
Από τις: Θάλεια Δίτσα, Ελπίδα Μαρκοπούλου, Δέσποινα Παρασκευά – Βελουδογιάννη *
Οι Adorno, Frenkel-Brunswik, Levinson και Sanford διεξήγαγαν στις ΗΠΑ, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’40, μια έρευνα που στόχευε να απαντήσει στο ερώτημα «για ποιον λόγο οι αντικρουόμενες πολιτικές ιδεολογίες ασκούν τόσο διαφορετική έλξη σε διαφορετικά άτομα».[1] Το διακύβευμα, βεβαίως, ήταν να γίνει κατανοητό τι ήταν αυτό που κατέστησε εφικτή την προσχώρηση των μαζών στον φασισμό.[2] Η έρευνα δε μελετά τα ίδια τα υποκείμενα που συμμετείχαν ανοιχτά στο ναζιστικό καθεστώς, αλλά επιδιώκει να απαντήσει στο ερώτημα εξετάζοντας ποιοι είναι οι παράγοντες που καθιστούν ελκυστική την αντιδημοκρατική προπαγάνδα στο πλαίσιο της δημοκρατικής κοινωνίας. Η μελέτη εστιάζει την προσοχή της στο υποκείμενο για το οποίο σχεδιάζεται η προπαγάνδα, εξετάζει την ψυχολογική δομή του αλλά και τις αντικειμενικές συνθήκες στις οποίες ζει. Υποθέτει ότι οι άνθρωποι τείνουν γενικά να υιοθετούν πολιτικά και κοινωνικά προγράμματα που εξυπηρετούν τα οικονομικά τους συμφέροντα,[3] αν και δε θεωρούν τα οικονομικά κίνητρα κυρίαρχα.
Η μελέτη, που αποτελεί την πλέον γνωστή ψυχοδυναμική προσέγγιση της προκατάληψης, χρησιμοποιεί έναν συνδυασμό ερευνητικών τεχνικών και δημοσιεύεται τη δεκαετία του 1950. Βασική υπόθεση των ερευνητών είναι ότι οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές πεποιθήσεις του υποκειμένου συχνά σχηματίζουν ένα σαφές και σταθερό πρότυπο που, αν συνδυαστεί με την ιδιοσυγκρασία ή το πνεύμα, το πρότυπο αυτό συνιστά μια έκφραση βαθιών στοιχείων της προσωπικότητας.[4] Σύμφωνα με τη βασική ερμηνευτική θέση της προσέγγισης, υπάρχει ένα εν δυνάμει φασιστικό υποκείμενο, η δομή του οποίου το καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο στην αντιδημοκρατική προπαγάνδα. Με βάση τη θέση αυτή υπάρχει μια υψηλή συσχέτιση ανάμεσα σε έναν αριθμό βαθιών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας και της ανοιχτής προκατάληψης. Με άλλα λόγια, ο συγκεκριμένος τύπος προσωπικότητας έλκεται από μια ολοκληρωτική, φασιστική κοσμοθεωρία. Πρόκειται για τον αυταρχικό τύπο προσωπικότητας, όρος που βασίστηκε σε προηγούμενες μελέτες του Erich Fromm.
Μεθοδολογία
Η μελέτη διήρκεσε τέσσερα χρόνια και συγκέντρωσε εμπειρικό υλικό από περισσότερα από 2.000 άτομα που προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Σχεδόν όλοι οι ερωτηθέντες ήταν λευκοί, αυτόχθονες, μη εβραϊκής καταγωγής.[5] Τα υποκείμενα της έρευνας συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο το οποίο περιείχε μια σειρά προτάσεις με τις οποίες έπρεπε να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν. Το πιο πολύτιμο μεθοδολογικό επίτευγμα της μελέτης ήταν η συμπύκνωση των τριών αρχικών κλιμάκων (κλίμακα Αντισημητισμού, κλίμακα Εθνοκεντρισμού, κλίμακα Συντηρητισμού) που αφορούσαν τη στάση των ερωτώμενων σε ένα σύνολο ερωτήσεων ικανό να μετράει το αυταρχικό δυναμικό στο λανθάνον ψυχολογικό επίπεδο. Οι προτάσεις, ανακατεμένες μέσα στη λίστα, αφορούσαν τη συμβατικότητα, την αυταρχική υποτακτικότητα, την αυταρχική επιθετικότητα, την αντι-ενδοσκόπηση, τη δεισιδαιμονία και τη στερεοτυπία, την ισχύ και τον «τσαμπουκά», την καταστροφικότητα και τον κυνισμό, την προβολικότητα και τη σχέση με τη σεξουαλικότητα.
Ανάλογα με τις απαντήσεις «συμφωνώ» ή «δεν συμφωνώ», τα αντιδημοκρατικά αυταρχικά άτομα κατατάσσονταν στην κλίμακα F (κλίμακα Φασισμού). Παρατηρώντας τις συσχετίσεις μεταξύ των τεσσάρων κλιμάκων, αν ένα άτομο είχε υψηλή επίδοση σε μία από τις κλίμακες, αυτό σήμαινε ότι θα είχε υψηλές επιδόσεις και στις άλλες, και αντιστρόφως. Οι ερευνητές πήραν κλινικές συνεντεύξεις από 80 άτομα τα οποία βρίσκονταν στο υψηλότερο και στο χαμηλότερο άκρο στις κλίμακες του Αντισημητισμού ή του Εθνοκεντρισμού, ενώ χορήγησαν στα άτομα αυτά το ΤΑΤ τεστ (Thematic Apperception Test – Τεστ Θεματικής Αντίληψης).[6] Οι κλινικές έρευνες παρείχαν τη δυνατότητα να ανιχνευθούν οι παράγοντες της προσωπικότητας που βρίσκονταν πίσω από την αντιδημοκρατική ιδεολογία.[7]
Η αυταρχική προσωπικότητα
Η έννοια της αυταρχικής προσωπικότητας εισάγεται για να περιγράψει έναν τύπο προσωπικότητας στον οποίο περιέχονται ειδικά χαρακτηριστικά και ο οποίος έλκεται από τη φασιστική ιδεολογία εκδηλώνοντας ισχυρές τάσεις εθνοκεντρισμού. Στις περιγραφές της καταγράφονται με επαναλαμβανόμενο τρόπο τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: συμβατικός, κομφορμιστής, άκαμπτος, εγκλωβισμένος σε έναν στερεοτυπικό και κατηγοριοποιητικό τρόπο σκέψης, απεχθάνεται τις χαλαρές συνομιλίες, σέβεται την ισχύ, την οργάνωση και την υπακοή, υποχωρεί απέναντι στην εξουσία, υπερασπίζεται την πειθαρχία και την τιμωρία, δεν ανέχεται την αμφιβολία,[8] και βιώνει τη σχέση του προς τον κόσμο σαν να βρίσκεται κάτω από ένα αναπόφευκτο πεπρωμένο[9].
Οι ιδιότητες της αυταρχικής προσωπικότητας αποδόθηκαν από τους ερευνητές σε γονεϊκές πρακτικές που ενσταλάζουν στα παιδιά την υπακοή στους ανωτέρους και στις διάφορες μορφές εξουσίας, ενώ συγχρόνως επιβάλλουν την πειθαρχία σε αυτά μέσω τιμωριών. Όπως φαίνεται από τα διαθέσιμα δεδομένα των συνεντεύξεων, αυταρχικοί χαρακτήρες ήταν πιθανότερο να ανατραφούν σε ένα σπίτι όπου η πειθαρχία ήταν αυστηρή, αλλά συνήθως αυθαίρετη. Οι αξίες των γονέων ήταν συχνά πολύ συμβατικές, αυστηρές και εξωτερικευμένες. Ως αποτέλεσμα, παρέμεναν κατά κανόνα ξένες και προς το Εγώ του παιδιού, πράγμα το οποίο εμπόδιζε την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας. Η μνησικακία απέναντι στη βαναυσότητα των γονέων συχνά μετετίθετο σε άλλους, ενώ η εξωτερική εικόνα του πατέρα και της μητέρας φανερώνονταν ιδιαίτερα εξιδανικευμένη.[10]
Διαβάστε εδώ το Μέρος ΙΙ.
Διαβάστε εδώ το Μέρος ΙΙΙ.
—————————————————
* Το κείμενο αποτελεί μέρος συλλογικής εργασίας για το μάθημα «Θεωρίες για το φασιστικό και το ναζιστικό φαινόμενο» του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών “Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία”.
[1] T. W. Adorno, Else Frenkel-Brunswik, Daniel J. Levinson και R. Nevitt Sanford, The Authoritarian Personality, Νέα Υόρκη: Harper and Row, 1950, σ. 2.
[2] Julien Bordier, «À propos de la personnalité autoritaire», Variations [στο διαδίκτυο], τεύχος 12, 2008, http://variations.revues.org/246 (τελευταία πρόσβαση 29.5.2013).
[3] Adorno κ.ά., ό.π., σ. 8.
[4] Στο ίδιο, σ. 1.
[5] Martin Jay, Η διαλεκτική φαντασία. Μια ιστορία της Σχολής της Φρανκφούρτης και του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας 1923-1950 (μτφ.: Φώτης Τερζάκης), Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2009, σ. 242.
[6] Το ΤΑΤ τεστ έχει στόχο τη διερεύνηση των δυναμικών της προσωπικότητας που βρίσκονται σε συνειδητό ή μη συνειδητό επίπεδο, όπως κεντρικές ενορμήσεις, εσωτερικές συγκρούσεις, ενδιαφέροντα και κίνητρα.
[7] Adorno κ.ά., ό.π., σ. 13.
[8] 10 Margaret Wetherell (επιμ.), Ταυτότητες, ομάδες και κοινωνικά ζητήματα (μτφ: Νίκος Μποζατζής), Αθήνα: Μεταίχμιο, 2005, σ. 282.
[9] Erich Fromm, «Μελέτη από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας», στο M. Horkheimer, E. Fromm, H. Marcuse Αυθεντία και οικογένεια (μτφ.: Λευτέρης Αναγνώστου), Αθήνα: Νήσος, 1995, σ. 172.
[10] Jay, ό.π., σ. 245.





















