Η κληματαριά

Χρόνος ανάγνωσης 6 ΄

Γράφει η Ελένη Κοφτερού *
(Αφιερωμένο στη μνήμη του μπαμπά μου  που στερέωσε ένα  κομματάκι φύσης στην ταράτσα μας, ξενιτεύοντας μια κληματαριά για να γλυκάνει τα παιδικά μας  χρόνια  στο άχαρο αστικό τοπίο…) 

 

Είχα καιρό να τον δω, δεν ανέβαινε πια στην ταράτσα, δεν με ψέκαζε με το ελαφρύ θειάφι, δεν με κορυφολογούσε και στο τέλος δεν μάζευε καν τα σταφύλια μου…Τα ξερά μου φύλλα αφυδατώθηκαν, ξερό χαρτί έγιναν στροβιλίζονταν για λίγο με τον κατσαρό άνεμο, έκαναν μικρές αδέξιες πτήσεις για να καταλήξουν  ξανά στο μονωμένο δάπεδο της ταράτσας και να παραδοθούν στη σήψη με τις πρώτες βροχές. Κάποια  μέρα, άκουσα από τις κόρες του  που ανέβηκαν στην ταράτσα  ότι είναι βαριά άρρωστος. “Tι θα κάνουμε με την κληματαριά; Κανείς δεν μπορεί να τη φροντίζει πια…”

Η πρώτη τσεκουριά μ΄ αιφνιδίασε αλλά δεν πέτυχε εντελώς το σκοπό της. Σαν κομμένο ανθρώπινο μέλος  το κεντρικό κλαδί μου έκανε λίγες ταλαντώσεις , χτύπησε στα κάγκελα της ταράτσας χωρίς να έχει ακόμη  αποκοπεί απ’ το σώμα μου.Η αλήθεια είναι ότι  δεν υπέφερα για  πολύ! Τρεις  γεροδεμένοι άντρες με πριόνια και τσεκούρια με αποτελειώσανε, με τεμαχίσανε και με φορτώσανε σ’ ένα φορτηγάκι.Δεν χρειάζεται να σας περιγράψω τη διαδικασία της σήψης της κομποστοποίησης της μετατροπής μου σε λίπασμα -τροφή για μερικές παιχνιδιάρες νεαρές  βερικοκιές που μόλις είχαν φυτευτεί και πασχίζανε ν’ ακούσουν τον μακρινό ψίθυρο της γης.Θα ήταν όμως μεγάλη παράλειψη από μέρους μου να μην σας πω για τη φωτιά που έκαψε τον κεντρικό κορμό. Ο γαλαζωπός καπνός κατάφερε να φτάσει στον αγαπημένο μου που ξεψυχούσε εκείνη τη στιγμή.Στο δεξιά παλάμη του κρατούσε  ένα παλιό αποξηραμένο  δικό μου φυλλαράκι.

Θυμήθηκα  πόσο ονειροπαρμένη ήμουν όταν  με ξεχώρισαν από το μητρικό φυτό μου και  μ’ έβαλαν στο χώμα για να ριζοβολήσω. Ένιωθα σαν το   μικρό ανόητο ρυάκι που θέλει να γίνει ορμητικός χείμαρρος. Χωμένη στη σκοτεινή  υγρή σιγαλιά , ησύχαζα  και ετοιμαζόμουν να γαντζωθώ στη γη  με τις ρίζες μου, να γίνω επιτέλους  ένα φυτό με δική του υπόσταση. ένα αυτόνομο κλήμα!

 Μέχρι τότε ζούσα στο φόβο και την ανασφάλεια. Σάμπως τι ήμουν; ένα ξυλαράκι με πράσινο περιτύλιγμα. Κάθε φορά που το κλαδευτήρι του αγρότη πλησίαζε προς τη μεριά μου έτρεμα μήπως πριν προλάβω να μεγαλώσω  γίνω σκόνη,  αιωρούμενοι κόκκοι που παίζουν το παιχνίδι  της Εντροπίας. Κι όλο τεντωνόμουν προς τον ουρανό για να αρπάξω μερικά χρυσά  μόρια   απ’ τον ήλιο  .Ρουφούσα λαίμαργα  κάθε  μόριο υγρασίας  και ανακάλυπτα  με τρελή χαρά  ικανές ποσότητες από  άζωτο, φωσφόρο και κάλιο που  υπήρχαν στο χώμα. Τα πρώτα μου λεπτά  ριζίδια δεν άργησαν  να εμφανιστούν  και τα όνειρά μου θέριεψαν.

 Έβλεπα   τα μάτια μου να φουσκώνουν και φούσκωνα  κι εγώ από περηφάνια που σε λίγες μέρες θα είχα  τα πρώτα φυλάκια μου για να φωτοσυνθέσω επιτέλους, να γίνω ελεύθερη κι αυτόνομη. Κάποιες στιγμές δεν την άντεχα τόση χαρά! Φανταζόμουν  τον εαυτό μου φυτεμένο δίπλα στο υπόλοιπο αμπέλι, εγώ το πιο εύρωστο, το πιο όμορφο κλήμα γεμάτο σταφύλια με τις πιο γλυκές τις πιο λαμπερές ρώγες.  Να ταΐζω τα πουλάκια και  να περισσεύουν τόσα πολλά και για τους ανθρώπους.

Αλίμονο! ούτε τα όνειρά ούτε η ματαιοδοξία μου έζησαν πολύ. Η μοίρα μου ( τι λέξη κι  αυτή! εντελώς ανθρώπινη!) το ήθελε αλλιώς… Το  επόμενο πρωί, ενώ  στέγνωνε απαλά  η νυχτερινή δροσούλα ένιωσα ένα δυνατό τράνταγμα…Τι είναι αυτό θεέ μου! έσκουξα,  κανείς δεν μ’ άκουσε φυσικά… Αχ γιατί; τι αμαρτίες πλήρωνα; ποιά άκαρπα αμπέλια,  μου κληρονόμησαν τις κατάρες των ανθρώπων; Χαμήλωσα  τα μάτια μου και είδα σκαμμένο το χώμα γύρω  γύρω-γύρω απ’ τις ρίζες μου. Κάποιος προσπαθούσε να με ξεριζώσει χωρίς να κοπούν τα ριζικά τριχίδια.

-Τι κάνεις εκεί βρε κακούργε του φώναζα, βρίζοντας και κλαίγοντας…

Ήμουν  σε κατάσταση υστερίας. Μα τι νόμιζε  ο ηλίθιος; Ότι θα  με ξεριζώσει χωρίς να πονέσω; Είναι ποτέ δυνατό αυτό; Να ξεριζωθεί κάποιος και  να μην τραυματιστεί, να μη μείνουν κομμάτια του στο χώμα;

Μέχρι να συνέρθω από το σοκ με είχαν ήδη εξορίσει απ’ το πρώτο σπίτι μου. Βρέθηκα,  ευτυχώς με αρκετό χωματάκι,   μέσα σε μια σακούλα την οποία είχαν τοποθετήσει  σε μια διάτρητη κούτα για ν’ αναπνέω. Σκέφτηκαν τώρα και την αναπνοή μου, κατάλαβες;

Ο ξεριζωμός ήταν διπλός. Απ’  το χώμα και απ’ το χωριό μου. Και τα τραντάγματα δεν είχαν τελειωμό. Μ’  έβαλαν στα πίσω καθίσματα ενός αυτοκινήτου. Αν είναι δυνατόν!!! Το αποκορύφωμα της ειρωνείας, εγώ που μισούσα τα αυτοκίνητα να βρεθώ μέσα σ’ ένα τέτοιο.

Αχ!  θεοί   της χλωρίδας και της πανίδας που με πήγαιναν; Η ανάσα μου λιγόστευε κι ένιωθα το εγκεφαλικό- αφυδάτωση να με πλήττει από στιγμή σε στιγμή. Ευτυχώς, λίγο πριν αδειάσουν τα χυμοτόπιά μου κι ένα βήμα πριν την ανεπανόρθωτη  μη αναστρέψιμη βλάβη στα βλασταράκια μου, φτάσαμε..

Με κατέβασαν απ’ το αυτοκίνητο και καθώς ήμουν ακόμη σοκαρισμένη, ζαλισμένη και απίστευτα θυμωμένη, δεν κατάλαβα αμέσως πόσο άσχημος ήταν ο τόπος  που με φέρανε. Μου πήρε κάποια ώρα για να συνειδητοποιήσω το γκρίζο που με κύκλωσε  από παντού. Γκρίζοι δρόμοι, γκρίζα σπίτια, ακόμη κι οι θόρυβοι μου  φαίνονταν ότι ήταν τυλιγμένοι σ’ ένα καταθλιπτικό και άρρωστο, φτιαγμένο από σκόνη και ρυπαρή κλωστή, μανδύα. Χρειάστηκε να τεντώσω τον ισχνό κορμό μου, να τανύσω τα τρυφερά κλαδιά μου για να καταφέρω να δω ένα μικρό κομματάκι ουρανού.

Αχ, τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτό ήταν που με γλίτωσε από τη λιποθυμία.Σε λίγο ένας όμορφος ψηλός άντρας με πήρε στα χέρια του και μ’ ακούμπησε σε κάτι άσπρες πλάκες. Ήμουν απελπισμένη, είχα κιτρινίσει απ’ τα νεύρα μου κι απ’ το σοκ,  ώσπου μια μικρή  ανάλαφρη πνοή του αέρα έστρεψε τα μάτια μου προς την αντίθετη κατεύθυνση. Τότε είδα το πρώτο οικείο υλικό, το πρώτο πράγμα που μου θύμισε το σπίτι μου και την προηγούμενη ζωή μου. Χωρίς αυτό δεν θα ζούσα. Ένα κομματάκι χώμα!!! Ένα γεωμετρικά άψογο, τετράγωνο  γεμάτο με  σκούρο, αφράτο χωματάκι! Τι ευτυχία  ήταν αυτή θεέ μου!!!

Ελπίδες  αταβιστικές  με γέμισαν  άγρια χαρά κι άρχισα να κουνώ  δειλά  τα μικρά βλαστάρια και τα λιγοστά μου φύλλα. Η αγωνία  μου τέλειωσε όταν είδα τον άντρα να σκάβει μια λακουβίτσα στο χώμα. Με  πήρε στα χέρια του, με χάιδεψε απαλά και με τοποθέτησε με προσοχή στην χωμάτινη μικρή κοιλότητα. Έπειτα τη σκέπασε με το χώμα που είχε βγάλει και με πότισε μ’ ένα μικρό ποτιστήρι. Η ανακούφιση μου δεν περιγράφεται, το ένστικτο της επιβίωσης με είχε κατακλύσει και όταν τα πρώτα ίχνη νερού έφτασαν στα ριζίδια μου ένιωσα να ξαναγεννιέμαι.. Κάθε μικρό μου κύτταρο δροσίστηκε, κάθε τοίχωμα του βλαστού και των φύλλων άρχισε ν’ ανασαίνει.

Αχ σώθηκα,  σώθηκα!!! φώναζα… Φρόντισε ο θεός των φυτών να μην πεθάνω τόσο νέα.  Σε λίγο, άρχισα να ξαναβρίσκω το πράσινο χρωματάκι μου. Ανατρίχιαζα ολόκληρη, από την παράξενη ευτυχία της επιβίωσης , του γλιτωμένου απ’ το θάνατο και τη σήψη!

Δεν ήξερα τι με περιμένει τότε, όπως κανένας άλλωστε. Οι πρώτες μέρες πέρασαν μέσ’ στην αχλή  της προσαρμογής και την αγωνία της εγκατάστασης στο νέο μου σπίτι. Έψαχνα να βρω απεγνωσμένα  λίγα θρεπτικά στοιχεία  για να φάω, ενώ την ίδια ώρα το υπέργειο τμήμα μου έκανε τα πάντα για να φυλακίσει όσες περισσότερες ακτίνες του ήλιου γινόταν, όσες κατάφερναν να περάσουν από τα τεράστια γκρίζα κουτιά.

Όταν σιγουρεύτηκα ότι θα συνεχίσει να ζει η ανάξια ύπαρξή μου, ότι θα έχω νερό κι έστω λίγο ήλιο, άρχισα να παρατηρώ γύρω μου, να προσπαθώ να καταλάβω τι είδους ζωή υπήρχε εκεί.Το μόνο που αντιλαμβανόμουν ήταν ήχοι σκληροί και δυνατοί, αποκρουστικοί σα βασανιστήριο.Πως θα συνήθιζα αυτό το ηχητικό μαρτύριο, εγώ που τα στομάτιά μου ήταν χαϊδεμένα με κελαηδίσματα και κελαρύσματα;Και το άλλο το χειρότερο; Τη μοναξιά πως θα την άντεχα; Εμείς τα φυτά δεν κοιμόμαστε κι έτσι  περνούσα όλες τις νύχτες κουβεντιάζοντας με άλλα φυτά, άκουγα παραμύθια από ηλικιωμένα δέντρα , χαχάνιζα με τ’  αγριολούλουδα και μάλωνα τρυφερά με τα ζιζάνια. Τ’ άστρα και το φεγγάρι έμειναν μοναδική  παρηγοριά μου, το νήμα που μ’ έδενε με το χρόνο (βλάστηση, καρπόδεση, πτώση φύλλων, λήθαργος).

Έτσι πέρασαν τα πρώτα χρόνια με τη στέρεη βεβαιότητα της  μοναξιάς. Ωστόσο,  κατάφερα να κάνω χοντρό ξυλώδη κορμό κι  ανέβηκα τρείς ορόφους. Σε κάθε όροφο  ερχόταν ο ψηλός άντρας και με στερέωνε στο μπαλκόνι. Με φρόντιζε όσο μπορούσε για να λέμε την αλήθεια. Με έδενε  απαλά  και φρόντιζε να μην πληγωθώ καθόλου. Γρήγορα  έφτασα στην ταράτσα. Βρήκα τα  στηρίγματα που μου είχε ετοιμάσει,  έδεσα  τους βλαστούς μου κι  εγκαταστάθηκα κάνοντας σπείρες με τους έλικές μου. Το πήρα απόφαση πια και δεν γκρίνιαζα. Κάποιες  φορές όμως μαραινόμουν απ’ τη θλίψη. Εν τω μεταξύ   ο ψηλός άντρας, μου έριχνε λίπασμα κι άφθονο νερό κι  εγώ για να τον ευχαριστήσω έφτιαχνα τα πιο  λαμπερά τσαμπιά, τα πιο πλούσια σε σάκχαρα σταφύλια, σκέτη γλύκα…Εκείνος, κάθε φορά που μ’ ένα μικρό μαχαιράκι έκοβε τα τσαμπιά,  χαμογελούσε και μού’ λεγε: «Ευχαριστώ, ευχαριστώ!!»

Μια νύχτα ανέβηκε στην ταράτσα, βαριανάσαινε και ξεφυσούσε  οι  λυγμοί του καρφώνονταν κατευθείαν  στους ποώδεις έλικες μου. Η ψυχολογία μου ήταν  εύθραυστη όλα αυτά τα χρόνια, ήταν φυσικό να παρασυρθώ…Του άνοιξα την καρδιά μου κάνοντας με   τα κλαδιά και τα φύλλα μου παρηγορητικούς ελιγμούς… Οι χυμοί μου αποσυντονίστηκαν εντελώς…Κιτρίνισα  απ’  την τρομερή έκπληξη, όταν ο άντρας μου απάντησε…Έκλαιγε και μίλαγε, θρηνούσε για την ξενιτιά του ,  χειρονομούσε, ζητούσε συγχώρεση για το δικό μου  ξεριζωμό, για την αρπαγή μου απ’ το χωριό, απαριθμούσε τις ενοχές του,  που μου στέρησε τον  ουρανό και  τις μελωδίες του κάμπου,  με καταδίκασε στην ασχήμια και τα ηχητικά βασανιστήρια…Περάσαμε όλη τη νύχτα μαζί, η πιο μεγάλη, η πιο ζεστή μου νύχτα.. Τα χαράματα,  καταλάγιασε το ξέσπασμά του,  με φίλησε απαλά σ’ ένα  ισχνό κλαδάκι κι έφυγε με σιγανά βήματα…

 

___________________________________________________

* Η Ελένη Κοφτερού γεννήθηκε στην Αριδαία Πέλλας. Μεγάλωσε και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Κείμενά  της έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο καθώς και στο ηλεκτρονικό περιοδικό “Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας”. Την περυσινή  χρονιά συμμετείχε με το διήγημά της «Η Αποκλειστική»  στην ηλεκτρονική συλλογή διηγημάτων: «Δήγμα Γραφής» -Μια ντουζίνα και τρία διηγήματα.

Το διήγημα «Η κληματαριά» δημοσιεύεται για πρώτη φορά στα «Ψυχο-γραφήματα».