Από την Ελεάνα Πανδιά, Επικοινωνιολόγο, MA, υπ. διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου

Έχετε σκεφτεί πόσους ρόλους αναλαμβάνουμε στη ζωή μας; Είμαστε ο γιος, η κόρη, ο αδερφός, η αδερφή, ο πατέρας, η μητέρα κάποιου. Ταυτόχρονα είμαστε μαθητές, επιχειρηματίες, φίλοι, αθλητές, ταξιδευτές, καλλιτέχνες, μέντορες, σύζυγοι, συνάδελφοι, εραστές…

Συχνά στην καθημερινότητά μας ακούμε φίλους και γνωστούς να συζητούν με απορία, απογοήτευση, ακόμα κι ενοχή κάποιες φορές, για στιγμές που δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων ενός ρόλου που έχουν αναλάβει. Οι μητέρες φέρουν πολλές φορές μια μεγάλη αγωνία για το αν ανταποκρίνονται σωστά στα καθήκοντά τους, οι πατέρες αναλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο στη γονική φροντίδα, τα αδέρφια συγκρούονται συχνά, οι φίλοι απομακρύνονται, παρεξηγούνται, οι συνάδελφοι αναζητούν δικαιοσύνη και ανταμοιβή στον εργασιακό χώρο. Μέσα από αυτές τις αφηγήσεις επαναλαμβάνονται συχνά φράσεις όπως «δεν το περίμενα αυτό από εμένα», «ήμουν εκτός εαυτού», «δεν με αναγνωρίζω» και «δεν είμαι πια εγώ»…

Αν οι παραπάνω φράσεις σας φαίνονται γνώριμες, τότε ίσως σας βοηθήσει ένας εναλλακτικός τρόπος οπτικής. O George Herbert Mead, φιλόσοφος και κοινωνικός ψυχολόγος, ανέπτυξε μια πολύ σημαντική θεωρία η οποία συνοψίζεται στο εξής: οι άνθρωποι μαθαίνουν να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις του περιβάλλοντός τους και να συμμορφώνονται με αυτό που τους ζητούν οι άλλοι. Ο Mead κατέληξε σ’ αυτό το συμπέρασμα παρατηρώντας ότι οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να συναισθάνονται τις προθέσεις και τα αισθήματα των άλλων και κατ’ επέκταση κατορθώνουν να προβλέπουν σε μεγάλο βαθμό τις αντιδράσεις τους. Εκεί που θέλουμε να καταλήξουμε μέσω αυτής της θεωρίας είναι ότι ο εαυτός συγκροτείται μέσω της αλληλεπίδρασης με τους άλλους και της ανάληψης κάποιων κοινωνικών ρόλων. Δηλαδή, οι ρόλοι σύμφωνα με τον Μead είναι συνδυασμοί συμπεριφορών και αποκρίσεων στα είδη της συμπεριφοράς των άλλων ανθρώπων. Για παράδειγμα, οι γονείς συνειδητά ή ασυνείδητα ωθούν το παιδί τους να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο ώστε να παίρνει την αγάπη και την αποδοχή που χρειάζεται, ενσαρκώνοντας το ρόλο του «καλού παιδιού», στη συνέχεια ο δάσκαλος ξεκαθαρίζει με τον τρόπο του ποια συμπεριφορά και πρακτική είναι επιθυμητή στην τάξη κι ο εργοδότης οριοθετεί το πλαίσιο εντός του οποίου κάποιος είναι ένα παραγωγικό και συνεργατικό μέλος, με άλλα λόγια ένας «καλός υπάλληλος». Καθώς μεγαλώνουμε, οι ρόλοι που καλούμαστε να παίξουμε πληθαίνουν γιατί έχουμε όλο και περισσότερες κοινωνικές υποχρεώσεις και συναναστροφές. Προκειμένου να διατηρήσουμε και να βελτιώσουμε την ποιότητα της ζωής μας χρειάζεται αναμφίβολα να συμμορφωθούμε με κάποιες από τις επιταγές μιας οργανωμένης κοινωνίας όπως τις μαθαίνουμε από την οικογένεια, το σχολείο, τις σπουδές, τα εργασιακά περιβάλλοντα, την αλληλεπίδραση με τους άλλους ανθρώπους, τα ήθη και τα έθιμα του πολιτισμού στον οποίο εντασσόμαστε και στις τάσεις της εποχής που ζούμε, όπως αποτυπώνονται στην καθημερινότητα και στη μαζική κουλτούρα. Επιπρόσθετα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δίνουν συστηματικά ιδέες, παραδείγματα και οδηγίες για το πώς να είναι κάποιος καλός πατέρας, αποτελεσματικός εργαζόμενος, επιθυμητή γυναίκα.

Καμιά φορά όμως οι απαιτήσεις που έχει το περιβάλλον από τον καθένα μας, αλλά ακόμα περισσότερο και τα όρια που θέτουμε εμείς στον εαυτό μας και ο τρόπος που τον αξιολογούμε γίνεται επιβαρυντικοί και ασφυκτικοί παράγοντες για την ψυχική μας ισορροπία. Ίσως θα μας βοηθούσε να σκεφτούμε ότι οι ρόλοι που αναλαμβάνουμε αποτελούν μόνο ένα μέρος του εαυτού μας και δε μας καθορίζουν απόλυτα.

Σύμφωνα με τον Moreno, οι ρόλοι έχουν μια κοινωνική και μια προσωπική, περισσότερο ιδιωτική διάσταση. Σημειώνει πως υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους ενσαρκώνουμε ρόλους κατά τη διάρκεια της ζωής μας: η ανάληψη ρόλων, η απόδοση ρόλων και η δημιουργία ρόλων. Η ανάληψη ρόλων είναι μια συνηθισμένη, σχεδόν παραδοσιακή διαδικασία που σχετίζεται με τον πολιτισμό και την κοινότητα μέσα στην οποία μεγαλώνει κάποιος και δεν αποκλίνει από αυτή. Η απόδοση ρόλων είναι μια πιο υπεύθυνη αλλά και ελεύθερη διαδικασία που επιτρέπει στο άτομο να ενσαρκώνει το ρόλο του με ευκολία και άνεση. Η δημιουργία ρόλων είναι η πιο αυθόρμητη διαδικασία γιατί το άτομο προσθέτει κάτι νέο, φέρει στο ρόλο μια προσωπική πινελιά ή τον φέρνει εις πέρας εξ’ολοκλήρου με το δικό του μοναδικό τρόπο.

Κατά τη διάρκεια της ζωής μας και ανάλογα με τις προσωπικές εμπειρίες και τον τρόπο που τις ερμηνεύουμε, παγιώνουμε τους ρόλους που επιθυμούμε να παίξουμε στην προσωπική, αλλά και την κοινωνική μας ζωή. Όμως, καθώς είμαστε σε διαρκή αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους και οι απαιτήσεις κάθε ρόλου αλλάζουν, οι άνθρωποι δυσφορούν όλο και συχνότερα μέσα στους ρόλους που χρειάζεται να ενσαρκώσουν στην ιδιωτική και στην  δημόσια ζωή τους. Για παράδειγμα, ο ρόλος της μητέρας, είναι πολυσύνθετος και απαιτεί νέες προσαρμογές και ανανέωση κάποιων παραδοσιακών αντιλήψεων. Επίσης, ο ρόλος του εργαζόμενου απαιτεί νέες κοινωνικές δεξιότητες και απόκτηση νέων κωδίκων συμπεριφοράς που δεν υπήρχαν στο παρελθόν.

Συχνά ερχόμαστε σε σύγκρουση με τον εαυτό μας, αλλά και με τους άλλους όταν δεν ανταποκρινόμαστε στο ρόλο όπως θέλουμε εμείς οι ίδιοι ή όπως επιθυμούν οι  άλλοι.

Σε αυτή την περίπτωση, βοηθά να σκεφτούμε ότι εμείς μπορούμε να αποφασίσουμε πώς θα προσεγγίσουμε τον κάθε ρόλο, αν θα συμμορφωθούμε με τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος, τι θα διασώσουμε από το παρελθόν και τι θα δανειστούμε από το παρόν, εμείς θα βάλουμε εκ νέου τους όρους της διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε αυτό που μας ζητούν και σε αυτό που μπορούμε ή θέλουμε να δώσουμε.

Είναι επίσης σκόπιμο να αξιολογούμε ποιον τρόπο θα επιλέξουμε να ενσαρκώνουμε τους ρόλους ανάλογα με τον ίδιο και το ρόλο, τη δική μας ευελιξία και τη δυνατότητα που μας δίνει κάποια συνθήκη. Για παράδειγμα, ένας δάσκαλος μπορεί να αποδώσει το ρόλο του με τρόπο πιο ελεύθερο και δημιουργικό που να εμπνέει τους μαθητές του. Με άλλα λόγια, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ο εαυτός μας είναι ο πυρήνας της ύπαρξής μας και παρά το γεγονός ότι επηρεάζεται από τους ρόλους που παίζουμε στην προσωπική και κοινωνική μας ζωή δεν ταυτίζεται με αυτούς.

Ακόμα και ως παιχνίδι ή ως άσκηση αυτογνωσίας είναι σημαντική η εξάσκηση στον εντοπισμό, την κατανόηση και τη μετατροπή στον τρόπο με τον οποίο παίζουμε τους σημαντικούς ρόλους της ζωής μας. Σε αυτό μπορεί να μας βοηθήσει η τέχνη, γιατί μας βοηθάει να κατανοήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στο έργο και το δημιουργό του και να εντοπίσουμε το σημείο συνάντησής τους. Ένας ηθοποιός φέρει στοιχεία του εαυτού του στο ρόλο που ενσαρκώνει κάθε φορά αλλά δεν ταυτίζεται απόλυτα με αυτόν, ο συγγραφέας δανείζεται σίγουρα κάτι προσωπικό προκειμένου να κατασκευάσει έναν άλλο κόσμο για ένα βιβλίο ή ένα σενάριο, αλλά δεν αποκαλύπτει κάθε πτυχή της προσωπικότητάς του.

Ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία ως πολύ ισχυρά αφηγηματικά μέσα δίνουν τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε με διαφορετικό τρόπο παραδοσιακούς ρόλους, να ανακαλύψουμε πλευρές του εαυτού κάποιου άλλου – ακόμα και αν πρόκειται για κάποιο προϊόν μυθοπλασίας- με τις οποίες μπορούμε να ταυτιστούμε. Η τέχνη μας προτείνει συχνά να εξερευνήσουμε πτυχές του ίδιου μας του εαυτού βάζοντας τον εαυτό μας στη θέση του ήρωα ή του πρωταγωνιστή. Κάποιες φορές μέσα από τις αφηγήσεις της ιστορίας των άλλων κατορθώνουμε να ανακαλύψουμε νέους τρόπους να επικοινωνήσουμε με τον εαυτό μας και τους άλλους, να εκφράσουμε συναισθήματα βαθιά κρυμμένα και να έρθουμε σε επαφή με στοιχεία του εαυτού μας που δε μπορούμε να αναγνωρίσουμε στην καθημερινότητα.

Κάθε φορά που γελάμε, κλαίμε και συμπάσχουμε με τις περιπέτειες και τη συμπεριφορά ενός ήρωα της λογοτεχνίας ή του κινηματογράφου μαθαίνουμε κάτι ακόμα και για μας: τι μας συγκινεί και γιατί, τι θα κάναμε στη θέση του ήρωα/ της ηρωίδας, τι θέλουμε να αλλάξουμε σήμερα στη ζωή μας και τι ονειρευόμαστε.

Ίσως όμως το πιο σημαντικό δώρο που μας κάνει η τέχνη είναι η κατανόηση ότι το δικό μας σενάριο το γράφουμε και το σκηνοθετούμε εμείς, ότι εμείς επιλέγουμε τους ρόλους της ζωής μας και τους συμπρωταγωνιστές μας.

Ο Carl Rogers, προσωποκεντρικός ψυχοθεραπευτής, έγραφε ότι ο στόχος που επιδιώκει συνειδητά ή ασυνείδητα το άτομο είναι να γίνει ο εαυτός του, να ανακαλύψει άγνωστα σε αυτόν στοιχεία, να απευθύνεται όλο και λιγότερο στους άλλους για αξιολόγηση, να ζει μ’ έναν τρόπο που να τον ικανοποιεί τόσο ώστε να απολαμβάνει τη ζωή ως διαδικασία, ως ταξίδι, και γιατί όχι, ως ιστορία άξια να την αφηγηθεί κανείς.

Εξάλλου, όπως μας λέει ο χαρακτήρας του Ζακ στο έργο του Shakespeare «Όπως σας αρέσει»,  «όλος ο κόσμος είναι μια θεατρική σκηνή και όλοι οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, ηθοποιοί που κάνουν εισόδους και εξόδους από τη σκηνή και παίζουν όχι έναν, αλλά πολλούς ρόλους κατά τη διάρκεια των επτά εποχών τους». Είναι στο χέρι μας να εξερευνήσουμε τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του κάθε ρόλου που καλούμαστε να παίξουμε και να θυμηθούμε ότι οι ηθοποιοί – δηλαδή εμείς- είμαστε που κάνουμε τις ερμηνείες αξέχαστες!

 

Βιβλιογραφία

“Life as Theater : A dramaturgical sourcebook”, edited by Brisset Dennis and Edgley Charles, Aldine Transaction, 2009

“Current approaches in drama therapy”, edited by Johnson D.R and Emunah Renee, Charles C. Thomas Publisher Ltd, 2009

“Role play: Theory and Practice”, Yardley- Matwiejczuk Krysia M, Sage, 1997

“Η γένεση του προσώπου : Η ψυχοθεραπεία με τη ματιά ενός θεραπευτή”, Carl Rogers, Ελληνικά Γράμματα, 2006

http://plato.stanford.edu/entries/mead/