Δημιουργία Συναισθήματος και Βασικά Γνωρίσματα του Στενού Διαπροσωπικού Δεσμού

 

Στις βραχυχρόνιες σχέσεις, το πάθος παίζει ουσιωδέστερο ρόλο, ενώ η εγγύτητα με την αμοιβαιότητα μετριότερο.
Στις βραχυχρόνιες σχέσεις, το πάθος παίζει ουσιωδέστερο ρόλο, ενώ η εγγύτητα με την αμοιβαιότητα μετριότερο.

Γράφει η Χαρίκλεια Μανουσάκη, Επιστημονική Συνεργάτης σε θέματα Ψυχικής Υγείας κι Επικοινωνίας

Η δημιουργία του Συναισθήματος

Σύμφωνα με το αναπτυξιακό μοντέλο της θεωρίας του δεσμού (John Bowlby)[1], η ποιότητα της σχέσης με τους γονείς στα πρώτα στάδια της ζωής ενός παιδιού, επηρεάζει σημαντικά την ψυχική και συναισθηματική του εξέλιξη, καθώς οι γνωστικές και συναισθηματικές διεργασίες της παιδικής ηλικίας καθορίζουν το μετέπειτα συμπεριφορικό μοντέλο και την ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη.

Επιπλέον, το ύφος σύναψης δεσμού, που ένα βρέφος αποκτά στην αρχή της ζωής του, σχετίζεται με τον τρόπο που το ίδιο αργότερα συνάπτει ερωτικές σχέσεις.

Επιπρόσθετα, η ρύθμιση του συναισθήματος σε νεαρή ηλικία, τείνει να οργανώνει την έκφραση της οικειότητας και της συμμετοχής του συναισθήματος στην ενήλικη ζωή.

Ας δούμε τους τύπους της συσχέτισης των αποκρίσεων των γονέων-φροντιστών, με τις ανάγκες ενός βρέφους:

–  Ασφαλής συσχέτιση (δεσμός): οι φροντιστές γονείς επιδεικνύουν ασφαλή κι ευαίσθητη φροντίδα, άμεση, σταθερή και προβλέψιμη ανταπόκριση στις ανάγκες του παιδιού κι έχουν στενή ενσυναισθητική σχέση επικοινωνίας με αυτά.

–  Αποφευτικός δεσμός: τα πρόσωπα φροντίδας είναι μάλλον ψυχρά κι απορριπτικά προς το βρέφος, ενώ πιθανά αποφεύγουν τη ζεστή σωματική επαφή μαζί του.

–  Αμφιθυμικός δεσμός: οι γονείς είναι κυρίως απρόβλεπτοι στη συμπεριφορά τους προς τα παιδιά. Η εναλλασσόμενη συμπεριφορά των γονέων, ενισχύει την ανασφάλεια των παιδιών, ενώ τα επικοινωνούντα συναισθήματα (παραμέλησης, απόστασης, αποχώρησης, θυμού, άγχους, κλπ), εσωτερικεύονται από τα παιδιά, ως φυσικό κι οικείο μοντέλο συμπεριφοράς στο «σχετίζεσθαι» στον στενό διαπροσωπικό δεσμό. 

Η δημιουργία δεσμών,  συνεπώς, δεν συνδέεται μόνον με τη σχέση τροφής. Παλαιότερες εξηγήσεις σε αυτή την κατεύθυνση γρήγορα απερρίφθησαν ως ελλιπείς, καθώς ανακαλύφθηκε πως η ικανότητα ενός προσώπου να δημιουργεί  συναισθητικό δεσµό είναι µια τυπική ικανότητα όπως το να βλέπει, να ακούει, να τρέφεται, κ.α.

Στην ενήλικη πλέον ζωή, ο συναισθητικός δεσµός – η έλξη που νοιώθει ένα πρόσωπο για ένα άλλο – απασχόλησε ιδιαίτερα την επιστήµη τις τελευταίες δεκαετίες. Οι ερευνητές της θεωρίας της μάθησης έδειξαν πως ο «αισθησιασμός» είναι το πρωτογενές, το πρωταρχικό και το αμεσότερο στοιχείο, στη βάση του οποίου γεννάται ο έρωτας, ως κατάσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.

Στον έρωτα βρίσκουμε αυτή τη φυσική και μεταφυσική ορμή ενός προσώπου προς το ερώμενο πρόσωπο. Το στοιχείο που αρχικά διεγείρεται είναι η  αισθησιακή επιθυμία, μέσα από την οποία ένα πρόσωπο θα γνωρίσει την ερωτική επιθυμία, ώστε να αρχίζει να εκτυλίσσεται μία σχέση μοναδικής εγγύτητας.

Παρόλα αυτά, η σεξουαλική συμπεριφορά και η πρόσδεση σχετίζονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Η σεξουαλική δραστηριότητα µπορεί να συναντηθεί απουσία κοινωνικής πρόσδεσης (σχέσης), ενώ αρκετές µορφές πρόσδεσης δεν περιλαμβάνουν σεξουαλική συμπεριφορά.

Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, η ωκυτοκίνη ή/και βαζοπρεσίνη απελευθερώνονται κατά τις αλληλεπιδράσεις των δύο συντρόφων.

Ο Erik Erikson έδωσε, μεγάλη σημασία στο δυνητικό ρόλο της πνευματικότητας στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου. Η ανάπτυξη της ταυτότητας του «εγώ», ανέφερε, είναι η συνειδητή αίσθηση του εαυτού, η οποία αναπτύσσεται μέσω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Έτσι, η ταυτότητα του «εγώ» ενός προσώπου αλλάζει συνεχώς λόγω της εμπειρίας και των πληροφοριών που αυτό αποκτά με τις καθημερινές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις με τους άλλους. Ο Erikson, περιέγραψε οκτώ εξελικτικά στάδια μέσα από τα οποία αναπτύσσεται η προσωπικότητα του ατόμου κι υποστήριξε πως η εφηβική περίοδος αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της διαμόρφωσης της προσωπικής ψυχοκοινωνικής μας ταυτότητας, εξηγώντας πως η επιτυχής επίλυση του πρώτου σταδίου της ανάπτυξης σχετίζεται με τις αρετές της «ελπίδας», «πίστης» και της «εμπιστοσύνης».

Η αισιοδοξία, με την πάροδο του χρόνου μετατρέπεται σε ώριμη πίστη. Έτσι, η φιγούρα προσκόλλησης, φαίνεται ότι αποτελεί κλειδί για την κατανόηση από το παιδί της εμπειρίας του εαυτού του, ως πρόσωπο αγάπης και φροντίδας.

Ερευνητές[2] διαπίστωσαν πως γυναίκες με ασφαλή «δεσμό προσκόλλησης» είχαν πιο θετικά συναισθήματα, ως ενήλικες στις ρομαντικές σχέσεις τους σε σύγκριση με άλλες γυναίκες που είχαν ανασφαλείς μορφές προσκόλλησης.

Ο Ganahl[3], αναφέρει ότι τα «εγκαταλελειμμένα, στερημένα αγάπης παιδιά, ή αυτά που δέχτηκαν υπερβολικό έλεγχο, επαναλάμβαναν το ανασφαλές μοτίβο και στην ενήλικη ζωή τους – προκειμένου να μετριάσουν την οργή που βίωσαν – και μπορούσαν να κάνουν τα πάντα για να κρατήσουν ζωντανή μια σχέση, ακόμη και αν αυτή υπήρχε μόνο στη φαντασία τους».

Τα βασικά γνωρίσματα  του ερωτικού διαπροσωπικού δεσμού

Παραπάνω είδαμε τους παράγοντες που επηρεάζουν τη δημιουργία και συνεισφορά του συναισθήματος στον  ενήλικο στενό διαπροσωπικό δεσμό.

Όταν αυτός δημιουργηθεί, παρατηρούμε τρία βασικά γνωρίσματα:

Έλξη: αφορά στη φυσική έλξη και την ισχυρή επιθυμία σωματικής επαφής, που εκφράζεται με ενθουσιασμό και πάθος και σεξουαλική ολοκλήρωση. Το πάθος αποτελεί το κίνητρο για τη δημιουργία στενού διαπροσωπικού δεσμού και συνδέεται με την εγγύτητα.

Εγγύτητα: σταδιακή ανάπτυξη συναισθηματικής οικειότητας που λαμβάνει χώρα με την κοινή εμπειρία, την παρουσία του ενός στη ζωή του άλλου, την πλήρη αποδοχή της προσωπικότητας του άλλου, το μοίρασμα με την αμοιβαία αυτοαποκάλυψη. Η ποιότητα της σχέσης καθορίζει και την παρούσα και τη μελλοντική δέσμευση στη σχέση. Η εγγύτητα υποστηρίζει τη διαχρονική διατήρηση του ερωτικού δεσμού. Η εγγύτητα αλληλεπιδρά με το πάθος.

Αμοιβαιότητα: τα ερωτικά συναισθήματα δεν βιώνονται ανεξάρτητα, αλλά συσχετίζονται, αυξάνοντας τη θετική εμπειρία της σχέσης και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις «για ανάπτυξη ειλικρίνειας, εμπιστοσύνης και πλαισίου συναισθηματικής αλληλοϋποστήριξης και αλληλεξάρτησης[4]», άγοντας τη συναισθηματική επένδυση, η οποία επομένως, εδράζεται στην ανάπτυξη του συστατικού της εγγύτητας[5] 

Η συνεισφορά των παραπάνω γνωρισμάτων έχει διαφορετική βαρύτητα στο στενό διαπροσωπικό δεσμό, ανάλογα με τον χρονικό χαρακτήρα (τη διάρκεια) της σχέσης.

Στις βραχυχρόνιες σχέσεις, το πάθος παίζει ουσιωδέστερο ρόλο, ενώ η εγγύτητα με την αμοιβαιότητα μετριότερο. Η δέσμευση επηρεάζει βαθύτερα τις μακροχρόνιες σχέσεις.

Καθώς ο βαθμός συνεισφοράς του κάθε ενός μέλους στη σχέση δεν είναι στατικός, οι συνθήκες ή οι συμπεριφορές των συντρόφων, δρουν έτσι ώστε να αυξομειώνονται οι συνεισφορές κάθε γνωρίσματος και να τροποποιείται η φύση της σχέσης, στη διάρκεια του χρόνου.

Οι συνδυασμοί των γνωρισμάτων που δημιουργούν την πραγματικότητα της σχέσης, η οποία αποτελεί ένα χρονικό συνεχές. Το πάθος δημιουργεί την αρχική ενέργεια, χωρίς να απαιτεί  προσπάθεια, σε αντίθεση με τα άλλα δυο γνωρίσματα που απαιτούν περισσότερο χρόνο, προσπάθεια κι επένδυση. Για το λόγο αυτό η κρίση για την καταλληλότητα ενός υποψήφιου συντρόφου για στενή ερωτική σχέση, με βάση τις πρώτες ρομαντικές συναντήσεις,  θεωρείται επισφαλής, καθώς στηρίζεται μονάχα στη φυσική έλξη, παρά στα υπόλοιπα γνωρίσματα.

Η πρόβλεψη της εξέλιξης μίας σχέσης κι η συντήρηση της στο χρόνο και στις εξωτερικές (π.χ. κοινωνικές, οικονομικές, κ.α.) κι εσωτερικές (π.χ. αυτοαντίληψη, πεποιθήσεις, διανοητικές διεργασίες κ.α.) αντιξοότητες εξαρτάται σαφώς από τις επικοινωνιακές διαδικασίες που πραγματοποιούνται στο διαπροσωπικό επίπεδο μεταξύ των συντρόφων, καθώς και στο γνωστικό-συναισθηματικό δυναμικό, τις στάσεις και τις αντιλήψεις των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτήν.

Σε κάθε περίπτωση, η δυναμική ενός στενού διαπροσωπικού δεσμού, ανατροφοδοτεί με τρόπο δυναμικό το βαθύτερο γίγνεσθαι των προσώπων και δύναται να μεταβάλλει ουσιαστικά την προσωπικότητα τους, σε βάθος χρόνου.

 

Βιβλιογραφία:

–          Τhe Origins of Attachment Theory, John Bowlby, 1992

–          Theories of Counseling and Psychotherapy: Contemporary Applications by James J. Archer and Christopher J. McCarthy, 2006

–          The Psychology of Intimacy (Guilford Series on Personal Relationships) by Karen J. Prager PhD, 1997

–          The Social Psychology of Groups (Social Science Classics Series) by John W. Thibaut and Harold H.Kelley, 1986


[1] Αφορά την ασφαλή πρόσδεση του νηπίου με τα άτομα που έχουν τη δυνατότητα να του παρέχουν φροντίδα (πχ γονείς)

[2] McCarthy, 1999

[3] 2001

[4] Kelley, 1983

[5]Prager, 2000