Γράφει ο Κυριάκος Χαλκόπουλος*
Όταν ήμουν στο δημοτικό μου είχαν αγοράσει ένα καναρίνι σε ένα κλουβί. Το όμορφο μικρό πτηνό τοποθετήθηκε στην άκρη του μπαλκονιού, και έμοιαζε να προσμένει ειρηνικά την τροφή του που αναπληρωνόταν κάθε λίγες ώρες, όπως ένας δεσμώτης που δεν περιφρονεί την ελάχιστη χαρά που ακόμα είναι διαθέσιμη.
Μου έγινε γρήγορα κατανοητό, όμως, ότι εκείνο το πλάσμα δε συμπαθούσε το περιβάλλον του. Αγνοούσε εντελώς την παρηγοριά που το διαμέρισμα έδινε σε εμένα. Δε θα άλλαζε αυτό ούτε αν το περιέφερα με το κλουβί του σε όλους τους χώρους, που τα χρώματα τους μάλλον θα το ανησυχούσαν περισσότερο και ίσως ασταμάτητα να πετούσε προς τα κάγκελα σα να γινόταν έτσι να απαλλαχθεί από την περιπλάνηση που δεν είχε επιδιώξει και το τρόμαζε…
Πιστεύω ότι απεχθανόταν την παρουσία μας. Δεν έμοιαζε να μας αποδίδει την τροφή που του δίναμε. Ήταν κάποιο ον φτιαγμένο για ζωή πέρα από την εξοικείωση με τέτοιους χώρους και τους κατοίκους τους.
Ένα βράδυ, ενώ ήμουν μόνος μου στο σπίτι, πήγα στο μπαλκόνι για να το ελευθερώσω. Λυπήθηκα μονάχα όταν, ανοίγοντας τη μικρή πόρτα του κλουβιού, εκείνο πάσχισε αμέσως να φύγει, σα να εκμεταλλευόταν κατά τη γνώμη του μια στιγμιαία απροσεξία ενός μισητού φύλακα, σαν κάποιος που προσποιούταν για καιρό μια συγκατάβαση από φόβο, και τώρα, ανέλπιστα ελεύθερος, στη φυγή, εγκατέλειψε αμέσως κάθε πρόσχημα, ανεβοκατεβάζοντας τα μικρά φτερά απότομα σαν με την αγωνία πως ακόμα δεν είχε σβήσει ο παλιός τρόμος.
Και όταν απομακρύνθηκε καθοριστικά, ήταν σα να ένοιωθε πάλι κυνηγημένο από άσκημες αναμνήσεις.
*
Προφανώς και δε μπορώ να συντηρώ ένα ζώο, ιδίως μια τέτοια εποχή που δυσκολεύεται κανείς έστω και να εξασφαλίσει τη δική του τροφή αλλά και ένα χώρο που τον θεωρεί συγκαταβατικά σαν κάτι παρήγορο και υποστηρικτικό. Το ίδιο δε μπορεί να το συλλάβει αυτό, ενδεχομένως να είναι μια τέτοια ανικανότητα ένα κύριο μέρος της προστασίας που του παρέχει η φύση του, σε έναν κόσμο όπου είναι τόσο ένας συνοδοιπόρος, όσο και κάποιο υποχείριο. Μου ήταν πάντα πιστό, δεν έμοιασε να υποψιάζεται τους διφορούμενους λόγους που οδήγησαν στην αρχική του παραμονή στο διαμέρισμα. Ψηλά, πάνω από τους δρόμους όπου το κρύο ενός Χειμώνα αμείλικτου σπορπά τους διαβάτες, υπήρξε για εκείνο το φως του δωματίου μου, το ανεξιχνίαστο λευκό των σελίδων που ποτέ δε διέκρινε το γραμμένο πάνω τμήμα τους, ακουμπισμένων στο ψηλότερο ράφι κατά χιλιάδες, τα πολυάριθμα βιβλία που δε θα μπορούσε να εικάσει ότι αντί για ομοιογενή αντικείμενα γινόταν να ανοιχτούν με τρόπους πολυπληθείς που όλοι είχαν ένα νόημα.
Αυτό το είδος του πλάσματος δυστυχώς μεγαλώνει πολύ γρήγορα σε μέγεθος. Όταν το μετέφερα σε ένα εκτενές χαρτοκιβώτιο είχε ήδη αποκτήσει το βάρος μιας μακριάς σειράς από χοντρούς τόμους. Δεν αμφιβάλω πως σε λίγες εβδομάδες θα είχε καταστεί εντελώς αδύνατο να το κουβαλήσω μόνος μου, οπότε οι επιλογές μου απέναντί του έτειναν ήδη να εκμηδενιστούν…
Δεν είναι αφύσικο ακόμα και εγώ, με όλη μου την πορεία που συχνά ξεπέρασε κάθε όριο ζόφου, να αισθανθώ κάποτε ότι ίσως να είναι δυνατή μια αλλιώτικη εξέλιξη από εκείνες που με τρόμαξαν και με απέλπισαν για τόσα χρόνια… Καθώς έχω κάθε λόγο να κρίνω ότι κατά κύριο λόγο αντιλαμβάνεται κανείς ως βάσιμη μια ελπίδα μόνο όταν διατηρεί μέσα του τη φλόγα από την αγάπη για τη ζωή παρά τις δυσκολίες που έχουν ήδη εντοπιστεί σε αυτήν, θεώρησα ευοίωνο το θέαμα που είδα σε έναν περίπατο μου πριν από λίγες μέρες στην αρχή ενός από τους δρόμους που στρέφονται προς το βόρειο τμήμα της πόλης.
Δεν είχα απομακρυνθεί πολύ από το δικό μου κτίριο. Ανηφορίζοντας το δρόμο συνέβη να κοιτάξω κάποιο διαμέρισμα στα πολλά κτίρια. Ένα μικρό μπαλκόνι, αρκετά πάνω από τα περισσότερα, στολισμένο με μια μακριά γιρλάντα σε ασημί χρώμα, και μερικά φώτα που αναβόσβηναν εύθυμα σε αναμονή των κοντινών γιορτινών ημερών, ήταν το μόνο που είδα και όμως μου φάνηκε τόσο όμορφο! Πίσω από την κλειστή πόρτα του μπαλκονιού φαντάστηκα απρόσωπη κάποια ζωή μακριά από τις πένθιμες διακλαδώσεις της δικής μου πορείας. Συνέβη ακόμα και να θυμηθώ ένα απόγευμα των παιδικών μου ετών, απαλλαγμένος από το βασανισμό των σχολικών θεμάτων απολάμβανα στη ζέστη του σπιτιού τα ασυνήθιστα έντονα χρώματα στους τοίχους που πίστευα για οικείους. Μπορούσα να παραμείνω ανεβασμένος στο κρεβάτι μου, τόσο μεγαλύτερο από το παιδικό μου σώμα. Γινόταν, αντίθετα, τόσο ξεκούραστος που ήμουν, ανά πάσα στιγμή με μια ζωηρή κίνηση να αρχίσω το βηματισμό ως την κουζίνα που επιφύλασσε στοργικά συμπληρωματικές ευτυχίες μέσα σε ένα κουτί με ακριβά γλυκά.
Λίγες νύχτες νωρίτερα είχα κρατήσει, σύρει, ή και σπρώξει, το βαρύ χάρτινο κιβώτιο σε έναν πολύ διαφορετικό δρόμο. Το άγχος μου ήταν μεγάλο. Ανησυχούσα πως κάποια στιγμή, την αμέσως επόμενη, το πάνω μέρος του χαρτονιού θα διαμελιζόταν και θα πρόβαλε αυτό που μετέφερα. Το φανταζόμουν τώρα οργισμένο από την ανήκουστη ταλαιπωρία και τον εγκλεισμό του. Τόσοι άνθρωποι κινούνταν προς την αντίθετη κατεύθυνση, διαρκώς, με προσπερνούσαν κάνοντας θόρυβο που φοβόμουν ότι θα προξενούσε πλέον τη φοβερή αντίδραση του φυλακισμένου ζώου…
Όταν κατάφερα να βρεθώ, μετά από τόση ώρα, μπροστά από τις σιδερένιες γρίλιες που έφταναν μόνο ως τη μέση μιας μικρής πόρτας από παλιά ανοιχτής, συλλογίστηκα για μια στιγμή απλώς να αφήσω το φορτίο μου στην άκρη από το σκαλοπάτι και έπειτα να του δώσω μια δυνατή κλωτσιά ώστε να κατρακυλήσει ως το σκοτεινό πάτο του ξένου χώρου. Αυτό δεν οφειλόταν σε μια ενδυνάμωση της αποστροφής μου για όλη τη δοκιμασία των νεύρων μου. Έκρινα πως κάτω από τις σκάλες ήταν πιθανό να βρίσκονται άνθρωποι ανέστιοι, ακόμα πιο παράτολμοι σε τέτοια σκοτάδια που σε ένα βαθμό τα κατείχαν… Τελικά όμως δε γινόταν να μην κατέβω και εγώ εκεί, αφού το κουτί από μόνο του είτε θα σκιζόταν σε μία βίαιη κάθοδο, ή θα έδινε μια ακόμα πιο σαφή αφορμή στο περιεχόμενο του να απαλλαγεί από την πλάνη πως το κρατούν δεσμά πιο στέρεα από κάποιο ποταπό χαρτόνι…
Βρέθηκα σε ένα μέρος μόλις πέρα από τα ορατά σκαλοπάτια, αρκετά πλατύ ώστε να στηρίζει το κουτί και ας μην παρεμβαλλόταν μια άλλου είδους δύναμη. Και εκεί το άφησα, αργά-αργά, σηκώνοντας ξανά το σώμα μου τεντώθηκα μέσα στο σκότος, έκανα μεταβολή και άρχισα να ανεβαίνω πίσω στο δρόμο δίχως κανείς να σταθεί μπροστά από το άνοιγμα που φώτιζαν δυνατά οι φανοστάτες και όλο το ηλεκτρικό των διπλανών καταστημάτων.
*
Ορισμένες φορές τείνω να αποδίδω σε εκείνο το στόλισμα του ξένου μπαλκονιού τη δική μου πράξη. Προφανώς δε γνωρίζω ποιος κατοικεί πέρα από αυτό. Σίγουρα η σκέψη ότι σε δωμάτια που ξεκινούσαν πίσω από τη μακριά γιρλάντα περίμενε τάχα εμένα κάτι φιλικό μου ήταν εξ αρχής αντιληπτή ως μονάχα μια ανακίνηση ασαφών προοπτικών να βελτιώσω τη ζωή μου εδώ. Αντίστοιχα και η ανησυχία πως εκείνες εμποδίζονταν περισσότερο από το παρελθόν μου με το ζώο που μου κρατούσε συντροφιά δεν υπερέβαινε σημαντικά μια άλλου είδους γενίκευση, εκείνη της κακής γνώμης για το συνολικό παρελθόν μου, που κρατήθηκε στη σκιά και προδόθηκε όπως το πλάσμα που εγκατέλειψα με δόλο και αποστροφή κι ας ήταν πρότερα κάτι δικό μου.
Γι’ αυτό, όταν για άλλη μια φορά ο Ήλιος καταδέχτηκε να αντικατασταθεί από τα φτωχικά μας τεχνητά φώτα, γύρισα στο μέρος όπου είχα σιωπηλά αφήσει το κουτί από χαρτόνι.
Χάρηκα που όλα έμοιαζαν απαράλλακτα εκεί. Η έσχατη προ του δρόμου γρίλια δεν είχε περισσότερο χαμηλωθεί, ούτε στεκόταν κανείς ή ένα πλήθος κοντά στο άνοιγμα της υπόγειας αίθουσας. Σίγουρα θα είχα παραμείνει πιο πολύ να ακουμπώ την πλάτη μου σε ένα τοίχο των κτιρίων της άλλης πλευράς, μα άρχισα να σκέφτομαι ότι κάποιος ίσως να με κοιτούσε απορημένα, και να ήταν αυτό αρκετός λόγος για να με ξαναθυμηθεί στο μέλλον. Η όμοια έγνοια με ανάγκασε να μη σταθώ ούτε στιγμή μπροστά από το σκοτεινό άνοιγμα, και μόνο να σταματήσω αφού είχα πορευτεί σε αρκετά σκαλιά, πολύ αργά, πάντα κατεβάζοντας κατ αρχήν ένα πόδι και μετά συντροφεύοντας το και με το άλλο στο ίδιο σκαλί. Εκεί όπου στάθηκα προσπάθησα να ακούσω μήπως υπήρχαν άνθρωποι στην αθέατη από εμένα αίθουσα. Μετά συνέχισα τη κάθοδο μου.
*
Δεν είχα διάθεση να περπατήσω πλέον, και επιβιβάστηκα σε ένα από τα λεωφορεία μαζί με τόσους άλλους ανθρώπους. Τώρα που γύρισα ξανά στο δικό μου διαμέρισμα δε θυμάμαι ούτε μια από τις μορφές των συνεπιβατών μου, σα να είχαν απλώς τοποθετηθεί εκεί για να συνεχίζεται η πλάνη ότι υπάρχουν για εμένα και άλλα στοιχεία στη ζωή. Κοιτούσα από το παράθυρο τα ψηλά δέντρα στοιχισμένα σε απόσταση, στην ίδια γραμμή. Πέρα από αυτά ήταν και άλλες μορφές, και σ’ ένα παγκάκι ίσως ένα νεανικό ζευγάρι συζητούσε ειρηνικά.
Προσπάθησα να με πείσω ότι και εκείνοι γύρω μου πορεύονταν στον κόσμο με τις δικές τους έγνοιες, καμιά φορά ξεσπούσαν με φωνές σε άλλους που δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσουν πού οφειλόταν ο ανοίκειος, ανησυχητικός τους τόνος. Κανείς δε ξέρει ενός άλλου το παρελθόν και είναι σαν προσευχή να σκέφτεται πως η άγνοια αυτή δε θα οδηγήσει κάποτε στον όλεθρο. Σκέφτηκα πως ίσως εγώ απλώς να εστιάζω υπερβολικά σε μια αίσθηση ενοχής, σα να είμαι ολότελα υπεύθυνος για οτιδήποτε παρουσιάζεται ως αχός ή και με κρότο, απορρέει από εμένα, και φτάνει σε έναν άλλο.
Από παλιά θεωρούσα πως κάθε τι συντριπτικό θα προέλθει από τη δική μου σκέψη, σα να ήταν όλοι οι άλλοι πλήρως ενταγμένοι, ασυναίσθητα, σε μια συνθήκη που διαιώνιζε την ισορροπία που διατάρασσα συνεχώς.
Όλα αυτά, βέβαια, είναι υπερβολικές κρίσεις. Δεν υφίσταται κανένας που να πέτυχε την τέλεια καύση κάθε λύπης ή θυμού μέσα στο δικό του εαυτό και έτσι δεν είχε συνέπειες σε άλλους. Εγώ απλώς ήμουν από τους ελάχιστους οι οποίοι άλλοτε διανοήθηκαν μια τέτοια επιδίωξη…
Δεν είμαι ένας φύλακας των άλλων, ανώνυμων για εμένα ή και κατ’ επίφαση συνδεόμενων μαζί μου. Εγώ, άλλωστε, ό,τι και να ειπωθεί πέρα από αυτό, είχα την πρόθεση να ξαναβρεθώ σε εκείνο το υπόγειο, ενώ οι διαβάτες αμέριμνοι ή βιαστικοί δε θα στέκονταν ποτέ στην είσοδό του και ας παρέμενε ένα μέρος και του δικού τους δρόμου. Κάποιοι ανέστιοι, κυνηγημένοι της ανέχειας, απόκληροι, σπρωγμένοι από χρόνιες λύπες που τους τσάκισαν, κατέληξαν και σε εκείνο το σκοτάδι της αίθουσας όπου νωρίτερα βάδισα με το πιο αργό βήμα, ώσπου κουράστηκα να φοβάμαι άλλο τη ξαφνική σύγκρουση με ακίνητα εμπόδια, τοίχους που δεν κατόρθωνα άλλο να ακουμπήσω στο φρικτό μέρος που δε γίνεται καθαρά να φωτιστεί.
Μπορούσα να ανάψω ένα σπίρτο, αν ήθελα να συνεχίσω την πορεία στο χώρο. Είχα καταλάβει εδώ και λίγη ώρα πως το πάτωμα ήταν από ξύλο, και σε αυτό, λίγο έπειτα, τα παπούτσια μου άρχισαν να κολλούν, σα να προμηνυόταν, σκέφτηκα, ότι η προσπάθεια από εδώ και πέρα θα απαιτούταν να αυξηθεί, και μπορεί μόνο στην αρχή απλά ανεπαίσθητα.
Κάποιος που περιπλανιέται σε σκοτάδια δε χρειάζεται το φως για να συγκεντρωθούν οι εντυπώσεις από αυτά. Υπό μία έννοια το σκοτάδι επιτρέπει την ίδια τη μελέτη, ακριβώς επειδή κάνει αδύνατη μια ιλιγγιώδη ανάπτυξή της που μάλλον θα αποθάρρυνε από κάθε συνέχεια όταν δεν είχε ακόμα ριζωθεί το ενδιαφέρον για αυτήν, από την άγνοια.
Μα και πάλι ήταν λάθος να ανάψω εκείνο το μικρό φως τότε. Ο πρώτος τοίχος τελικά δεν ήταν μακριά μου. Μάλλον μπροστά του θα είχα αλλάξει γνώμη όσον αφορά τη χρησιμότητα να παραμείνω εδώ, ακουμπώντας τότε στα τυφλά τα δάκτυλά μου στην επιφάνεια που με όμοιο τρόπο θα κολλούσε. Στους άλλους διαδρόμους, που περιβάλλονταν από επόμενους τοίχους, δεν αμφιβάλω ότι κάποτε όλα θα στένευαν τόσο, και θα ασκούσαν τόση δύναμη που συγκρατεί, που δε θα διέφερα καθοριστικά εκεί από έναν παγιδευμένο σε ιστό.
Όσο και αν ήθελα πάντα, κατά βάθος, να βοηθήσω, τελικά συνέβαλα και εγώ στην εμφάνιση μιας ακόμα απειλής. Πιο εκλεπτυσμένης από των άλλων, μιας που υφαίνει ιστούς. Ίσως να ήθελα απλώς να με πείσω ότι δεν υπάρχει μόνο για εμένα. Μερικές υστεροβουλίες είναι όχι από πρόθεση, μα από το γενεσιουργό τους αίτιο, θανατηφόρες, αλλά μπορεί να πρέπει να ανοιχτεί μια σφραγίδα προτού συντριβεί ό,τι έκρυβε. Μπορεί. Ίσως όμως αυτό να είναι μόνο μοιραίο: να ανοιχτεί.
————————————————
*Ο Κυριάκος Χαλκόπουλος γεννήθηκε το 1979 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ολοκλήρωσε τις βασικές του σπουδές. Κατόπιν σπούδασε στην Αγγλία και είναι πτυχιούχος της φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου του Έσσεξ. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά (Δέκατα, Ένεκεν, Ίαμβος, Εντευκτήριο, Αντί επιλόγου, Χίμαιρες, Σοδειά κ.α.) και σε έντυπα του εξωτερικού (Αγγλία, Ελευθερία, Γερμανία, Εξάντας).
Σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη.




















