Η γνωσιακή – συμπεριφοριστική θεραπεία

Η γνωστική ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει διορθώνοντας λαθεμένες αντιλήψεις.

Από την Αρετή Γκατζέλια, Σύμβουλο Ψυχικής Υγείας, Κοινωνιολόγο

Διανύουμε μία εποχή στην οποία ο απλός άνθρωπος έχει πια στρέψει την προσοχή του στα θέματα που σχετίζονται με την ψυχική υγεία. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια σε κανέναν δεν ήταν εύκολο να αποφασίσει να απευθυνθεί σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας. Αυτό συνέβαινε λόγω των προκαταλήψεων που επικρατούσαν. Τα τελευταία χρόνια έχουν εξελιχθεί σημαντικά οι μέθοδοι ψυχοθεραπείας. Συγκεκριμένα, θα παρουσσιαστεί η Γνωστική- Συμπεριφοριστική προσέγγιση ψυχοθεραπείας.

Για να κατανοήσουμε πλήρως το μοντέλο αυτό ψυχοθεραπείας είναι απαραίτητο να εξετάσουμε την ιστορική της διαδρομή. Οι ρίζες της εντοπίζονται στην ψυχολογία της συμπεριφοράς. Την δεκαετία του ’60 άρχισε να αναπτύσσεται η γνωστική συμπεριφορική θεραπεία και πλέον έχει αποκτήσει την δική της ταυτότητα στον χώρο της κλινικής ψυχολογίας. Οι γνωσιακές τεχνικές αποσκοπούν περισσότερο στην αμφισβήτηση των δυσλειτουργικών πεποιθήσεων που επικρατούν στην σκέψη των πασχόντων, ενώ οι συμπεριφoρικές τεχνικές στην διακοπή της αποφευκτικής συμπεριφοράς. Σήμερα, η Γνωστική Συμπεριφοριστική θεραπεία έχει εξελιχθεί όσο και η Ψυχοδυναμική.

Η αρχή έγινε όταν ο Aaron T. Beck σε συνεργασία με κάποιους συναδέλφους του διατύπωσαν την μέθοδο κατανόησης και θεραπείας της κατάθλιψης. Ωστόσο, με το πέρασμα των ετών και έπειτα από πολλές δοκιμές αποδείχθηκε πως η συγκεκριμένη μέθοδος θεραπείας είναι πολύ αποτελεσματική στις αγχώδεις διαταραχές, στη διαταραχή πανικού και στην ψυχαναγκαστική καταναγκαστική διαταραχή. Η γνωστική ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει διορθώνοντας λαθεμένες αντιλήψεις των ασθενών για τα αισθήματα, τις ανάγκες τους και την ικανότητα να ελέγξουν τη ζωή τους.

Η σύγχρονη μορφή της γνωστικής συμπεριφοριστικής θεραπείας έχει επηρεαστεί κυρίως από την συμπεριφοριστική θεραπεία (Wolpe, 1958) και από την γνωσιακή θεραπευτική προσέγγιση (A. T. Beck). Η εμφάνιση της συμπεριφοριστικής θεραπείας ήταν μία αντίδραση απέναντι στην ψυχοδυναμική θεωρία. Ο κυριότερος λόγος είναι το γεγονός ότι την δεκαετία του 1950 υπήρξε μεγάλη αμφισβήτηση για αυτήν από την επιστημονική ψυχολογία, εξαιτίας της έλλειψης εμπειρικών αποδείξεων είτε στη θεωρία της είτε στην αποτελεσματικότητά της.

Το συμπεριφορικό κίνημα της ακαδημαϊκής ψυχολογίας αποτέλεσε την μεγαλύτερη επιρροή για την συμπεριφοριστική θεραπεία. Η βασική του αρχή ήταν πως ό,τι συμβαίνει στο μυαλό του ανθρώπου δεν παρατηρείται άμεσα και δεν υπόκειται σε επιστημονική έρευνα. Προσπαθούσαν, λοιπόν, να ανακαλύψουν τις συνδέσεις που αναπαράγονται μεταξύ των παρατηρήσιμων γεγονότων, δηλαδή μεταξύ των ερεθισμάτων και των αντιδράσεων. Η συμπεριφοριστική θεραπεία δεν διερευνάει ασυνείδητες διαδικασίες αλλά χρησιμοποιεί της αρχές της θεωρίας της μάθησης έτσι ώστε να τροποποιεί τις μη επιθυμητές συμπεριφορές και τις συναισθηματικές αντιδράσεις.

Ο Beck μαζί με τους συνεργάτες του πρωτοστάτησε. Ανέπτυξαν, λοιπόν, τις προτάσεις τους για την Γνωστική Θεραπεία, οι οποίες απέκτησαν πολλούς υποστηρικτές. Η συμπεριφοριστική θεραπεία και η γνωστική θεραπεία με το πέρασμα των χρόνων αναπτύχθηκαν μαζί, επηρεάζοντας η μία την άλλη. Η επιρροή αυτή έφερε σαν αποτέλεσμα την γνωστή σε εμάς σήμερα Γνωστική- Συμπεριφοριστική Θεραπεία.

Η σύγχρονη Γνωστική Συμπεριφοριστική Θεραπεία στηρίζεται σε ορισμένες βασικές αρχές, τις οποίες τις αντλεί από την γνωστική συμπεριφοριστική θεραπεία αντίστοιχα. Αυτές οι αρχές, λοιπόν, συνδυάζονται και οδηγούν στον προσδιορισμό της. Η θεμελιώδης αρχή της ονομάζεται «γνωσιακή» και σχετίζεται με τις συναισθηματικές αντιδράσεις και την συμπεριφορά των ανθρώπων που επηρεάζονται από τις γνωσίες ( π. χ. σκέψεις, πεποιθήσεις, ερμηνείες για τον εαυτό ή για τις καταστάσεις που βρίσκονται).

Αυτό που πραγματικά θα έπρεπε να τονίσουμε είναι πως ούτε λίγο ούτε πολύ, ο κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά στο ίδιο γεγονός. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως δεν καθορίζει μόνο ένα γεγονός το συναίσθημα, διότι είναι αναγκαίο να υπάρχει και κάτι ακόμη. Σύμφωνα με την συγκεκριμένη προσέγγιση αυτό που είναι απαραίτητο είναι η γνωσία, δηλαδή οι ερμηνείες των ανθρώπων σε ένα γεγονός.

Η θεμελιακή γνωσιακή αρχή είναι το γεγονός ότι διαφορετικές γνωσίες προκαλούν διαφορετικά συναισθήματα. Ωστόσο, υπάρχει μία σύνδεση ανάμεσα στα συναισθήματα και τις γνωσίες. Βεβαίως, είναι απαραίτητο να αναφέρουμε την συμπεριφορική αρχή που πήρε η Γνωστική Συμπεριφοριστική Θεραπεία από την Συμπεριφοριστική Θεραπεία. Αυτή είναι το ότι θεωρεί την συμπεριφορά πολύ σημαντική για να διατηρηθεί ή να αλλάξει η ψυχολογική κατάσταση. Το μοντέλο που αναλύουμε στηρίζεται στο ότι η συμπεριφορά έχει δυνατότητα να επηρεάζει την σκέψη και το συναίσθημα. Μία αλλαγή της συμπεριφοράς μας μπορεί να αλλάξει τις σκέψεις και τα συναισθήματα.

Οι αρνητικές αυτόματες σκέψεις σχετίζονται με την συνεχή ροή των σκέψεων που όλοι έχουμε την δυνατότητα να παρατηρούμε αν τις προσέξουμε. Οι αρνητικές αυτόματες σκέψεις αποτελούν τις αρνητικά επηρεασμένες εκτιμήσεις ή ερμηνείες- νοήματα που δίνουμε σε όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας. Ακόμη, ασκούν επιρροή στη διάθεση από λεπτό σε λεπτό. Οι σκέψεις αυτές συμβαίνουν αυτόματα, αφορούν συγκεκριμένα γεγονότα ή καταστάσεις, μπορούν να γίνουν εύκολα συνειδητές και είναι αρκετά συχνές. Επιπλέον, είναι αληθοφανείς, γίνονται αντιληπτές συνήθως όταν τα συναισθήματα είναι δυνατά. Συνήθως, αντιμετωπίζονται νωρίς στη θεραπεία.

Οι πυρηνικές πεποιθήσεις είναι αυτές που αναπαριστούν τη βάση των σκέψεων του ατόμου. Πρόκειται για τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις που έχουν σχέση με τον εαυτό, τους γύρω μας και γενικά τον κόσμο. Οι πεποιθήσεις αυτές δεν είναι άμεσα προσβάσιμες στο συνειδητό, μαθαίνονται νωρίς στη ζωή ως αποτέλεσμα εμπειριών της παιδικής ηλικίας και δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν άμεσα στις βραχύχρονες θεραπείες.

Η Γνωστική Συμπεριφοριστική Θεραπεία είναι συνεργατική, δομημένη, ενεργητική, χρονικά περιορισμένη και βραχεία. Εστιάζει στην πράξη και στο πρόβλημα. Εφαρμόζει τεχνικές κατευθυνόμενης ανακάλυψης, συμπεριφορικές μεθόδους, περιλήψεις και ανατροφοδότηση.

Συγκεκριμένα, η θεραπεία στηρίζεται στην συνεργατικότητα μεταξύ του θεραπευτή και του πελάτη. Και οι δύο συμμετέχουν ενεργά στην θεραπεία, ο θεραπευτής με τις γνώσεις του για την επίλυση των προβλημάτων και ο πελάτης με την γνώση της εμπειρίας των προβλημάτων του. Το πιο σημαντικό από όλα είναι να αποσαφηνίσει ο θεραπευτής στον πελάτη τι αναμένει για να αποκτήσουν μία κοινή πορεία από την αρχή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η θεραπεία αυτή βασίζεται στην ευθύτητα και την ειλικρίνεια μεταξύ τους. Όσο προχωρά η θεραπεία, τόσο αναπτύσσεται η συνεργασία τους. Ο πελάτης πρέπει να ενθαρρύνεται να αποκτήσει ενεργό ρόλο στον σχεδιασμό της θεραπείας, στις εργασίες για το σπίτι και στην ανατροφοδότηση. Η μεγάλη προσδοκία της θεραπείας είναι μέσω του αλληλοσεβασμού τους, να γίνει ο πελάτης θεραπευτής του εαυτού του.

Επιπλέον, η θεραπεία είναι δομημένη καθ’ όλη την διάρκεια της και στην κάθε συνεδρία. Αρχικά, οι συνεδρίες κατευθύνονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τον θεραπευτή. Ωστόσο, στην συνέχεια ο πελάτης αναλαμβάνει ευθύνες. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της θεραπείας είναι το ότι είναι βραχεία, διαρκεί δηλαδή 6 έως 20 συνεδρίες. Ο αριθμός καθορίζεται από τις θεραπευτικές δοκιμές σχετικά με το πρόβλημα. Η διάρκεια της συνεδρίας συνήθως είναι 50 λεπτά. Ωστόσο, αν μία συνεδρία περιλαμβάνει πειράματα στην πράξη μπορεί να διαρκέσει από 2 έως 3 ώρες.

Η θεραπεία αυτή εντοπίζει τα προβλήματα του πελάτη και στη συνέχεια εστιάζει στην επίλυση ή μείωση τους. Έπειτα, θέτονται οι στόχοι για το εκάστοτε πρόβλημα. Η διαδικασία αυτή γίνεται για να μπορέσει ο πελάτης να αναγνωρίσει τι είναι αυτό που ελπίζει κατά την διάρκεια της θεραπείας. Ακόμη, ίσως να χρειαστεί ο θεραπευτής να αναπτύξει κι άλλες στρατηγικές προς όφελος του πελάτη, όπως είναι η εκπαίδευση δεξιοτήτων (π. χ. διεκδικητικότητα, διαχείριση χρόνου). Επιπλέον, είναι σημαντικό να πραγματοποιείται ανασκόπηση της δραστικότητας των στρατηγικών αυτών.

Αναπόσπαστο κομμάτι της θεραπείας είναι οι συμπεριφορικές τεχνικές. Πολλές από τις εργασίες που αναθέτει ο θεραπευτής στον πελάτη περιλαμβάνουν πειράματα. Στόχος τους είναι η εκμάθηση νέων συμπεριφορών και η ενίσχυση της γενίκευσής τους από την συνεδρία στην καθημερινότητα. Η εφαρμογή τους στην πραγματική ζωή είναι ανεκτίμητη.

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως η Γνωστική Συμπεριφοριστική Θεραπεία είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος εργασίας με τον πελάτη διότι του δίνει την δυνατότητα να αναπτύξει διαφορετικές στρατηγικές για την διαχείριση των προβλημάτων και τους καθοδηγεί να εργαστούν σε νέες αντιλήψεις και ιδέες.

Βιβλιογραφία:
Εισαγωγή στη Γνωσιακή θεραπεία, Judith S. Beck, Εκδόσεις Πατάκη, 2000

Εισαγωγή στην Γνωσιακή –Συμπεριφοριστική Θεραπεία, τεχνικές και εφαρμογές, David Westbrook, Helen Kennerley, Joan Kurk, Επιστημονική Επιμέλεια: Αναστασία Καλαντζή- Αζίζι, Κωνσταντίνος Ευθυμίου, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

Γνωστική- Συμπεριφοριστική Θεραπεία- Ένας οδηγός για την κλινική πράξη, Επιστημονική Επιμέλεια: Γρηγόρης Σίμος, Εκδόσεις Πατάκη