Όλο ρωτώ τη μάνα μου τι ώρα γεννήθηκα κι εκείνη μου απαντά, δεν μπορώ να θυμηθώ. Μια φορά μου είπε χαράματα, χαράματα ήτανε, είχα πάει στη γειτόνισσα για να έρθει μαζί μου στο νοσοκομείο. Όμως θυμάται το μετά, ότι ούρλιαζα σαν παγιδευμένο ζώο κι ο παππούς είπε να με πετάξουν στα γουρούνια να με φάνε να ησυχάσει επιτέλους. Εγώ θυμώνω που δεν θυμάται την ώρα και θυμάται μόνο τις βάρβαρες λέξεις του παππού κι έπειτα τη λυπάμαι που δεν κατάφερε να ξεχάσει τη σκληρότητα, αυτό είναι τελικά που κλέβει της μνήμης τον αέρα, η σκληρότητα, γι αυτό δεν μπορεί ν’ αναπνεύσει, και παίρνει οξυγόνο από ένα μηχάνημα όλο το εικοσιτετράωρο. Όταν μπουκώνει η καρδιά, παίρνουν το βάρος τα πνευμόνια, μάλλον από τότε της τρύπησαν τα πνευμόνια οι λέξεις που έμπηξε ο παππούς στο μέτωπο της ευτυχίας που κυμάτιζε σαν απορία για τη νέα μικρή απαλή ζωή που προσπαθούσε να ησυχάσει. Σε είκοσι μέρες ήρθε ο μπαμπάς και με πήρε στην αγκαλιά του, με κοίταξε για ώρα. Δεν έχω δει ομορφότερο πλάσμα στη ζωή μου είπε κι από τότε σταμάτησα το κλάμα. Αυτό βέβαια μου το ομολόγησε λίγα χρόνια πριν πεθάνει κι οι αδερφές μου ζήλεψαν κι εγώ ζήλεψα τη σιωπηλή συγνώμη που γυάλισε στο βλέμμα του προς τη Φ. που τον φρόντιζε δέκα χρόνια τώρα. Εγώ τους εγκατέλειψα από μικρή. Μου έλεγε έλα να σου πω για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, άσε μας του έλεγα, δεν έχω χρόνο κι έφευγα τρέχοντας στη σκάλα. Στη διαδρομή έγδερνα την παλάμη μου, στον σοβά της πολυκατοικίας. Στην εφηβεία έκλαιγα συνεχώς κάτι άχρηστα δάκρυα, ανεπίδοτα. Ευτυχώς η πολυκατοικία μας ήταν γωνιακή. Ένα κομμάτι ουρανού με κοίταζε καθώς ποδοπατούσα τ’ άχαρα απογεύματα που λιώνανε σαν ξεχασμένο χιόνι σ’ εκείνη τη βεράντα. Με συρρικνώσανε οι ενοχές χωρίς σκεπή, χωρίς αμάρτημα, μετέωρες, δεν ξέρω πώς γεννήθηκαν, αφήσανε το δέρμα μου λευκό και απαλό, μα δίχως ανάσα σαν πέπλο από στάχτη. Όμως με σώσανε οι λίμνες και οι θάλασσες και οι πηγές ξεχειλισμένες από λέξεις. Μέσα τους πλύθηκα και στέγνωσα στον κόκκινο ήλιο χαμόγελα κι έρωτες και αγάπησα πολύ ένα παιδί που γέννησα.
Φοβάμαι μην κληρονομήσει τις ανεπάρκειές μου.
————————–
* Η Ελένη Κοφτερού γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές την προηγούμενη χρονιά. Την έντυπη συλλογή «γράμμα σε γενέθλια πόλη»/ εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚοΝ και την ηλεκτρονική συλλογή «Περί άνοιξης και άλλων εμμονών»/ Σειρά «εν καινώ» από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις 24 grammata.






















