Freud café στην Αθήνα, Ανοικτές δημόσιες συζητήσεις ανάμεσα σε ψυχαναλυτές και ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών για τη συνάντηση των ψυχαναλυτικών ιδεών με την ελληνική κουλτούρα και τη σημασία που έχουν στη ζωή μας σήμερα.

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019, 12:00-14:00

Polis Art Cafe, Πεσματζόγλου 5, Στοά του Βιβλίου

Είσοδος ελεύθερη

Όσο περισσότερο μελετάς το δημοτικό τραγούδι, διευρύνοντας τη βιβλιογραφία σου, τόσο περισσότερο βεβαιώνεσαι για το ελεύθερο πνεύμα του και την ανενδοίαστη γλώσσα του. Ο βαθιά ειλικρινής τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει κρίσιμες πτυχές του οικογενειακού βίου και ερωτικές σχέσεις που βρίσκονται μετά το κατώφλι τού κοινωνικά απαράδεκτου και του ανόσιου θα μπορούσε να θεωρηθεί παραδειγματικός.

Σχεδόν όλες οι εκφράσεις του πόθου ενδιαφέρουν τον λαϊκό ποιητή, ακόμα και εκείνες που συγκρούονται με πανίσχυρα ταμπού. Χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα αποτελεί η εξιστόρηση, κυρίως διά παραλογών, του οιδιπόδειου. Στην περίπτωση μάλιστα του δημοτικού, το οιδιπόδειο είναι απολύτως ενεπίγνωστο και ενσυνείδητο, και ιδιαίτερα επίμονο και επιθετικό από την πλευρά της μάνας. Γι΄ αυτό και η ψηλάφησή του, ή και η απλή περιγραφή του, από έναν συλλογικό-κοινοτικό ποιητή αποκτά ιδιαίτερη αξία.

Ο Παντελής Μπουκάλας είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Έχει δημοσιεύσει εφτά βιβλία ποίησης (η συλλογή Ρήματα τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2010), έναν τόμο δοκιμίων και βιβλιοκριτικών, και δύο τόμους με τις επιφυλλίδες του στην Καθημερινή της Κυριακής. Έχει μεταφράσει Αισχύλο, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, Θεόκριτο, Βίωνα, καθώς και σκωπτικά και συμποτικά επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας. Το 2016 εξέδωσε το βιβλίο Όταν το ρήμα γίνεται όνομα: Η “αγαπώ” και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών (Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής 2017) που αποτελεί τον πρώτο τόμο της σειράς δοκιμίων του για το δημοτικό τραγούδι, με τον τίτλο Πιάνω γραφή να γράψω… Το 2017 εκδόθηκε ο δεύτερος τόμος της σειράς: Το αίμα της αγάπης: Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση.

Το δημοτικό τραγούδι, ως έκφραση αυτού που ο Freud ονόμασε ομαδικό ψυχισμό και συλλογική ψυχή (Gruppenpsyche & Massenseele), μεταφέρει με εντυπωσιακή ενάργεια, αμεσότητα και αισθητική αρτιότητα τα από τα βάθη των αιώνων ανθρώπινα πάθη. Ο ψυχισμός, όπως κι ο πολιτισμός, εδράζονται πάνω στην επιταγή για τιθάσευση αυτών των παθών, αφήνοντας όμως ταυτόχρονα και το παράθυρο ανοικτό στην ονειροπόλησή τους.

Η βιαιότητα και η πολυμορφία της παιδικής σεξουαλικότητας, η εγγενής καταστροφικότητα, οι μεταβιβάσεις κ.λπ. δεν αφορούν μόνο την ψυχοπαθολογία. Είναι συνιστώντα στοιχεία του ανθρώπου, σύμφωνα με την ψυχαναλυτική του θεώρηση. Αυτό το σκάνδαλο δεν είναι ένα ακόμη σημείο συνάντησης της Ψυχανάλυσης με τη δημοτική παράδοση;

Ο Μιχάλης Πέτρου είναι κλινικός ψυχολόγος και κοινωνικός ανθρωπολόγος του Πανεπιστημίου Lumière-Lyon 2. Είναι ψυχαναλυτής, μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης. Είναι αναλυτής ομάδας, μέλος της Γαλλικής και της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας Ομάδας.​

Στη διάρκεια της εκδήλωσης θα απαγγελθεί το εξής κυπριακό δημοτικό, από τη συλλογή της Εντβίγης Λύντεκε (Hedwig Lüdeke) Ελληνικά Δημοτικά τραγούδια, 1947, σσ. 147-148:

Πάνω, στον πάνω μαχαλά, στην πάνω γειτονούλλαν,
αγάπα μάννα το παιδίν τσαι το παιδίν την μάννα. 1
Αγάπαν την τσ΄ αγάπαν τον χρόνους δεκατεσσάρους,
πάνω στους δεκατέσσερις η Αυκωσά ΄νωσέν το.
«Κάνεις φιλί, κάνεις τσιμπί, η Αυκωσά ΄νωσέ μας».
«Τσαι φίλα με, σα με φιλάς, τσίμπα με, σα μ΄ ετσίμπας,
παραντζελιά που λείφκεσαι, να σου την παραντζείλω.
Να πκιάσεις τ΄ αρκοτσίκουρον, να πά΄ στο άρκον όρος,
να πέψω σου την Αυκωσά, ψουμίν για να σου φέρει,
τσαι σκότωσ΄ την τσαι χώσε την, κανείς να μην το ξέρει».
Τσαι σαν του είπεν, έκαμεν τσαι σαν του παραντζέλλει.
Έπκιασεν τ΄ αρκοτσίκουρον να πά΄ στο άρκον όρος,
έπεψεν τσαι την Αυκωσά, ψουμίν για να του πάρει.
Από μακρά τον σαιρετά τσ΄ από κοντά τού λέει:
«Ώρα καλή σου, Γιαννακό, ώρα καλή και γεια σου,
μούσκο τσαι ροδοστέμματα στα καμαρόφρυδά σου».
Τσαι ΄πολοήθην τσαι λαλεί: «Καλώς την Αυκωσά μου.
Τσαι πκιάσ΄ το τούτον το στρατίν, στην μάνναν σου να πάεις,
στην πεθθεράν σου μεν πάεις, γιατ΄ έν΄ ο θάνατός σου».
Σηκώθηκεν ΄ποτσεί χαμαί τσαι πά΄ στην πεθθεράν της.
Που τη θωρεί η πεθθερά, αψώθην τσ΄ εθυμώθην,
«Έλα να δεις, α Αυκωσά, ίντα μυστήρκο πράμμα,
εγέννησσεν η βονική τσ΄ έκαμεν τρία πουλλάρκα.
Το ΄να γι΄ εσέ, τ΄ άλλον εμέ, τ΄ άλλον του Γιανακό μας».
Σαν γέρακο την έπκιασεν, σαν σούχα τηνε σσίζει
τσαι πκιάννει το φλαγκούδιν της, στον ποταμόν τσαι πάει.
Εφτ΄ ασυλιά το έκαμε, το γαίμα δεν-ι-στέκει.
«Ελάτε, βάγιες των βαγιώ, μαείροι των μαείρων,
έλα να μαειρέψετε του γιου μου το φλαγκάτσιν».
Τσαι νά σου και το Γιαννακό τσ΄ εμπήκεν έσσω; άρπα.
«Μαννά, τσαι πού ΄ν΄ την νύφην σου τσ; εμέν την Αυκωσά μου να την φιλήσω μιαν τσαι δκυο, να σβήσουν τα λαμπρά μου;» «Πέζα να φας, πεζά να πκεις, η Αυκωσά έν; έσσω,
όπου τσ΄ αν έν΄ η Αυκωσά την τάβλαν θα καθίσει».
Τσαι το σιννί ελάλεν το, η πρότσα μαρτυρά το:
«Να μη με φας, αφέντη μου, γιατ΄ είμ΄ η Αυκωσά σου».
Τανά εις την κοξούλλαν του, βρίσκει αρκυρόν φηκάριν
τσαι μέσ΄ στ΄ αργυροφήκαρον βρίσκει αρκυρόν μασαίριν·
στον ουρανόν το έσυρεν, στο σέριν του το δέχτη
τσαι πάλε ξανασύρνει το τσαι στην καρκιάν του ρέχτη.
«Τσει που να κλαίει η μάννα της, να κλαίει τσ΄ η διτσή μου,
να παίρνουν τα μνημόσυνα διπλά στην εκκλησίαν».

Αυκωσά: γυναικείο όνομα
(έ)νωσέν το: το ένιωσε
αρκοτσίκουρο: άγριο τσεκούρι
άρκος: άγριος
αψώννομαι: ερεθίζομαι, ανάβω
βονική: γαϊδούρα
πουλλάρκα: πουλάρια
γέρακο: γεράκι
σούχα: είδος όρνιου
σσίζει: σχίζει
φλαγκούδι και φλαγκάτσι: πλευρό, σικώτι
έσσω; άρπα: μέσα ξαφνικά
ασυλιά: σικλιά, δοχεία νερού
λαμπρά: φωτιές
σιννί: πιάτο, ταψί
πρότσα: [ενετ. brozza και γαλλ. broche] πιρούνι
τανά: απλώνει το χέρι του, βοηθά
κοξούλλα: μέση

_________________________________________________

Τόπος συνάντησης:  Polis art café 
Πεσμαζόγλου 5 (Αίθριο Στοάς του Βιβλίου), Αρσάκειο Μέγαρο, Αθήνα, T  210 3249 588

Είσοδος ελεύθερη