Σκέψεις για την “Αυτοκρατορία των αισθήσεων”

Όπως το μαχαίρι, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κόψει ή να σκοτώσει, έτσι κι εκείνη επιλέγει να εκδικηθεί και να επιδείξει το τρόπαιό της με απελπισμένη περηφάνια.

Από την Εύη Αβδελίδου, Σχολική Ψυχολόγο
www.thinkingonfilms.blogspot.com

Η «Αυτοκρατορία των αισθήσεων» του Nagisa Oshima γεννήθηκε κουβαλώντας την προκατάληψη για την πορνογραφική χροιά του έργου, η οποία συχνά υπερίσχυε της καλλιτεχνικής της αξίας. Ωστόσο, η πορνογραφική εικόνα υπάρχει όσο την περιμένει μια ηδονοβλεπτική ματιά. Οι όποιες γαστρονομικές παρεκκλίσεις είναι το λιγότερο που μπορεί να σοκάρει το θεατή. Αυτό που πραγματικά διστάζεις να συνειδητοποιήσεις είναι η ακρότητα. Παρακολουθείς δύο θηρία να παλεύουν, των οποίων η κοινωνία έχει φιμώσει τη φωνή.

Από την αρχή της ταινίας, ο σκηνοθέτης τοποθετείται ως προς την κοινωνική εικόνα της γυναίκας που θα αρχίσει να ασκεί ακαταμάχητη εξουσία στον άντρα: είναι μία πόρνη και μοιάζει, στο μυαλό του Ιάπωνα, μόνο μια τέτοια να μπορεί να διακατέχεται από μια άσβεστη ορμή για σαρκική ένωση. Ζητά την άδεια του άντρα, μόνο εκείνος είναι αρμόδιος να νομιμοποιήσει το πάθος της. Είναι ένα τεκμήριο της ανεξέλεγκτης ενοχοποίησης και υποτίμησης της γυναικείας φύσης στην ιαπωνική κοινωνία. Η σεξουαλική οντότητα της ενσαρκώνεται ουσιαστικά από το πλευρό του άντρα, χωρίς εκείνον είναι μισή και αφημένη στην ένοχη επιθυμία της.

Ένα σημαντικό διακύβευμα της ταινίας είναι το κατά πόσο εκείνη θα είναι το αντικείμενο, εξάρτημα του άντρα, προς χρήση για την αντρική απόλαυση, ή μια αυτόνομη σεξουαλική οντότητα. Όπως το μαχαίρι, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κόψει ή να σκοτώσει, έτσι κι εκείνη επιλέγει να εκδικηθεί και να επιδείξει το τρόπαιό της με απελπισμένη περηφάνια. Η αγέρωχη συμπεριφορά του άντρα και η αυταπάτη του για τη βέβαιη επανειλημμένη υποταγή της γίνονται βορά στις σειρήνες που απαιτούν εκδίκηση και εναλλαγή της θέσης της στην τροφική αλυσίδα.

Επίσης, οι μητρικές φιγούρες είναι παρούσες καθόλη τη διάρκεια του φιλμ. Ταυτίζονται με πόρνες, κάτι που ίσως να φανερώνει τη θέση της ανεξέλεγκτης ενοχοποίησης και υποτίμησης της γυναικείας φύσης στην μυστικοπαθή ασφυκτική ιαπωνική κοινωνία. Ένα ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί, ως προς το αιματηρό, για τον άντρα φινάλε, είναι ποιά πρωτόγονη αιμομικτική φαντασίωση τιμωρείται και πόσο έντονη είναι αυτή ώστε για να ξεπλυθεί να κρίνεται επιβεβλημένος ο πραγματικός ευνουχισμός και όχι ο συμβολικός. Δηλαδή, αντί στο τέλος ο πρωταγωνιστής να χάνει τα χρήματα ή τη δύναμή του να πρέπει να απεικονιστεί με λεπτομέρεια στο σώμα του η απώλεια ισχύος, στο επίπεδο του πραγματικού. Ο άντρας φαίνεται να έχει ταυτιστεί  με μία παντοδύναμη μητέρα, ίσως, λοιπόν,  να είναι ενεργή μια φαντασίωση ένωσης μαζί της, παράλληλα με μια παρουσίασή της στον καμβά του μυαλού του ως πανίσχυρη και ανυπέρβλητη.

Στο “Symbol” του Hitoshi Matsumoto (2009) η έννοια της εμμονής στη στοματικότητα ξαναζεσταίνεται με χλιαρό αποτέλεσμα σε λευκό φόντο,

Οι γαστρονομικές αναφορές υπογραμμίζουν την πρωτόγονη καθήλωση της σχέσης αυτής σε ένα στοματικό επίπεδο. Ο άμεσος συνειρμός που συνοδεύει αυτή τη σκέψη οδηγεί στο “Symbol” του, Hitoshi Matsumoto (2009) όπου οι παραπάνω έννοιες ξαναζεσταίνονται με χλιαρό αποτέλεσμα σε λευκό φόντο, χωρίς ο συνειρμός αυτός να είναι προς στο στάδιο του να είναι έτοιμος να αποδοθεί περαιτέρω λεκτικά.

Μήπως, τελικά, επειδή ο Ιάπωνας στην καθημερινή του ζωή είναι εκ προοιμίου ευνουχισμένος, η τέχνη παίρνει την κατάσταση στα χέρια της, δίνοντας του την ευκαιρία, έστω και για λίγο να ζήσει το πάθος και τη θέωση για να του υπενθυμίσει έπειτα την τραγική του μοίρα.

Οι παραπάνω γενικεύσεις για τον Ιαπωνικό κόσμο είναι κάτι παραπάνω από καταχρηστικές, ωστόσο γίνεται έντονη αναφορά τους με σκοπό την αντανάκλαση των δικών μας στερεοτύπων και προκαταλήψεων για ένα τόσο γοητευτικά ή τρομακτικά μακρινό κόσμο. Όσο πιο μεγάλη επίγνωση έχει κανείς γι αυτές, τόσο απαλύνονται οι διεργασίες οικοδόμησής τους.

Η τελευταία σκηνή θυμίζει την αυτοτιμωρία της αιμομιξίας σε μια πρωτόγονη φυλή, όπου ο άντρας που προέβη σε μια τέτοια πράξη αφού αυτό-ευνουχιστεί τρέχει προς τη Δύση. Μόνο που εδώ δε δίνεται η ευκαιρία καν στον ήρωα να ζήσει για να έχει την εμπειρία της πραγματικότητας του ευνουχισμού και να εξιλεωθεί, λόγω ίσως της συνέπειας του σκηνοθέτη ως προς την κοινωνία που τον γαλούχησε.