Γράφει η Ελένη Κοφτερού
Ένα κομμάτι του δρόμου, μια γέρικη συκιά – τέλειος δείκτης εναλλαγής των εποχών- κι ένα χρυσαφί αυτοκίνητο με ασυνήθιστα χοντρές ρόδες, είναι όλα κι όλα αυτά που συνθέτουν το οπτικό μου πεδίο. Κι εγώ δεν είμαι ποιητής για να ψάχνω την ουσία των πραγμάτων, τη μέσα ζωή τους και άλλα ακαταλαβίστικα που άκουγα, τότε που τα είχα με την Καιτούλα τη ζωγράφο. Όλο την ουσία και το νόημα αναζητούσε δήθεν η Καιτούλα μα φαίνεται πως τελικά έψαχνε εκείνον τον νεαρό συγγραφέα που για χάρη του με εγκατέλειψε. Εμένα μου φτάνει μόνο να βλέπω τα πράγματα. Να τα βλέπω και να τα ακούω. Ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά, περσινά ξινά σταφύλια.
Άκουσα ότι το φωνάζουν «τζιπ». Ναι, για το αυτοκίνητο σας λέω. Τι έλεγα; Α ναι! Για το τζιπ. Κάθε Κυριακή απόγευμα σαν μέλισσα εργάτρια κομμένη στα τρία, στριφογυρνά γύρω του μια οικογένεια. Κι εγώ, λες και μ’ εκδικούνται όλες οι παλιές Κυριακές που μισούσα με πάθος, τρελαίνομαι από προσμονή όλη την εβδομάδα μέχρι να ξανάρθει η Κυριακή. Με λαίμαργα μάτια καταβροχθίζω τις συναντήσεις τους γύρω απ’ το τζίπ. Με αληθινή αγωνία στοιχηματίζω με τον εαυτό μου ποιός θα ξεκινήσει το σαπούνισμα καθώς εναλλάσσονται οι ρόλοι αυτού που σαπουνίζει, εκείνου που ξεπλένει προσαρμόζοντας με ευλάβεια το ακροφύσιο στο λάστιχο ποτίσματος και για ποιόν θα μείνει η πιο δύσκολη, με γνήσια τελετουργία καμωμένη δουλειά του σκουπίσματος-γυαλίσματος. Η προσήλωσή τους στην τόσο σημαντική αποστολή είναι παροιμιώδης. Η αφοσίωση στο καθήκον τους αξιοζήλευτη. Με μεθοδικές κινήσεις εκτελούν το σαπούνισμα χωρίς να λερωθεί ούτε στο ελάχιστο ο δρόμος, με χειρουργικής ακρίβειας επεμβάσεις πραγματοποιείται το ξέπλυμα, με το ακροφύσιο να διεισδύει στα κενά διαστήματα ανάμεσα στις ρόδες και το μεταλλικό κορμί, χωρίς να πιτσιλιστεί ούτε ένα εκατοστό από τις ειδικές φόρμες που φορά η οικογένεια. Κι έπειτα με πόσο θαυμαστή ακρίβεια σέρνεται το ειδικό πανί, βελούδινο χάδι πάνω στη χρυσαφιά απαστράπτουσα λαμαρίνα για να μείνει ένας τετράγωνος λαμπερός ήλιος με ρόδες απέναντι απ’ το παράθυρο μου.
Μια φορά όμως παραλίγο να χαλάσει η ιεροτελεστία. Λίγο ακόμη και θα τιναζόταν όλα στον αέρα. Ήταν πριν δυο χρόνια αν θυμάμαι καλά, που ο γιος της οικογένειας, έστρεψε το λάστιχο χωρίς ούτε κι ο ίδιος να το καταλάβει προς το πρόσωπο του πατέρα, γιατί του έφυγε το ακροφύσιο. Έκανε μια προσπάθεια με τα αδύνατα λευκά χεράκια του ν’ ανακτήσει τον έλεγχο του ορμητικού καλωδίου που πετούσε νερό με πίεση, μα δεν τα κατάφερε πριν ο πατέρας, με μια αστραπιαία κίνηση, του αρπάξει το λάστιχο απ’ το χέρι και σχεδόν ταυτόχρονα του δώσει ένα ηχηρό χαστούκι στο δεξί μάγουλο. Την ίδια ώρα η μητέρα έτρεξε να κλείσει τη βρύση κι έτσι το μικρό ατύχημα έληξε αφήνοντας μόνο μια κηλίδα νερού που έμελλε να εξατμιστεί σε ακριβώς μια ώρα και δέκα λεπτά. Εν τω μεταξύ η καρδιά μου χτυπούσε εκκωφαντικά κι αυτό με αποσυντόνισε, λειτούργησε σαν αντιπερισπασμός στην ακατανίκητη επιθυμία μου να πηδήξω απ’ το παράθυρο και με πρόσχημα μια ξαφνική δίψα να πνίξω τον πατέρα.
Από τότε περιμένω κάθε Κυριακή, μα τίποτε δεν έχει διαταράξει αυτή την αρμονική ασχολία της αρμονικής οικογένειας. Αφού τελειώσουν το πλύσιμο του τζιπ, κατευθύνονται προς την είσοδο της πολυκατοικίας στεγνοί και χαμογελαστοί, χωρίς ούτε μια σταλαγματιά επάνω τους. Μόνο το παιδί, μια φορά γύρισε και μου έριξε μια ικετευτική ματιά πριν σε δευτερόλεπτα ο πατέρας του γυρίσει το κεφάλι γραπώνοντάς το απ’ το κοντοκουρεμένο σβέρκο του.
Ποιος είμαι εγώ; Δεν έχει σημασία. Εγώ δεν έχω οικογένεια. Ποτέ δεν είχα.





















