Η έρευνα για την Αυταρχική Προσωπικότητα

Η συμπάθεια προς τον εξουσιαστή είναι μετασχηματισμένο αποτέλεσμα του φόβου και τους δέους που καταγράφονται ως αρχικά συναισθήματα.
Η συμπάθεια προς τον εξουσιαστή είναι μετασχηματισμένο αποτέλεσμα του φόβου και του δέους που καταγράφονται ως αρχικά συναισθήματα.

Από τις: Θάλεια Δίτσα,  Ελπίδα Μαρκοπούλου, Δέσποινα Παρασκευά – Βελουδογιάννη *

Αυθεντία και Οικογένεια

Οι ιδιότητες της αυταρχικής προσωπικότητας περιγράφονται με ψυχοδυναμικούς όρους στο Αυθεντία και Οικογένεια όπου εξετάζεται το ζήτημα της αυθεντίας από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας. Ο Fromm, μελετώντας τη στάση απέναντι στην αυθεντία ως ψυχολογικό πρόβλημα,[1] επισημαίνει: «Σε πολλούς ανθρώπους η σχέση τους προς την αυθεντία είναι το πιο διακριτό γνώρισμα του χαρακτήρα τους: μερικοί αισθάνονται πραγματικά ευτυχισμένοι μόνο όταν μπορούν να υποταχτούν σε μία αυθεντία».[2] Μάλιστα οι αυθεντιοκρατικές σχέσεις «δεν είναι απλώς από τα έξω επιβεβλημένες: πάντοτε υπάρχει μια δόση εθελοντικότητας στον βαθμό που ο αποδέκτης της αυθεντίας δεν βιώνει την υποταγή του ως καταναγκαστική, αλλά ως μια στάση στην οποία οδηγείται από τη συναισθηματική σύνδεση που βιώνει με κάποιον ιεραρχικά ανώτερο. Και αυτή η συναισθηματική σύνδεση περιλαμβάνει αισθήματα όπως ο θαυμασμός, ο φόβος, το δέος».[3]

Ο αυταρχικός χαρακτήρας συγκροτείται ως συνέπεια των γονεϊκών πρακτικών, καθώς τα κριτήρια των γονέων εσωτερικεύονται και αναπτύσσεται ένα ισχυρό και τιμωρητικό Υπερεγώ, μια τιμωρητική συνείδηση και ένα αίσθημα ότι οι κοινωνικοί κανόνες θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά. «Μέσω του Υπερεγώ η εξωτερική ισχύς μετασχηματίζεται, δηλαδή από εξωτερική βία γίνεται εσωτερική εξουσία. Οι αυθεντίες ως εκπρόσωποι εξωτερικής ισχύος εσωτερικεύονται».[4]Παρατηρούμε εδώ τη στενή λειτουργική σχέση ανάμεσα στον μηχανισμό διαμόρφωσης του Υπερεγώ –ο οποίος λειτουργεί ήδη από την παιδική ηλικία και σχετίζεται με τη λειτουργία της ταύτισης με το πρόσωπο του πατέρα-αυθεντία– και στο μηχανισμό της ιδεολογίας.

Το Υπερεγώ λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός που εξατομικεύει το συλλογικό, το ενσωματώνει στο άτομο, και το μετασχηματίζει με σκοπό να το εξωτερικεύσει ξανά ως επιμέρους, ατομικές αλλά ομοιογενείς πρακτικές, με τρόπο που να αναπαράγονται ως συλλογικές πρακτικές σε μια κυκλική διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα για το Υπερεγώ, αυτό εσωτερικεύει τις εντολές της εξωτερικής εξουσίας και στη συνέχεια το άτομο αποδίδει τις ιδιότητες του Υπερεγώ του στους φορείς της εξωτερικής εξουσίας, μέσω της διαδικασίας της προβολής. Έτσι, οι αυθεντίες εξιδανικεύονται και απαλλάσσονται από την κριτική, με αποτέλεσμα να επανεσωτερικεύονται.[5]

«Η σχέση μεταξύ Υπερεγώ και αυθεντίας είναι, λοιπόν, πολύπλοκη. Από τη μία μεριά, το Υπερεγώ είναι εσωτερικευμένη αυθεντία και η αυθεντία το προσωποποιημένο Υπερεγώ, από την άλλη η σύμπραξη αυτών των δύο δημιουργεί την εκούσια υπακοή και υποταγή που χαρακτηρίζουν την κοινωνική πρακτική σε τόσο εκπληκτικό βαθμό. Με το σχηματισμό του Υπερεγώ ήδη από τα πρώτα παιδικά χρόνια ως μιας αρχής που προϋποθέτει ότι το μικρό παιδί φοβάται τον πατέρα και ταυτόχρονα επιθυμεί την αγάπη του, η οικογένεια επιβεβαιώνεται ως σημαντική βοήθεια για τη δημιουργία της μεταγενέστερης ικανότητας του ενηλίκου να πιστεύει σε αυθεντίες και να υποτάσσεται σε αυτές». Σε αυτό το σημείο τονίζεται, ωστόσο, ότι η αυθεντία του πατέρα στηρίζεται στη δομή της αυθεντίας της συνολικής κοινωνίας και δεν αποτελεί απλώς μια μορφή αυθεντίας η οποία συμπληρώνεται από κοινωνικές αυθεντίες.[6]

Πώς μπορεί, όμως, να εξηγηθεί η ιδιότυπη απόλαυση που νιώθουν πολλοί υποταγμένοι στην αυθεντία; Προφανώς δεν πρόκειται για κάποιο «ένστικτο υποταγής» η ικανοποίηση του οποίου προκαλεί ευφορία, αλλά για ένα σύνθετο κοινωνικά και ιστορικά καθοριζόμενο ψυχικό φαινόμενο. Η απόλαυση της υπακοής είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της μαζοχιστικής προσωπικότητας.

Σύμφωνα με τον Freud, μια χαρακτηρολογική δομή που περιλαμβάνει τον μαζοχισμό εμπεριέχει αναγκαστικά και τον σαδισμό. Οι μαζοχιστικές τάσεις επιδιώκουν να παραδώσουν το άτομο στην εξουσία, καταργώντας την προσωπικότητά του, ενώ οι σαδιστικές επιδιώκουν να μετατρέψουν έναν άλλον σε άβουλο ον, υποχείριο του σαδιστή. Η συνύπαρξη σε ένα άτομο σαδιστικών και μαζοχιστικών τάσεων δημιουργεί και την αντίστοιχη αμφιθυμία του σαδομαζοχιστικού ατόμου απέναντι σε άλλους ανθρώπους: η συμπάθειά τους στρέφεται υπέρ των ισχυρών, ενώ η επιθετικότητά τους τάσσεται ενάντια στους αδύναμους και τους ανίσχυρους. Η συμπάθεια προς τον εξουσιαστή είναι μετασχηματισμένο αποτέλεσμα του φόβου και του δέους που καταγράφονται ως αρχικά συναισθήματα. Με αυτόν τον τρόπο ο σαδομαζοχιστικός χαρακτήρας είναι δυνατόν να απολαμβάνει την υποταγή στον εντολέα του. Εξάλλου, όπως αναφέρει και ο Fink, ο σαδιστής «αντλεί ικανοποίηση από την εκδραμάτιση της ίδιας της πράξης που απαιτεί να αποχωριστεί την πηγή της ικανοποίησής του».[7]

Ταυτόχρονα με τον μετασχηματισμένο σε αγάπη φόβο, υπάρχει –συχνά απωθημένο– και το μίσος ή ο φθόνος. Η αυθεντία, προκειμένου να μη γίνει αποδέκτης του μίσους αυτού καλλιεργεί τη διαίρεση των ισχυρών σε δύο κατηγορίες: στην αυθεντία που ο εξουσιαζόμενος νιώθει «δική του» και στην «αλλότρια» αυθεντία, αυτή που η προηγούμενη αυθεντία αντιλαμβάνεται ως εχθρό της. Από την άλλη, όλη η κρυμμένη εχθρότητα προς τον ισχυρό εκφράζεται μπροστά στον ανίσχυρο [8].

Η μαζοχιστική τάση απέναντι στην αυθεντία ικανοποιεί τόσο την ανάγκη για μείωση του φόβου[9] όσο και την επιθυμία για μεγαλείο και δύναμη».[10] Αν σε αυτό συνυπολογίσουμε ότι ολόκληρη η κοινωνική δομή στηρίζεται σε σχέσεις εξάρτησης, σχέσεις εντολής-υπακοής, συμπεραίνουμε ότι η διατήρηση και η αναπαραγωγή των σαδομαζοχιστικών τάσεων στους ανθρώπους αποτελεί συστατικό στοιχείο για την αναπαραγωγή της υπάρχουσας κοινωνικής δομής.

«Στις αυταρχικές κοινωνίες βρίσκουν την ικανοποίησή τους τόσο οι μαζοχιστικές όσο και οι σαδιστικές τάσεις. Ο καθένας είναι ενταγμένος σε ένα σύστημα εξαρτήσεων προς τα πάνω και προς τα κάτω. Όσο χαμηλότερα βρίσκεται η θέση ενός ατόμου μέσα σε αυτή την ιεραρχία τόσο μεγαλύτερη, ποσοτικά και ποιοτικά, είναι η εξάρτησή του από υψηλότερες αρχές. Πρέπει να υπακούει στις αρχές του άμεσου προϊσταμένου του, ο οποίος όμως δέχεται εντολές από ακόμη υψηλότερα ιστάμενους […]». Ακόμη και ο αρχηγός μιας κοινωνίας ικανοποιεί τα μαζοχιστικά του ένστικτά, καθώς υποτίθεται ότι υπακούει στον ύψιστο θεό ή σε κάποια αντίστοιχη δύναμη. Εξάλλου, σαδιστικές τάσεις δεν ικανοποιούν μόνο τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα που μπορούν να τις ασκήσουν στα κατώτερα, αλλά και τα ίδια τα κατώτερα στρώματα «εξασκούνται» πάνω στις γυναίκες ή τα ζώα ή, όπου αυτό δεν είναι εφικτό, επιστρατεύονται οι δούλοι και οι φυλετικές μειονότητες.[11]

 

Διαβάστε εδώ το Μέρος Ι.
Διαβάστε εδώ το Μέρος ΙΙ.

 

———————————————————————-

 

* Το κείμενο αποτελεί μέρος συλλογικής εργασίας για το μάθημα «Θεωρίες για το φασιστικό και το ναζιστικό φαινόμενο» του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών “Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία”.



[1]               Μεθοδολογικά, ο ίδιος λειτουργεί πάντοτε στο πλαίσιο της αντίληψης ότι η ψυχολογική έρευνα όχι μόνο δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από την καθημερινή κοινωνική ζωή, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψη της ότι το εν λόγω κοινωνικό πλαίσιο παράγει και αναπαράγει τις υπό ανάλυση ψυχικές τάσεις.

[2]               Fromm, ό.π., σ. 122.

[3]               Στο ίδιο, σσ. 122-124.

[4]               Στο ίδιο, σσ. 129-130.

[5]               Στο ίδιο, ό.π., σ. 130.

[6]               Στο ίδιο, σσ. 133-134.

[7]               Bruce Fink, Κλινική εισαγωγή στην ψυχανάλυση. Θεωρία και τεχνική (μτφ.: Νίκος Ηλιάδης), Αθήνα: Πλέθρον, 2006, σ. 248.

[8]               Fromm, ό.π., σσ. 167-170.

[9]                      Μέσω της παροχής πλασματικής ασφάλειας, μετάθεσης των ευθυνών στον «ανώτερο», και εμπέδωσης της συνθήκης ότι το άτομο που υπακούει στην αυθεντία απλώς εκτελεί εντολές.

[10]                    Fromm, ό.π., σ. 177.

[11]                    Στο ίδιο, σσ. 170-171.