Ένας αμαρτωλός άγιος είναι απλά υπερήρωας

Γράφει ο Βασίλης Παλαμάρας

Κάποιος θα υποστεί ένα αναπάντεχο ατύχημα και μια ανεξίτηλη ουλή θα μείνει να του θυμίζει εκείνη τη στιγμή, για όλη του τη ζωή. Πρόκειται, προφανώς, για μια εγκεφαλική λειτουργία, αυτή η αντανάκλαση της ανάμνησης, πάνω στο σημάδι της πληγής.

Έχει όμως το ανθρώπινο δέρμα μνήμη; Ειδικότερα, μπορεί ένα τραγικό συμβάν να εμφανιστεί ως καταλύτης και να αλλάξει την ισορροπία μιας χημικής αντίδρασης; Καμιά επιστημονική έρευνα, δε κατάφερε έως τώρα, να αποδείξει το αντίθετο.

Ο Βασίλης, γεννήθηκε το 1979, σε ένα χωριό έξω από την Έδεσσα, από το σμίξιμο ενός φιλότιμου και καλοκάγαθου αγρότη και μιας κόρης ιερωμένου, με ενοχικά σύνδρομα. Η πρώτη μυρωδιά που θυμάται να γαργάλησε τα ρουθούνια του, πριν καν αρθρώσει τη πρώτη του λέξη, ίσως και
προτού τα λεπτά του χείλη σχηματίσουν το πρώτο του χαμόγελο, ήταν αυτή των φρεσκοκομμένων ροδάκινων.

Ο Βασίλης δεν άκουσε ποτέ παραμύθια απ’ το στόμα του παππού του, παρά μονάχα τις χριστιανικές παραβολές  και τα διδάγματα της Παλαιάς Διαθήκης. Τις ευχές που δικαιούται να έχει ένας πιστός και τις κατάρες της Αποκάλυψης.

Λάτρευε σα παιδί, πιο πολύ από όλους τους άλλους μήνες, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, για τη χαρά της συγκομιδής των ροδάκινων που προορίζονταν κυρίως για τη τοπική βιομηχανία κομπόστας. Πάντα, τέτοιες μέρες τον έβρισκαν στο τέλος των εργασιών φουσκωμένο μέχρι σκασμού, να κάθεται στις ρίζες κάποιου δέντρου, σα μικροσκοπικός Βούδας. Κατά τη διάρκεια
της κοπής των καρπών, τρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά μ’ αυτούς. Στα χέρια του, είχε μονίμως τα σημάδια της βέργας που χρησιμοποιούσε η μάνα του, για να τον αποτρέπει, όταν αντιλαμβανόταν τις εφόδους του στη φρουτολεκάνη του τραπεζιού της κουζίνας. Στ’ αυτιά του πάλι, είχε τον απόηχο των κηρυγμάτων του παππού του, για τα δεινά της λαιμαργίας. Στο στομάχι του, είχε φιλοξενήσει πολλές φορές ,εξ’ αιτίας της ανεξέλεγκτης λαχτάρας του για τέτοια εδέσματα, τα
κουκούτσια. Το σώμα του, πάντα ανάβλυζε το υπέροχο άρωμα του φρούτου.

Ζωηρό παιδί κι αρκετά εύστροφο, γυρνούσε πάντα με γδαρμένα γόνατα και λερωμένα ρούχα, απ΄ το παιχνίδι και τις ζαβολιές του. . Ιδρωμένος και διψασμένος, ρουφούσε αμέτρητα ποτήρια νερό, ώσπου να «ξεραθεί» με τη κοιλιά τεντωμένη σα μεμβράνη από τουμπερλέκι, στο καναπέ. Ο
παππούς του άρχιζε πάλι να κηρύττει περί του αμαρτήματος της λαιμαργίας  και η μητέρα του τον σιγοντάριζε πολλές φορές, με τα βίαια τραβήγματα του αυτιού του.

Σ’ ένα όνειρο που έβλεπε συχνά, έπειτα από τέτοιες καταστάσεις, του είχε τραβήξει τόσο πολύ το αυτί, που ξεχείλωσε κι έμοιαζε με ιπτάμενο δίσκο, μεγαλύτερο απ’ το μπόι του. Πόσο δύσκολο του ήταν να τον κουβαλήσει! Ή θα έπρεπε να κατρακυλάει πάνω του χρησιμοποιώντας τον σα ρόδα, ή να γέρνει στο πλάι, κρατώντας τον παράλληλο με το έδαφος. Η πρώτη επιλογή ήταν η προτιμότερη, παρά τη ζάλη της συνεχούς περιστροφής. Το να  στηρίζει το τεράστιο αυτί με τον αυχένα του, ήταν ακατόρθωτο μετά από μερικά μέτρα, μόλις. Ο παππούς του τον ακολουθούσε και
δίχως να δίνει δεκάρα για το μαρτύριό του, συνέχιζε τα κηρύγματά του. Ακόμα κι οι ψίθυροί του τον πονούσαν κι έμοιαζαν να του τρυπάνε το τύμπανο,  ματώνοντας το κεφάλι του. Εκείνος όμως,
απτόητος, συνέχιζε τη ρητορεία του, ώσπου ένα απαλό αεράκι λύτρωνε το δύστυχο παιδί. Σήκωνε το Βασίλη ψηλά, ο οποίος χρησιμοποιώντας την αντίσταση του αέρα στο αυτί του, μεταμορφωνόταν σε ανεμόπτερο. Έπειτα προσγειωνόταν στην αγκαλιά του πατέρα του και το όνειρο τελείωνε εκεί.

Ο Βασίλης ήταν ένα κοκαλιάρικο, μελαχρινό πιτσιρίκι και οι μόνες του αδυναμίες ήταν τα ροδάκινα, το δροσερό νερό, το ποδόσφαιρο και οι βόλτες με το τρακτέρ του πατέρα του, όταν του εξηγούσε την αγάπη του για αυτό το δέντρο με τους ευωδιαστούς καρπούς. Το θαυμαστό φυτό που
κάποιοι άνθρωποι με κόπο, είχαν φέρει στα μέρη τους απ’ την Περσία, το 4ο αιώνα π.χ., τώρα τους έδινε τα πλούτη του, για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην.

Αυτές οι ανέμελες βόλτες, ήταν οι καλύτερες στιγμές του αγοριού.  Ξέφευγε απ’ την αυστηρότητα της μάνας του και τη βαριεστιμάρα των ατέλειωτων ομιλιών του παππού του. Δε γινόταν να τον τιμωρήσει ο Θεός, όπως τον φοβέριζαν, για τόσο ασήμαντες αμαρτίες. Όπως κάθε χριστιανόπουλο, νόμιζε, πως ο Θεός δεν ασχολιόταν με τις δικές του ζαβολιές. Και πραγματικά, θα έπρεπε να έχει δίκιο.

Στις 6 Αυγούστου 1989, γύρω στο μεσημέρι, κατά τη διάρκεια της συγκομιδής, το αγόρι είδε τον πατέρα του να σωριάζεται, ξαφνικά, στο χώμα. Δίπλα του μοσχομύριζαν τα φρεσκοκομμένα ροδάκινα, γαργαλώντας την ευαίσθητη μύτη του παιδιού, για όσο εκείνο νόμιζε πως ήταν μια
ακόμα πλάκα που του σκάρωνε ο μπαμπάς του. Ο γεροδεμένος άντρας, βογκούσε κρατώντας το στήθος του. Πριν χάσει για πάντα τις αισθήσεις του, έγειρε στο πλάι το κεφάλι του και κοίταξε για τελευταία φορά το γιο του. Ένα δάκρυ κύλησε απ΄ το δεξί του μάτι  στο χώμα, ενώνοντας
τον με το πεπρωμένο του. Η μυρωδιά των φρούτων, αμέσως σταμάτησε να ερεθίζει την όσφρηση του παιδιού και το ίδιο δάκρυ πολλαπλασιάστηκε επί δεκάδες φορές, πλημμυρίζοντας τα μάτια του Βασίλη. Ήταν σχεδόν τυφλός απ’ το κλάμα, όταν άρχισε να γυροφέρνει το πτώμα του πατέρα του, πετώντας του θυμωμένος τους καρπούς που σήκωνε απ’ το έδαφος και παρακαλώντας τον, να σταματήσει το τρομακτικό του αστείο. Πέρασαν λεπτά με άπειρα δευτερόλεπτα, για να συνειδητοποιήσει ο μικρός, πως ο πατέρας του δε θα πονούσε ποτέ ξανά. Έπεσε αποκαμωμένος στο στήθος του και τυλίχτηκε με το άψυχο χέρι του. Για πρώτη φορά έβλεπε στο ξύπνιο του, το ίδιο όνειρο. Ο παππούς του να τον απειλεί πως θα τον τιμωρήσει ο Θεός για τη λαιμαργία του και η μάνα του, να του ξεχειλώνει το αυτί. Όση ώρα έμεινε στη νεκρή αγκαλιά με ανοιχτά τα μάτια, ούτε ένα αεράκι δε φύσηξε για να τον λυτρώσει, όπως άλλοτε, απ’ τον εφιάλτη του. Τον κυρίεψε πανικός, σαν σκέφτηκε πως αυτός ο άνεμος δε θα φυσούσε ποτέ ξανά, για όσο θα ζούσε.

Σηκώθηκε βιαστικά κι άρχισε να τρέχει προς το σπίτι φωνάζοντας «εγώ φταίω», ενώ τραβούσε τα μαλλιά του και χτυπούσε με τα χέρια του, δυνατά, το πρόσωπό του.

Δε μπορούσε να αρθρώσει καμμιά άλλη λέξη, πλην αυτών των δύο, παρά τις επίμονες ερωτήσεις της τρομοκρατημένης μητέρας του, όσο την οδηγούσε στο σημείο που βρισκόταν το πτώμα.

Οι εξελίξεις στη ζωή της οικογένειας που απέμεινε ζωντανή, ήταν ραγδαίες. Μην έχοντας πια τί να κάνει στο χωριό, η μητέρα, η Σοφία, απελπισμένη και χωρίς να την χωρά ο τόπος, κατεβαίνει στην
Αθήνα έπειτα από τρεις εβδομάδες και με τη μεσολάβηση της αδερφής της, που ήταν τμηματάρχης, πιάνει δουλειά στο πολυκατάστημα του Λαμπρόπουλου. Με δανεικά λεφτά, νοικιάζει ένα σπίτι στη Κυψέλη και προλαβαίνει, τη τελευταία στιγμή, με ικεσίες, να εγγράψει το γιο της, στο 133ο δημοτικό σχολείο της περιοχής.

Ο Βασίλης, γίνεται αμέσως δεκτός απ’ τα υπόλοιπα παιδιά της πέμπτης τάξης, καθώς ήταν σπουδαίος τερματοφύλακας, ενώ με τον καιρό αποδείχτηκε και μεγάλος πλακατζής. Στα μέσα Οκτωβρίου θα σταματήσει να κάθεται μόνος του στο θρανίο, καθώς ο δάσκαλος, προστάζει το Κώστα ν’ αλλάξει κάθισμα, εξ’ αιτίας της μόνιμης και θορυβώδους ανησυχίας του. Του επιβάλλει να καθίσει στις μπροστινές θέσεις, δίπλα στον ήσυχο νεοφερμένο. Απτόητος ο Κώστας, συνεχίζει την ακούσια κι ενστικτώδη ανυπακοή του.

-Πού έμαθες τέτοιο τέρμα ρε μεγάλε;

-Σσσς, σιωπή!

-Στο γήπεδο του χωριού μου.

-Και δε μου λες; Παίζεις και παγκότερμα;

-Για ησυχία Κώστα.

-Ναι αμέ, πολύ καλό. Και μέσα, παίζω ακόμη καλύτερα.

-Τί θέση;

-Σέντερ φορ.

-Καλά, καλά, μη περνιέσαι και για τόσο σπουδαίος. Θα σε βάλω στο τέρμα και θα σου
βαράω σουτάκια. Θα σε ξεφτιλίσω στα γκολ.

-Έϊ! Σκασμός! Κώστα δε θα μου χαλάσεις και τον καινούριο. Θα σε βγάλω έξω με το
επόμενο «κιχ».

-Καλά, καλά, κύριε.

Τα δύο παιδιά δεν έπαιξαν ποτέ αντίπαλοι μπάλα κι έγιναν αχώριστοι φίλοι, παρ’ όλο που ο Βασίλης ποτέ δεν ανέφερε στο «κολλητό» του, όπως και σε κανέναν άλλο, το θάνατο του πατέρα του. Αντίθετα, δε σταματούσε ποτέ να τους διηγείται ιστορίες για τα κατορθώματα του και για το
πώς ήξερε να περιποιείται τα δέντρα του, εκεί που βρισκόταν. Σε ένα χωριό, λίγο
έξω απ’ την Έδεσσα. Εκεί έμενε μόνιμα, για να φροντίζει τους κόπους του.

Κάθε βράδυ ο Βασίλης, προσευχόταν ώρες ατέλειωτες  και ζητούσε συγχώρεση για τη
λαιμαργία του, που σκότωσε τον πιο αγαπημένο του άνθρωπο. Στη πραγματικότητα,
το αμάρτημά του, άνηκε πλέον οριστικά στο παρελθόν. Δεν έπινε ,πια, αχόρταγα το
νερό και είχε σταματήσει να τρώει ροδάκινα. Δεν μπορούσε ούτε να τα μυρίσει και
θύμωνε με τη μητέρα του, κάθε φορά που τολμούσε να τα αγοράσει απ’ το μανάβη
και να τα φέρει στο σπίτι.

Όταν το καλοκαίρι, η Σοφία τον πήρε μαζί της, παρά τη θέλησή του, στο χωριό, για να βοηθήσουν στη συγκομιδή, το παιδί αντέδρασε πολύ άσχημα. Ο μισθός της μητέρας του ήταν πενιχρός και τους ήταν απαραίτητα τα έσοδα απ’ τα κτήματα. Όλο τον υπόλοιπο χρόνο, το σόι τους
φρόντιζε τις καλλιέργειες τους, όμως η κυρά-Σοφία θεωρούσε ηθική της υποχρέωση
κι ένδειξη ελάχιστης ευγνωμοσύνης στους δικούς της ανθρώπους, την καλοκαιρινή
της άδεια, να την αφιερώνει στην συγκομιδή των καρπών. Φόρος τιμής, στη μνήμη
του άντρα της, πρέπει να θεωρείται και το γεγονός πως ποτέ  δε κοίταξε άλλον. Ήταν μια πολύ μόνη γυναίκα.

Όταν έφτασαν στο πατρικό σπίτι, το αγόρι δε μπορούσε να αναπνεύσει απ’ τις ενοχές και τις μνήμες. Η λιτή από χάδια και μάλλον αυστηρή υποδοχή που τους επιφύλαξε ο παππούς, του στέρησε επιπλέον οξυγόνο. Η σιωπή του χώρου, η νεκρική μυρωδιά που απέπνεε το κλειστό, για πολύ καιρό, οίκημα, καθώς και η πρωινή υγρασία, έκαναν αβάσταχτη τη θλίψη της απώλειας και άλλαζαν τις παραμέτρους μιας χημικής εξίσωσης, που στο μυαλό όλων, ήταν δεδομένοι για έντεκα ολόκληρα χρόνια.

Ο Βασίλης φοβόταν τη σύγκρουση με το παρελθόν και δεν είχε καμία διάθεση να βοηθήσει στη συγκομιδή. Η σφαλιάρα του παππού και τα κλάματα της μάνας του όμως, τον στρίμωξαν στη γωνία.

Με το που άρχισε να αραδιάζει τα ροδάκινα στα καφάσια, γέμισε εξανθήματα σε όλο του το σώμα. Τεράστιες φουσκάλες με πύον και ακατανίκητη φαγούρα, ξεπήδησαν στο δέρμα του. Ο μικρός τότε, άλλαξε γνώμη και ξεκίνησε να δουλεύει σε πιο εντατικούς ρυθμούς. Η ζέστη, ο ιδρώτας, η
επιθυμία να ξυστεί και οι τσίμπλες στα μάτια, ως άλλο ένα σύμπτωμα μιας νεογέννητης και ανεξήγητης αλλεργίας, τον έκαναν πιο εργατικό. Ήταν σίγουρος πως αυτή ήταν η τιμωρία  για την
αδικαιολόγητη λαιμαργία του και ήταν δίκαιο να την υποστεί, αν επιθυμούσε να εξιλεωθεί, μια για πάντα, για το κακό που είχε προκαλέσει. Όταν ο θείος του, διέκρινε το αμόκ του παιδιού από μακριά, η δύσπνοια είχε προστεθεί στο εξαντλημένο περίγραμμά του. Το μικρό κορμί φούσκωνε και ξεφούσκωνε με μεγάλη προσπάθεια, προσπαθώντας να κερδίσει μια ανάσα. Πλησιάζοντας το και διακρίνοντας τα εμφανή πλέον, από μικρή απόσταση, σημάδια στα χέρια του, θέλησε
να το βοηθήσει.

Ο Βασίλης του φώναζε να φύγει και χρειάστηκε η βία για να  απομακρυνθεί το παιδί, απ’ τα ευωδιαστά δέντρα.

Το ίδιο βράδυ, το αγόρι παρακαλούσε τη μητέρα του να τον αφήσει να ξαναπάει στο κτήμα, μιας και αυτή ήταν η δοκιμασία που είχε επιλέξει ο Θεός να τον υποβάλλει, για την αμαρτία του. Η Σοφία έκλαιγε και προσπαθούσε να ηρεμήσει το παιδί μαζί με το θείο του και μόνο ο παππούς
έβρισκε νόημα στα παραληρήματα του «μετανοημένου» εγγονού του.

Με τα πολλά κι ενώ η ώρα είχε περάσει, η επιθυμία του παιδιού έγινε σεβαστή, με την προϋπόθεση να φορά μια αντιασφυξιογόνο μάσκα που θα τον προστάτευε απ’ το άσθμα, την ώρα της δουλειάς.
Ο Βασίλης δέχτηκε. Ούτως ή άλλως, την αναζωογονητική μυρωδιά των ροδάκινων, δεν
την αναγνώριζε η μύτη του, απ’ τη μέρα που ξεψύχησε ο πατέρας του.

Η συγκομιδή, συνεχίστηκε με το αγόρι να υποφέρει από τα εξανθήματα και τη φαγούρα,  δουλεύοντας μανιασμένα. Οι προσευχές, επίσης συνεχίστηκαν, καθώς και οι μάταιες εκκλήσεις να ξαναγυρίσει ο νεκρός, τώρα που συμμορφώθηκε το τέκνο του.

Πέρασαν κι άλλες συγκομιδές, ώσπου το 1994, το κτήμα πουλήθηκε και η κυρά-Σοφία αγόρασε ένα τριαράκι στη Κυψέλη, για να μείνει με το γιο της, ο οποίος τα βράδια αφιερωνόταν σε ιδιόμορφες, θρησκευτικές τελετές. Αγοράζοντας διάφορα βιβλία περί μεταφυσικής, σολομωνικής
και δαιμόνων, απ’ τους πάγκους στο Μοναστηράκι, μαζί με άλλα σύνεργα, όπως
κεριά και μεταχειρισμένα λιβανιστήρια, βάλθηκε να δίνει ραντεβού πολέμου με το
διάολο και τους πειρασμούς του, κάθε Σάββατο γύρω στα μεσάνυχτα. Άναβε τα κεριά
και καθόταν μπροστά στον καθρέπτη του δωματίου του, ακριβώς στις δώδεκα τη
νύχτα. Οι φήμες έλεγαν κι όσο υπάρχουν αφελείς και φοβισμένα παιδιά θα
συνεχίσουν να λένε, πως μέσα απ’ το είδωλο της φλόγας στο καθρέπτη, ξεπετάγεται
ο Εωσφόρος αυτοπροσώπως. Τις πρώτες φορές που ο Βασίλης με τη πίστη και τη καλή
του θέληση τον είδε, φοβήθηκε και άναψε αμέσως το φως. Ως γνωστόν, η ΔΕΗ
διαλύει το διάολο απ’ το καθρέπτη, όπως το AJAX τους λεκέδες. Τις επόμενες φορές, με το πείσμα του κατάφερε να τον αντιμετωπίσει κι έπειτα κορεσμένος απ’ τις νίκες του εναντίον του Κακού κι απ’ την αμφιβολία μήπως όλα αυτά ήταν αρλούμπες, παράτησε οριστικά αυτές τις Σαββατιάτικες αναμετρήσεις.

Ο επιδειξιμανής εγωισμός της εφηβείας του, τον ώθησε να ασχοληθεί πιο ρεαλιστικά με τα θαύματα, αποκομίζοντας το όφελος του εντυπωσιασμού, του οποιουδήποτε κοινού του. Παρακολουθούσε όλες τις εκπομπές και διάβαζε αχόρταγα όλα τα βιβλία που είχαν σχέση με τη
ταχυδακτυλουργική τέχνη.

Αμέτρητες ώρες εξάσκησης, είχαν περάσει, έως το Μάρτιο του 1994, όταν ο μικρός μάγος της Γ΄ γυμνασίου, στοιχημάτισε μ’ έναν θηριώδη μαθητή της Β΄ λυκείου, που έπαιρνε το χαρτζιλίκι πολλών μικρότερων με το έτσι θέλω, πως μπορούσε να του εξαφανίσει τρία τσιγάρα, απ’ το κλειστό πακέτο Marlboro «μαλακό» που κρατούσε. Αν τα κατάφερνε, θα  μοιραζόταν τη λεία του με τους φίλους του. Ο υπερφυσικού μεγέθους μαθητής, δέχτηκε. Η πρόκληση αυτή, ήταν προσχεδιασμένη, καθώς ο μαθητευόμενος μάγος, ήθελε από καιρό να δώσει ένα καλό μάθημα στην αλαζονεία εκείνου του χοντρού, που βασάνιζε κι εκμεταλλευόταν τους αδύναμους του σχολείου. Ο Βασίλης, πήρε το πακέτο με την κλειστή ζελατίνα, εξαφανίζοντας το για μισό λεπτό περίπου, μέσα στις παλάμες του. Ύστερα το επέστρεψε και προέτρεψε τον κάτοχό του, να το ανοίξει μπροστά σε όλους. Ήταν πράγματι πολύ αστεία η φάτσα του, όταν διαπίστωσε πως η,
μέχρι πρότινος, κλειστή συσκευασία, περιείχε 17 τσιγάρα.

Για τον μικρό θαυματοποιό του 60ου Γυμνασίου Κυψέλης, τα κόλπα με τις τράπουλες, ήταν πλέον μονάχα για αρχάριους. Είχε προχωρήσει κατά πολύ τη Τέχνη του. Ο μαθητής δε, του λυκείου, όταν συνήλθε απ’ το σοκ, είδε το Βασίλη μαζί με το Κώστα και τον ψηλό, να καπνίζουν τα
τσιγαράκια που εκείνος είχε πληρώσει. Θόλωσε. Κατευθύνθηκε προς το μέρος τους
και έριξε μια γερή γροθιά στη μύτη του παιδιού που τον ξεγέλασε. Ο μάγος, σωριάστηκε αιμόφυρτος.

Εκείνη, ήταν άλλη μια σημαντική μέρα της ζωής του ορφανού αγοριού. Αποφάσισε πως δε μπορεί πάντα να προστατεύει τους «καλούς» απ’ τους «κακούς», με ειρηνικό τρόπο. Επίσης, δεν ήθελε ποτέ ξανά να τον μειώσει  κανείς, μπροστά στους φίλους του και τα όμορφα κορίτσια που τριγυρνούσαν στο προαύλιο…

Ο Βασίλης, άρχισε να μελετά εντατικά πολεμικές τέχνες, όταν γυρνούσε απ’ το σχολείο στο μικρό του δωμάτιο. Οι βιντεοκασέτες του Μπρους Λη και οι ακριβοί για τα οικονομικά τους δεδομένα,
τόνοι βιβλίων με φωτογραφίες ασκήσεων του καράτε που έκλεβε για καλό σκοπό απ’
το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς, ήταν οι διδάσκαλοι του. Για τέσσερις και πέντε
ώρες, κάθε μέρα, ιδροκοπούσε, χοροπηδούσε και μάτωνε τα χέρια και τα πόδια του,
χτυπώντας πόρτες, τούβλα και σανίδες. Κάθε πρώτη του μήνα, έδινε μόνος του
εξετάσεις στον εαυτό του, για να προχωρήσει αποκτώντας τη κίτρινη, πορτοκαλί,
κόκκινη, ή όποια άλλη ζώνη μεσολαβούσε έως τη μαύρη. Όλες αποτελούνταν από
λωρίδες χρωματιστών υφασμάτων που είχαν σκιστεί από κακοποιημένα πετσετάκια,
σεντόνια και σεμέν κομοδίνων, που εξαφανίζονταν προκαλώντας την απορία της
κυρά-Σοφίας.

Στις 6 Μαρτίου του 1995, στην επέτειο του περιστατικού και ενώ ο Βασίλης ήταν κάτοχος πλέον της πολυπόθητης μαύρης ζώνης, ο μικρός νίντζα πλησίασε τον εύσωμο μαθητή και του ζήτησε το πακέτο με τα τσιγάρα του. Ήταν αστείο να βλέπεις τον μικροσκοπικό νεαρό, να φορά μια
υφασμάτινη κόκκινη λωρίδα γύρω από το μέτωπο, η οποία στο ύψος των ματιών του,
έγραφε τις οδηγίες πλύσης. Έμοιαζε τόσο αφελής, να προκαλεί εκείνον το γίγαντα.
Ο Βασίλης, επανέλαβε την απαίτησή του σε πιο έντονο ύφος, για να γίνει
κατανοητή σε όλου,ς η αποφασιστικότητά του. Εκείνος χαμογέλασε κάπως αμήχανα
και του έδωσε το πακέτο του ψελλίζοντας:

-Δε θα τολμήσεις.

Ο μάγος το πήρε και έπειτα από μισό λεπτό του το επέστρεψε, κάπως πιο ελαφρύ. Όταν ο χοντρός άνοιξε το πακέτο, ήταν πλέον άδειο και όταν η σκηνή πήγε να επαναληφθεί, χάριν της επετείου, δυο εναέριες, συνεχόμενες κλοτσιές, ξάπλωσαν κάτω το θηριώδη νέο, πριν καν προλάβει να
σηκώσει το χέρι του. Ο Βασίλης άναψε ένα τσιγάρο και ρώτησε, κάπως υπεροπτικά
για χριστιανόπουλο, το ζαλισμένο θύμα του, αν ήθελε κάτι άλλο. Το όλο περιστατικό, έμοιαζε με demo του mortal combat.

Το περιεχόμενο του πακέτου, το μοιράστηκε με τους φίλους του, οι οποίοι τον καμάρωναν, αν και ο Κώστας επέμενε πως δεν έπρεπε να παίρνουν τα μυαλά του αέρα, γιατί εκείνος στο ποδόσφαιρο ήταν καλύτερος. Ο ψηλός πάλι, τον προέτρεπε να δίνει κάθε μέρα το ίδιο μάθημα στο γορίλα, για να έχουν πάντα τσιγάρα.

Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, ήρθε κι ο πρώτος μπάφος της παρέας. Τον αγόρασε ο ψηλός με τα λεφτά που είχε ξαφρίσει με μαγικό τρόπο ο Βασίλης, απ’ το περιπτερά της οδού Σκύρου, δίχως καν να μπει στο περίπτερο. Η ιεροτελεστία έλαβε μέρος στα βραχάκια του Λυκαβηττού, κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας του Νίκου Παπάζογλου. Ο ταχυδακτυλουργός το έστριψε, ο
ψηλός αγνάντευε και ο Κώστας πείστηκε, να κόψει το εξώφυλλο του αγαπημένου του
τεύχους του ASTERIX που είχε πάντα στη τσάντα του, για να φτιαχτεί μια τζιβάνα.

Η μαγική τριάδα, ήταν σχεδόν αχώριστη, αν εξαιρέσει κανείς τις φορές που ο Βασίλης χανόταν δίχως να δίνει σημεία ζωής, ενασκούμενος στα κόλπα του και σε εξαντλητικές, γεμάτες δάκρυα προσευχές,  για τον πρόωρα χαμένο πατέρα του. Τα άλλα δύο μέλη της παρέας, είχαν καταλάβει προ πολλού πως ο φίλος τους ήταν ορφανός και πως οι ιστορίες που επινοούσε για τον φιλότιμο αγρότη, ήταν ψεύτικες. Ποτέ όμως δε του το είπαν, για να μην τον θίξουν. Είχαν καταλάβει και πως οι αιτίες των συχνών και σύντομων εξαφανίσεών του, είχαν να κάνουν με το ίδιο θέμα και τη
θλίψη που προκαλούσε στο Βασίλη, αυτή η απώλεια. Σημασία είχε, πως ο μικρός
μάγος πάντα επέστρεφε στη παρέα τους. Άθελα τους, είχαν και οι δύο υποσυνείδητα
συνωμοτήσει και δεν ανέφεραν ποτέ τους δικούς τους πατέρες μπροστά σε αυτόν,
για να μη μελαγχολεί. Ακόμα κι όταν έλιωναν στις μπίρες στο θρυλικό «Τηνιακό»,
ποτέ δε τους ξέφευγε κουβέντα. Πάντα κατά τις 2 ο ψηλός κοιμόταν στη καρέκλα,
ενώ ο Κώστας με το Βασίλη, λογομαχούσαν μεθυσμένοι, περί αναρχοκομμουνισμού και
χριστιανισμού, δίχως ποτέ να αλλάζει κάτι στο κόσμο, εκτός από το σταυροπόδι
του ψηλού. Πάντα ο ένας ρευόταν τις μπίρες άθεος κι ο άλλος πιστός. Πάντα και
οι δύο ένιωθαν μικροί, μπροστά στα ινδάλματά τους. Ο Βασίλης γούσταρε πολύ τα
κορίτσια για να γίνει άγιος και ο Κώστας ήξερε πως δεν θα είχε ποτέ τα κότσια να γίνει Τσε Γκεβάρα. Ακόμα και να τα είχε όμως, δε θα μπορούσε να απαρνηθεί για πολύ τις θηλυκές παρουσίες, όπως άρμοζε σε έναν αληθινό αντάρτη που δεν λοξοδρομεί ποτέ απ’ το στόχο του.

Η Γ΄ λυκείου τελείωσε και κανείς από τους τρεις τους, δε προοριζόταν για «ανώτερη»
μόρφωση. Ο Βασίλης το έριξε στα τριπάκια, γιατί τον έκαναν να συνομιλεί πιο
άνετος και θαρραλέος με το Θεό, το Χριστό, τη Παναγία και γενικά όλους τους
αγίους ανθρώπους. Ο ψηλός στα «μανιτάρια», καθότι μεταφερόταν όποτε ήθελε για
σκι στα χιονισμένα βουνά των ονείρων του και ο Κώστας στην οικοδομή, μιας και
δεν έπαιζε ποτέ φράγκο στη τσέπη του. Ο τελευταίος, δεν απαρνήθηκε ποτέ το
μαυράκι του για άλλες ουσίες. Ήταν πάντα πολύ αστείες οι βόλτες τους εκείνο τον
καιρό, όταν ο καθένας τους, υπό την επήρεια του δικού του ελιξιρίου και με
διαφορετική διάθεση, προσπαθούσε μάταια να συνεννοηθεί με τους υπόλοιπους δύο.

Το στρατιωτικό για το Βασίλη τελείωσε μαζί με τα τριπάκια. Τρεις μέρες αφότου απολύθηκε, σε ένα παροξυσμό του γύρω στα ξημερώματα, είδε για πρώτη φορά τα «διαόλια». Τα διαόλια ήταν μικροσκοπικά, κόκκινα ανθρωπάκια, σε μέγεθος PLAYMOBIL, με κερατάκια στο κεφάλι και τρίαινες στα χέρια. Ήταν γύρω στα διακόσια από δαύτα. Είχαν σκαρφαλώσει παντού πάνω στο σώμα του και τον τρυπούσαν με τις λόγχες τους. Ο Βασίλης τότε κατάλαβε πως με τα καμώματά του και τις καταχρήσεις του, τον είχε βάλει στο μάτι ο Λούσιφερ. Έκοψε τα τριπάκια, μια και καλή. Ένα μικρό κουσούρι όμως, του απέμεινε να το κουβαλά για το υπόλοιπο της ζωής του. Κάθε
φορά που κοιμόταν, γεμάτος τύψεις για κάτι που είχε μετανιώσει, τα αδίστακτα
διαόλια, εμφανίζονταν στα όνειρά του και τον τσιγκλούσαν. Πάλι καλά που ήταν το μόνο ελάττωμα που απέκτησε, από αυτή την χημική ιστορία.

Ενώ οι δυο άλλοι φίλοι του δούλευαν, εκείνος δεν είχε καμμιά όρεξη να εργαστεί. Εξασφάλιζε το χαρτζιλίκι του και τα τσιγάρα του, προβλέποντας με τον μαγικό του τρόπο τα αποτελέσματα των
ποδοσφαιρικών αγώνων του στοιχήματος. Πάντα όμως, μικροποσά κέρδιζε. Στην
ιεραρχία των μάγιστρων, ήταν ακόμη πολύ χαμηλά. Στις πολεμικές τέχνες τα
πήγαινε καλύτερα, ενώ κι η ενασχόλησή του με αυτές, του είχε χαρίσει ένα
αξιοζήλευτα γυμνασμένο σώμα. Ήταν μάλλον όμως η γλυκύτητά του και το χιούμορ του, αυτά που τραβούσαν τα κορίτσια, παρά η κορμοστασιά του.

Καμμιά κοπέλα δεν άφηνε να τον πλησιάσει πολύ και με καμμιά δε κράτησε ποτέ επαφή, πάνω από 3-4 μήνες. Συνήθιζε να γνωρίζει κορίτσια από άλλες περιοχές της Αθήνας, μέσω του INTERNET, τα οποία εντυπωσίαζε με το χιούμορ του. Μια φορά είχε γνωρίσει και μια Αλίκη από το Αγρίνιο. Ήταν η μοναδική που έμαθε ποτέ το όνομά του. Δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να ξανασυναντηθούν οι δρόμοι τους και για αυτό δεν δίστασε να της συστηθεί. Αυτός ήταν ο πρόλογος, της τραγελαφικής ιστορίας που έζησε μαζί της.

Έδινε πάντα ψεύτικο όνομα και ούτε όταν  γνώριζε τις κοπέλες από κοντά, δεν
αποκάλυπτε τη πραγματική του ταυτότητα. Φοβόταν πολλά. Να μην καταλάβουν το
μυστικό του νεκρού πατέρα του, την απροθυμία του να δουλέψει με αυτούς τους
άδικους και αγχωτικούς όρους και πάνω από όλα τη χλεύη τους, αν καταλάβαιναν
στ’ αλήθεια, πόσο ανασφαλής και ευάλωτος ήταν, όταν εξαφανιζόταν για μέρες,
ζητώντας απ’ το Θεό  δύναμη, για να μην αυτοκτονήσει όταν είχε τις «μαύρες» του. Ένα μεγάλο μέρος του μυστηρίου κάθε υπερήρωα, χτίζεται απ’ τους φόβους του.

Το 2002, ο Βασίλης εξαφανίζεται για έξι μήνες, εντελώς απροειδοποίητα. Οι μόνες επαφές με τους δυο φίλους του, γίνονταν με τη μορφή των sms  κι είχαν σκοπό το καθησυχασμό και μόνο, της
ανησυχίας τους. Όταν επέστρεψε, δεν είπε σε κανέναν την αλήθεια για το πού βρισκόταν. Επικαλέσθηκε πως είχε επισκεφθεί το χωριό του, ενώ στη πραγματικότητα διαλογιζόταν στο μικρό του δωμάτιο, προσπαθώντας  ανεπιτυχώς, να μετακινήσει ογκώδη αντικείμενα, με τη δύναμη της θέλησής του. Στο μυαλό του είχε τη ληστεία μιας τράπεζας με τηλεπάθεια, ή έστω τον διακτινισμό του στο εθνικό θησαυροφυλάκιο. Τα κέρδη θα τα μοιραζόταν με τους φίλους του. Κανείς τους δε θα χρειαζόταν να ξαναδουλέψει. Θα είχαν άφθονο χρόνο για τις βόλτες τους και τα κορίτσια. Ήταν
τόσο ανασφαλής, που φοβόταν πως οι επαγγελματικές υποχρεώσεις και ο καθημερινός
βίος, θα μπορούσε να του στερήσει την αγαπημένη του παρέα. Στο μυαλό του έψαχνε τον τρόπο να απαλλαχτούν όλοι απ’ τα δεινά της εργασίας και να απολαύσουν το δημιουργικό «δικαίωμα στη τεμπελιά», για μια ολόκληρη ζωή. Έτσι θα τον αγαπούσαν περισσότερο, πίστευε. Δε θα τον έβρισκαν πια αλλόκοτο και αντικοινωνικό. Ο τρόμος της ρουτίνας, είναι, λοιπόν, αυτός που γεννά τους υπερήρωες.

Ανεξάρτητα με την αποτυχία των μεγαλεπήβολων σχεδίων του, οι ικανότητές του στη μαντεία βελτιώνονταν. Οι παράξενοι χρησμοί του, που είχαν τη μορφή «1», «2» και «Χ», αποδεικνύονται σε μεγάλο ποσοστό εύστοχοι, αποφέροντας του κέρδη που ισοδυναμούν με ένα πολύ καλό μισθό, αλλά, δυστυχώς, χωρίς ασφάλιση. Μοίραζε πάντως αρκετά λεφτά σε ζητιάνους,
τοξικομανείς και αστέγους. Ένας άγιος μικροκομπιναδόρος. Επίσης, μπορούσε πλέον
να εξαφανίζει με άνεση μικροαντικείμενα, όπως τασάκια, βάζα και μικρές κορνίζες, αν και δε σκόπευε να αξιοποιήσει επαγγελματικά, αυτή τη πτυχή του.

Τον Αύγουστο του 2004, ενώ η Αθήνα ξεχνά τα χιλιάδες μικρά δράματά της, για να ασχοληθεί με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, κάνει το πρώτο του θαύμα. Γνωρίζει στη πλατεία των Εξαρχείων, το Νίκο. Ο νεαρός αυτός του τραβάει τη προσοχή, καθώς κάθεται μόνος του σε ένα παγκάκι και ξυρίζει με μια λάμα μπαρμπέρη, ένα πορτοκάλι. Ο Νίκος, φαίνεται να είναι αρκετά
λεπτολόγος, προσπαθώντας να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όταν τελειώνει,
σηκώνεται όρθιος, κοιτάζει το Βασίλη που τον παρατηρούσε τόση ώρα στα μάτια και
τεντώνοντας το χέρι, του προσφέρει το πορτοκάλι. Εκείνος τον πλησιάζει, δέχεται
το δώρο του αφού του συστήνεται και του πιάνει τη κουβέντα. Έχοντας κερδίσει
την πλήρη εμπιστοσύνη του μέσα σε λίγα λεπτά, δείχνοντας ενδιαφέρον για την
περίεργη τέχνη του, ο Νίκος του προτείνει να πάνε σπίτι του, για να φάνε μαζί
με τη μητέρα του. Στο δρόμο συνομιλούν.

Ο Νίκος, πριν τρεις μήνες είχε «κουμπώσει»τρεις «μεσκαλίνες» και είχε πιει έξι ποτήρια ουίσκι μόνος του, στο δωμάτιό του, έπειτα από έναν επώδυνο χωρισμό. Την επόμενη μέρα το πρωί, η μάνα του τον βρήκε στη κουζίνα, να ξυρίζει με αφρό και μια μηχανή GILLETTE, ένα-ένα τα πορτοκάλια που βρίσκονταν στο ψυγείο. Όσο και να του μιλούσε, εκείνος δεν άκουγε και συνέχιζε το έργο του.

Ο Νίκος φιλοξενήθηκε για δυόμισι μήνες στο Δαφνί, δίχως καμμιά βελτίωση κι όταν διαπιστώθηκε πως ήταν εντελώς ακίνδυνος για τους άλλους και για τον εαυτό του, του δώθηκε εξιτήριο. Ο φουκαράς, περιπλανιόταν σιωπηλός στο κέντρο της πόλης, με 3-4 πορτοκάλια στις τσέπες και
τη λάμα που του ‘χε χαρίσει, χτυπώντας τον φιλικά στη πλάτη, ένας Πακιστανός κουρέας, για να μη ξοδεύει τα λεφτά του στα ξυραφάκια μιας χρήσης.

Ήταν κι αυτός ορφανός, καθώς ένα τροχαίο δυστύχημα του είχε στερήσει την πατρική παρουσία, όταν ήταν μόλις έξι ετών.

Ο Βασίλης, έπεισε εύκολα την απελπισμένη μητέρα του παιδιού, πως μπορούσε να το βοηθήσει, αν τον άφηνε να μείνει για λίγες μέρες μαζί του.

Τρία μερόνυχτα, αριθμός  συμβολικός για το θρησκόληπτο μυαλό του Βασίλη, έμειναν κλεισμένοι στο δωμάτιο του Νίκου, χωρίς φαί και νερό. Συνηθισμένοι οι συγγενείς και οι φίλοι και των δύο,  στις αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές τους,  δεν τους αναζήτησαν. Μόνο η μητέρα του
«ξυριστή των πορτοκαλιών», ξέρει πως αυτό που ακουγόταν όταν έβαζε το αυτί της
στη πόρτα, ήταν οι χαμηλόφωνες κουβέντες τους.

Το πρωί της τέταρτης μέρας, ο Νίκος βγήκε απ’ το δωμάτιο καλημερίζοντας τη μητέρα του, με μια σφιχτή αγκαλιά. Ύστερα, της ανακοίνωσε πως θα συνέχιζε τις σπουδές του, για να πάρει το πτυχίο του Φυσικού.

Ο Βασίλης στεκόταν στη πόρτα χαμογελαστός. Στα χέρια του, κρατούσε τη λεπίδα. Έφυγε διακριτικά δίχως να τον καταλάβουν. Ένας αμαρτωλός άγιος, ξέρει πως δεν είναι τίποτα άλλο τελικά, από έναν ταπεινό υπερήρωα που δεν αξίζει καμία επιβεβαίωση.

Δεν είπε τίποτα στους φίλους του για το περιστατικό, την ίδια νύχτα στο «Τηνιακό»,
που είχε ακόμα τις πιο φτηνές μπίρες. Γελούσε μόνο με την εμμονή του Κώστα, να
του αποδείξει την ανυπαρξία του Θεού.

Έπειτα από μία εβδομάδα, ένα ακόμη θαύμα συντάραξε τη ζωή του. Ύστερα από μια προσευχή του στο δικό του Χριστό, την οποία πραγματοποίησε μεθυσμένος στις 5 το πρωί, άνοιξε ένα συρτάρι, έβγαλε τη λάμα και πήγε στη κουζίνα. Έβαλε, το καλυμμένο από ένα πλαστικό γάντι χέρι του στη φρουτολεκάνη,  με τον ίδιο δισταγμό που είχε όταν σα παιδί, φοβόταν τη βέργα της κυρά-Σοφίας. Έπιασε ένα ροδάκινο και το ακούμπησε στη μαρμάρινη επιφάνεια του νεροχύτη. Άρχισε σιγά-σιγά να ξυρίζει το χνούδι του. Σε κάθε λάθος κίνηση που «έκοβε» το μάγουλο του
ιδιαίτερου πελάτη του, το φρουτώδες αίμα που ξεπηδούσε, πλημμύριζε τον αέρα με
ένα γνώριμο άρωμα. Όταν ο καρπός έγινε εντελώς λείος, τον ξέπλυνε στη βρύση.
Έβγαλε, έπειτα, το γάντι. Η επόμενη κίνηση, ήταν μια λαίμαργη δαγκωνιά με
κλειστά μάτια. Η αγαπημένη γεύση, του έφερε την εικόνα του πατέρα του, να του
μιλά για τα μυστικά του δέντρου. Δάκρυσε. Σηκώθηκε και άναψε το φως. Το σώμα
του, δεν είχε αντιδράσει καθόλου. Είχε μόλις ανακαλύψει μια τελετή, ένα
συνδετικό κρίκο, ένα κενό σε μια παράλογη, χημική αντίδραση που άλλαξε τη ζωή του.
Έμεινε στη κουζίνα μέχρι το πρωί και καταβρόχθισε με τον ίδιο τρόπο τόσα
ροδάκινα, όσα χρειαζόταν για να μοιάσει ξανά, με εκείνο τον παραφουσκωμένο,
μικρό Βούδα στις ρίζες ενός ευεργετικού δέντρου.

Η μαγική τριάδα, έμεινε αχώριστη έως τον Ιούλιο του 2005, όταν ο Βασίλης εξαφανίστηκε, δίχως να δώσει κανένα σημείο ζωής. Ο ψηλός και ο Κώστας, είναι οι μόνοι που δεν ανησυχούν για την τύχη του υπερήρωα.

______________

Ο Βασίλης Παλαμάρας γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στην “καταπράσινη” Κυψέλη και κατοικεί στα “εξωτικά και πεντακάθαρα” Εξάρχεια. Ηλεκτρονικός στις σπουδές,  έχει ασκήσει κι άλλα επαγγέλματα στο πλαίσιο της “δια βίου εκπαίδευσής του”. Για αρκετά χρόνια, έως τώρα, ασχολείται συστηματικά με την κατασκευή ιστοριών και χαρακτήρων. Έχει παρακολουθήσει στο παρελθόν, σεμινάρια δημιουργικής γραφής με την Χριστίνα Οικονομίδου. Κείμενα, διηγήματα, στίχοι και ποιήματά του,  έχουν δημοσιευθεί, κατά καιρούς, σε περιοδικά και  ιστοσελίδες.
Περισσότερα δείγματα της συγγραφικής δουλειάς του, βρίσκονται στο προσωπικό του ιστολόγιο, toelatirio.wordpress.com.