Από την Ελπίδα Μαρκοπούλου, Κλινική Ψυχολόγο, D.E.A.

Η ψυχανάλυση έως σήμερα έχει επικεντρωθεί στη σχέση γονείς – παιδί μελετώντας τη σημασία της στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου. Λιγότερα κείμενα έχουν αφιερωθεί στη σχέση μεταξύ αδελφών και στο πώς αυτή η σχέση επηρεάζει τη δόμηση της προσωπικότητας και της ταυτότητάς μας.

Ο Φρόυντ, όμως, ο πατέρας της ψυχανάλυσης, δεν παραλείπει να περιγράψει στα κείμενα του πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις μες στην οικογένεια και τα αισθήματα που αναπτύσσονται με την εμφάνιση ενός αδελφού ή μιας αδελφής.

Καθώς γεννιέται ένα παιδί ζει μία αποκλειστική σχέση με τους γονείς του και κατά κύριο λόγο, αρχικά, βιώνει την εμπειρία της αποκλειστικότητας της μητέρας και στη συνέχεια, και του πατέρα. Έρχεται λοιπόν, η στιγμή, που ενώ το παιδί ζει και βιώνει αυτήν την αποκλειστική σχέση με τους γονείς του, εμφανίζεται στο οικογενειακό περιβάλλον ένα νέο μέλος, ένας αδελφός ή μια αδελφή. Η εμφάνιση αυτή αλλάζει το σκηνικό και θα γίνει η αρχή για μια σειρά από συναισθήματα πρωτόγνωρα για όλη την οικογένεια. Εκείνο που είναι αρχικά αναμενόμενο είναι να νιώθει το παιδί ότι το νέο μέλος της οικογένειας είναι ένας παρείσακτος. Ζήλια, φθόνος, μίσος, εχθρότητα είναι μόνο κάποια από τα συναισθήματα που νιώθει. Και είναι απολύτως φυσιολογικά, γιατί ο αδελφός ή η αδελφή εκ των πραγμάτων, απειλεί την μέχρι τώρα αποκλειστικότητα και διεκδικεί μια θέση στην οικογένεια.

Όταν ο Λακάν περιγράφει το “σύμπλεγμα της παρείσφρησης”,  αναφέρεται “στην εμπειρία που βιώνει το υποκείμενο, όταν βλέπει έναν ή περισσότερους από τους ομοίους του να συμμετέχουν στην οικιακή σχέση, ή για να το πούμε διαφορετικά, όταν γνωρίζει αδελφούς”. Ο Λακάν επίσης, παραθέτει ένα πολύ ενδιαφέρον απόσπασμα από τις “Εξομολογήσεις” του Αγ. Αυγουστίνου σχετικά με την παιδική ζήλια: “είδα με τα μάτια μου, λέει ο Αγ. Αυγουστίνος, και παρατήρησα καλά έναν μικρό, θύμα της ζήλιας· δεν μιλούσε ακόμα και δεν κατάφερνε παρά να ωχριά μπροστά στο πικρό θέαμα του μικρού αδελφού[1].

Η ζήλια, επομένως, είναι συναίσθημα φυσιολογικό για τα αδέλφια, γιατί πρέπει να μοιραστούν, ενώ δε θέλουν, την αγάπη και την αγκαλιά της ίδιας μητέρας. Το μοίρασμα, αυτό που  είναι απειλητικό και ανεπιθύμητο, θα γίνει αυτό που ενώνει τα αδέλφια. Εφόσον κανένα από τα αδέλφια δεν μπορεί να έχει αποκλειστικά τη μητέρα, νιώθουν ότι έχουν κάτι κοινό. Ταυτίζονται το ένα με το άλλο και έτσι, εκτός από ζήλια και ανταγωνισμό αρχίζουν να νιώθουν αγάπη το ένα για το άλλο. Αντιλαμβάνονται ότι μοιάζουν σε κάτι, στο ότι μοιράζονται τη γονεϊκή αγάπη και προσοχή. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, το οποίο δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε χρονικά, αλλά εξαρτάται από το βίωμα του καθενός, δημιουργείται μια συμμαχία μεταξύ των αδελφών.

Ο αδελφός (ή η αδελφή) εκτός από παρείσακτος είναι και όμοιος, εκτός από ανταγωνιστής, είναι και φίλος, σύντροφος στο παιχνίδι. Εκείνος που προηγείται ή που έπεται μας προσφέρει μια γνώση για τον κόσμο και τις σχέσεις. Έτσι, θα λέγαμε ότι το συναίσθημα της ζήλιας, το οποίο είναι φορτισμένο αρνητικά, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη γένεση της κοινωνικότητας [2] και της γνώσης μας για τον κόσμο. Θα μπορούσε ο αδελφός μας, λέει ο Πονταλίς, να είναι ένα αντιγραφό μας, ένας άλλος που μας μοιάζει πάρα πολύ, σαν ένας παραμορφωτικός καθρέφτης στον οποίο αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας; «Δεν είμαι εγώ! Και όμως, αν ήμουν εγώ[3] Μέσα από αυτό το παιχνίδι ενναλαγής ρόλων μαθαίνουμε πράγματα για τον εαυτό μας, για τους άλλους και για τις σχέσεις μας [4].

Η σειρά γεννησής μας και οι σχέσεις μας, όπως διαμορφώνονται μέσα στην οικογένεια, όχι μόνο με τους γονείς αλλά και με τα αδέλφια, είναι παράγοντες που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας μας. Κάθε ένας από μας, σαν παιδί με αδέλφια, έχει αισθανθεί την ανάγκη να είναι μοναδικός ανάμεσα στους άλλους, μοναδικός στα μάτια των γονιών, δηλαδή ξεχωριστός. Ο Φρόυντ αναφέρει, μάλιστα, ότι αν κάποιος έχει υπάρξει ο αδιαμφισβήτητος αγαπημένος της μητέρας, κρατάει για τη ζωή του αυτό το αίσθημα της κατάκτησης, αυτή την αυτοπεποίθηση της επιτυχίας, η οποία συχνά επιφέρει πράγματι την επιτυχία [5].

Τελικά, θα λέγαμε ότι ιδανική κατάσταση δεν υπάρχει. Όπως δεν υπάρχει ιδανική μητέρα ή ιδανικός πατέρας, έτσι δύσκολα θα περιγράφαμε μια ιδανική αδελφική σχέση. Πρέπει να δεχτούμε ότι αγάπη και μίσος, αποδοχή και ζήλια συνυπάρχουν και κάθε αδελφός (ή αδελφή) είναι καταδικασμένος σ’αυτόν τον διπλό ρόλο ομοίου- αντιπάλου. Μέσα από τις διαφορές αναδεικνύεται η μοναδικότητα του καθενός και μέσα από την αντιπαλότητα μπορούμε να φτάνουμε στη συναδέλφωση [6].

Αντί επιλόγου, θα σημειώσω ένα απόσπασμα από το εξαίσιο βιβλίο του Ζαν- Μπερτράν Πονταλίς «Αδελφός του Προηγούμενου», ο οποίος εμπνευσμένος από βιογραφίες, μυθιστορήματα και προσωπικά βιώματα εξετάζει με τη ματιά του αναλυτή αλλά και ταυτόχρονα με τρόπο ποιητικό, τη σχέση μεταξύ δύο αδελφών:

Κάθε πρώτος ζηλεύει το δεύτερο, τον παρείσακτο. Ο δέυτερος ζηλεύει τον πρώτο που ήρθε στον κόσμο. Το μοναχοπαίδι υποφέρει που είναι το μοναδικό παιδί της μητέρας του. Σε μια πολύτεκνη οικογένεια δεν είναι εύκολο να βρεις τη θέση σου. Δεν υπάρχει λύση. Όμως υπάρχει κάτι ακόμη χειρότερο: να σου έχουν κλέψει την παιδική ηλικία[7][1].


[1] Lacan, J. (2001). Les complexes familiaux dans la formation de l’individu. Autres Ecrits. Paris : Editions du Seuil.

[2] Ό.π.

[3] Πονταλίς, Ζ-Μ. (2009). Αδελφός του προηγούμενου. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

[4] Δημητριάδης, Γ. (2010). «Το σύμπλεγμα της παρείσφρησης σύμφωνα με το άρθρο του Λακάν για την οικογένεια το 1938», περ. Εκ των Υστέρων, τχ. 20, Ιούλιος 2010, σ. 33-51.

[5] Φρόυντ, Σ. (1917). Μια παιδική ανάμνηση από το Ποίηση και αλήθεια. Μετάφραση Σαγκριώτης, Γ. περ. Εκ των Υστέρων, τχ. 20, Ιούλιος 2010, σ. 7- 16.

[6] Πονταλίς, Ζ-Μ. (2009). Ό.π.

[7] Πονταλίς, Ζ-Μ. (2009). Ό.π.