέτα… παντόφλες για να βρω το κουράγιο μου;». Μέσα στη δεξιά του παντόφλα ήταν ένα χαρτάκι τριπλο-διπλωμένο. Το άνοιξε τελετουργικά, το βλέμμα του είχε παγώσει και η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα σαν τρένο που ξεκινά το ταξίδι του από το σταθμό. «Μάνο μου, είσαι στενοχωρημένος… Το καταλαβαίνω. Δε μου κρατάς κακία, και αυτό το ξέρω. Όπως ξέρω και ότι τώρα θέλεις όσο τίποτε άλλο να δεις τον κόσμο και εσύ σα να πετάς. Βάλε αυτές τις παντόφλες…». Το γυρνάει από πίσω ο κ. Μανώλης, τίποτε. Ψάχνει την αριστερή παντόφλα, τίποτε… Ανακατεύει τα χαρτιά στο κουτί, το αναποδογυρίζει, το κουνάει πάνω κάτω μπας και ακούσει κάτι, τίποτε.

Αυτές ήταν οι κουβέντες της Μινέτας του για να πάρει κουράγιο; «Εεε, όχι!». Θυμωμένος σηκώνεται και κλωτσά το κουτί. Κλωτσάει και τις παντόφλες και χτυπάνε στο δέντρο με τα αναμμένα λαμπάκια τα χριστουγεννιάτικα. Του πήρε ώρα να ηρεμήσει. Χρειάστηκε ένα ζεστό μπάνιο και έναν περίπατο στο πάρκο. Γυρνώντας σπίτι του το είχε πλέον αποφασίσει. Αφού είχε χάσει από τη ζωή του τη Μινέτα, ας έβαζε αυτές τις παλιοπαντόφλες  για να νιώσει κάτι από εκείνη κοντά του.

Περνάει το δεξί του πόδι… Περνάει και το αριστερό….. «Μμμ… μαλακές που είναι…» σκέφτεται. Διπλώνει τα δάχτυλα του που είναι μέσα στις ζεστές φωλιές και τα ξεδιπλώνει για να ανακουφιστεί. Κλείνει τα μάτια του και γέρνει πίσω στην πολυθρόνα δίπλα από το τζάκι που σιγόκαιγε ακόμη. Ξαφνικά κάτι περίεργο συμβαίνει. Οι παντόφλες αρχίζουν από μόνες τους να κουνιούνται. Αρχίζουν να ενώνονται, να προχωρούν μπροστά, να χτυπούν ρυθμικά στο πάτωμα… Ο Μανώλης έχει σαστίσει εντελώς και αφήνεται να τον παρασύρουν οι μαγικές παντόφλες. Τα πόδια του τώρα δεν πατάνε στη γη, έχει ανυψωθεί μερικά εκατοστά από το έδαφος, μερικά μέτρα, πολλά μέτρα… είναι έξω από το σπίτι του, πάνω από το σπίτι του, πετάει! Πετάει πάνω από τους κήπους, πάνω από στολισμένες αυλές και μέσα από σπίτια με γιορτινά τραπέζια, πάνω από την παλιά του γειτονιά, πάνω από τους δρόμους τους γεμάτους με ομίχλη… Πετάει ψηλά, πετάει μακριά από την πόλη του και μακριά από τη μοναξιά του. Όλα του φαίνονται μικρά, μικρά αλλά γιορτινά και χαρούμενα.

Στο πάτωμα του σπιτιού του, εκεί ανάμεσα από τα πολλά χαρτιά και το κουτί, υπάρχει ένα ακόμη μικρό χαρτάκι. Ένα ακόμη μήνυμα από τη Μινέτα: «Μάνο μου, πέτα πάνω από ό, τι σε πονάει… Σου φαίνεται ίσως αστείο, το ξέρω. Όμως με αυτές θα έρθεις κοντά μου, κάπως μαγικά…».  

_________________________________________________

Η Αθηνά Πάσχου ζει και εργάζεται ως ψυχολόγος στα Ιωάννινα, εκπαιδεύεται στην ψυχοθεραπεία ενηλίκων στο χώρο της ψυχανάλυσης και ταυτόχρονα ασχολείται με τη συγγραφή άρθρων και κειμένων σε τοπικά και ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε από το 2007. Αγαπημένος της τομέας είναι η συγγραφή παραμυθιών και έχει μια μεγάλη συλλογή από τέτοια κείμενα τα οποία κάποτε ελπίζει να μπορέσει να μοιραστεί με πολλούς ανθρώπους. Εδώ και έναν χρόνο αρθρογραφεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό ψυχολογίας “Ψυχο-γραφήματα” και είναι η πρώτη φορά που στέλνει ένα από τα παραμύθια της για δημοσίευση.