Χαμένη Ταυτότητα

Γράφει η Χριστίνα Ιωαννίδου

Πώς να τους ικανοποιήσεις όλους; Ένα λάθος να κάνεις και μόλις έχεις καταφέρει να γράψουν το όνομα σου στην black list. Πώς να ικανοποιήσω τον ίδιο μου τον εαυτό που τρέχει να με φτάσει; Γυρίζω το κεφάλι μου πίσω και βλέπω το τσαλαπατημένο εγώ μου να σέρνεται με τη γλώσσα έξω.

«Καλά τα κατάφερες…» ψιθυρίζω και ένα αίσθημα υπεροχής έρχεται να θριαμβεύσει στη θέση του κατακρεουργημένου μου εγώ.

Φουσκώνω από ικανοποίηση και προχωράω μπροστά με στητό παράστημα σαν να ηγούμαι κάποιας αόρατης παρέλασης. Μόνο που αυτή η παρέλαση δεν έχει θεατές, ούτε επισήμους. Δεν έχει ούτε προπορευόμενους αλλά ούτε άλλους από πίσω μου να με ακολουθούνε. Είμαι ο μόνος παραστάτης και ο μόνος σημαιοφόρος αυτής της ανύπαρκτης πομπής. Σφίγγω τα χέρια και κρατάω καλά το κοντάρι. Κοιτάζω ψηλά και δεν βλέπω κανένα γαλανόλευκο πανί να ανεμίζει. Μονάχα ένα γυμνό φθαρμένο ξύλο που τρεμοπαίζει στις πληγωμένες παλάμες μου.

Τώρα θυμήθηκα ότι δεν συστήθηκα. Να πω την αλήθεια κι εγώ δεν είμαι πλέον σίγουρος τι να σας πω. Μπορεί να είμαι άντρας, μπορεί και γυναίκα. Θα μπορούσα να είμαι μια στοργική μητέρα αλλά και πατέρας μαζί. Μήπως όμως είμαι μια κόρη που ορφάνεψε νωρίς, ή τελικά είμαι ένας γιος που σιχάθηκε τα πάντα και πήρε τους δρόμους;

Αν προσδιορίσετε την ταυτότητα μου μέσα από αυτές τις αράδες, σας εκλιπαρώ να μου το πείτε. Μα τώρα θυμήθηκα! Ίσως έχω κάτι που μπορεί να μου δώσει τις απαντήσεις που ζητάω. Βάζω το χέρι στην τσέπη και βρίσκω την επίσημη αστυνομική μου ταυτότητα.

«Έχω αποδείξεις! Άρα υπάρχω!» μονολογώ και ένα αψυχολόγητο χαμόγελο θρονιάζεται στα χείλη μου. Κοιτάζω τα γράμματα που στέκονται αδιάφορα πάνω της. Έχει όνομα, επώνυμο, στοιχεία γονιών, διεύθυνση, όλα τα απαραίτητα που θα πρέπει να ξέρουν οι άλλοι για να με αναγνωρίζουν. Όμως, τίποτα από όλα αυτά δεν με βοηθάει να βρω τη χαμένη μου ταυτότητα, αυτή που νόμιζα ότι είχα κάποτε, αυτή που με τόσο ευκολία μου τη διαγράφουν καθημερινά οι άνθρωποι που με γέννησαν, οι άνθρωποι που με αγάπησαν, οι άνθρωποι που γέννησα εγώ ο ίδιος.

Συνεχίζω να κρατάω γερά το κοντάρι και προχωράω. Λίγο πιο πέρα σε βλέπω στη γωνία σκυθρωπό. Μέσα από το στόμα σου κρέμεται ένα τσαλακωμένο τσιγάρο. Δεν μου μιλάς αλλά η σιωπή σου φτάνει σαν βροχή γεμάτη από δικά μου λάθη. Παίρνω μια ανάσα και περνάω μέσα από τις ριπές των λέξεων. Κάποιες απ’ αυτές βρίσκουν το στόχο τους και αφήνουν με φανερή ικανοποίηση πάνω μου μερικά σημάδια. Τρέχω να σε φτάσω, να σου εξηγήσω, αλλά με μια κίνηση σου ένας τοίχος ορθώνεται απειλητικά μπροστά μου.

Μπαίνω στο αυτοκίνητο και οδηγάω μηχανικά. Αρχίζω να περιπλανιέμαι στους δρόμους, σαν αλήτης που δεν έχει που να στραφεί αυτή τη νύχτα. Ξαφνικά, συνειδητοποιώ ότι δεν έχω ούτε τη δύναμη να αλλάξω δρόμους. Τόσην ώρα νόμιζα ότι είχα χαθεί, ότι περιπλανιόμουνα άσκοπα, την ίδια ώρα που μέσα μου έπαιρνε σάρκα και οστά ο εγωιστικός δαίμονας που με συντροφεύει.

«Τι ωραία, ευκαιρία να δω τελικά αν έχω άνθρωπο που νοιάζεται για μένα…» σκέφτομαι αλλά το αδύναμο σκαρί μου δεν έχει το θάρρος να αλλάξει ρότα. Βλέπεις, φοβήθηκε αυτή την καταιγίδα. Έτσι, σαν να ταξιδεύω μέσα στη θαλασσοδαρμένη θάλασσα της ψυχής μου, αποφασίζω να γυρίσω στο γνώριμο λιμάνι μου.

Λίγο πριν αφήσω την άγνωστη θάλασσα πίσω μου, αφήνω ένα κομμάτι μου εκεί στην άκρη της προβλήτας. Ρίχνω μια τελευταία ματιά πίσω μου. Δίπλα από το σκαρί μου, υπάρχουν και άλλα που λικνίζονται κάτω από το ρυθμό του αέρα. Το βλέμμα μου πέφτει πάνω στα ονόματα.

«Ωραία Ελένη, Νικόλαος, Γιασεμί…». Όπως το περίμενα! Το δικό μου απομεινάρι δεν έχει ούτε ένα φωνήεν, ούτε έστω μία γραμμή.

Άραγε αν ερχόταν ένα κύμα δυνατό και παρέσερνε ότι έβρισκε μπροστά του, με τι όνομα θα σε φώναζα;

Ποιος θα με βοήθαγε να σε βρω μέσα από την ανωνυμία σου; Τι θα έκανα που θα σε έχανα και θα έπρεπε να σε φωνάξω με ένα όνομα; Ίσως, μέσα στον πανικό μου να σε φώναζα, αφελή, εγωιστή, δικό μου λάθος. Όμως, για ένα πράγμα είμαι σίγουρη τώρα που τα σκέφτομαι. Μπορεί να μην ξέρω πως σε λένε, ποια είσαι, ποιος ο σκοπός σε αυτή τη συνεχή βαβούρα που έχει το όνομα Ζωή, ξέρω όμως ότι είσαι το δικό μου λάθος.

Μην απορείτε που είπα προηγουμένως «σίγουρη». Όχι, σε αυτό είμαι πλέον σίγουρη. Δεν έχω κάνει λάθος. Ίσως να απέκτησα μια κρίση ταυτότητας. Μα, ναι, αν συμβαίνει αυτό τότε έχω ταυτότητα. Αυτό είναι! Την είχα χάσει. Είμαι μια εργαζόμενη, μητέρα, σύζυγος, ερωμένη, που τρέχει μονίμως για να διορθώνει τα λάθη της. Είμαι ένα ακόμη πιόνι σε αυτό το τεράστιο σκάκι. Νομίζω ότι έχω την δική μου βούληση, την ελευθερία κινήσεων και σκέψεων, μα όταν κοιτάξω ψηλά νιώθω ένα χέρι να με γραπώνει από το στρατιωτικό μου σακάκι. Αυτό είμαι! Είμαι ένας στρατιώτης σε μια τεράστια σκακιέρα. Κουβαλάω πάνω μου τον εξοπλισμό και είμαι έτοιμος να ριχτώ στον αγώνα. Μπροστά μου ανοίγονται τόσοι δρόμοι, μα τελικά μου επιτρέπεται να κινηθώ μόνο προς μια κατεύθυνση.

Είμαι ο πιο αδύναμος κρίκος. Ένα λάθος μου και ο αντίπαλος θα έχει κερδίσει την παρτίδα. Κι ύστερα; Αν και ξέρουν ότι είσαι το πιο αδύναμο πιόνι θα σε κοιτάξουν με αυτό το ειρωνικό βλέμμα και θα κουνήσουν απογοητευμένοι το κεφάλι τους που σε έβαλαν στην μάχη. Αν και εσύ τους το είχες από την αρχή.

«Είμαι απλά ένα στρατιώτης!» τους θυμίζω αλλά οι λέξεις πνίγονται μέσα από το σύννεφο καπνού που βγαίνουν από τα ρουθούνια τους. Σαν οδοστρωτήρας που βρυχάται και είναι έτοιμος να εισβάλει στο χωράφι της ψυχής μου για να ισοπεδώσει το ανώμαλο έδαφος μέσα μου. Και βρυχάται το μηχάνημα και φωνάζω για άλλη μία φορά τώρα που βλέπω πάλι τον εγωισμό μου να πέφτει ανήμπορος κάτω από τη μεγάλη ρόδα.

Κι εγώ μένω εκεί κοιτάζοντας το άδειο χωράφι. Ξέρω όμως ότι τα ζιζάνια θα βγουν και πάλι. Όσο σκαλίζουνε το χώμα, τόσο αυτά θα ξεφυτρώνουν καινούρια και δυνατά, μέχρι να έρθει πάλι το μηχάνημα, μέχρι να ισοπεδώσουν και πάλι το εγώ μου.

Ίσως θυμάμαι τώρα. Είμαι μητέρα και γυναίκα αλλά θα έπρεπε να ήμουν και άντρας. Είμαι ένα πιόνι, αλλά είμαι κι ένας στρατιώτης έτοιμος για τη μάχη. Είμαι όμως και ένα λάθος, άρα είμαι και άνθρωπος. Τότε έχω και ταυτότητα, πραγματική, όχι αυτή την άψυχη με το πλαστικοποιημένο περίβλημα. Κοιτάζω ξανά το όνομα μου. Με λένε Ελπίδα Ιωάννου του Ιωάννη και της Δήμητρας. Ελπίδα; Ένα όνομα που δεν το διάλεξα, ένα όνομα που μου το φόρεσαν σε μια τρυφερή ηλικία. Μεγάλωσα με αυτό, το συνήθισα πλέον. Ποιος ξέρει τι ελπίδες θα είχαν για μένα οι γονείς μου. Ποιος ξέρει πόσα περισσότερα περίμεναν από μένα. Είμαι πλέον 38 χρονών και ακόμη δεν έχω καταλάβει ποια πραγματικά είμαι. Είμαι μια άψυχη Ελπίδα που κρατάει με νύχια και με δόντια τις τελευταίες της ελπίδες προτού αυτές εξανεμιστούν στον αέρα που φυσάει απόψε.

Τα παιδιά κοιμούνται κάτω από τα παπλώματα. Τα φρόντισα, τα έπλυνα τους έριξα μέσα και λίγη άνοιξη που είχα φυλαγμένη σε ένα κουτάκι από την εφηβεία μου. Εμένα δεν μου χρησίμεψε, συνήθισα τον χειμώνα. Για αυτό τώρα είμαι έξω στο μπαλκόνι και αγναντεύω μια ψυχρή πολυκατοικία. Μέσα στην κουζίνα τα πιρούνια ακούγονται δυνατά. Οι ομιλίες έχουν θεριέψει και το κρασί ρέει άφθονο. Προφανώς ξέχασαν να με φωνάξουν. Ίσως, να με συνήθισαν, ίσως να μην με πρόσεξαν καθόλου. Ίσως ο ρόλος μου για σήμερα τελείωσε εδώ. Ώρα να κλείσω τα ρολά και να πέσω για ύπνο. Να τυλιχτώ στην εμβρυική μου στάση και να με σκεπάσω με ένα γλυκόπικρο καληνύχτα.

Ας προσευχηθώ προτού κρυφτώ για λίγο κάτω από τα σκεπάσματα. Μπορεί κάποιος εκεί ψηλά να με ακούσει, να με λυπηθεί και να μου χαρίσει ανάλαφρα όνειρα. Μπορεί να ξαναζήσω πάλι την παιδική μου ηλικία, να θυμηθώ αυτά που έχω ξεχάσει. Να με κάνει να νιώσω πως είναι πάλι να είσαι παιδί. Να έχω κάποιον να με νοιάζεται, να ενδιαφέρεται όταν αρρωσταίνω, να μου σερβίρει το φαγητό μου και να στεναχωριέται όταν δεν θα’ χω όρεξη να φάω. Να με συμβουλεύει και όταν με μαλώνει να με παίρνει αγκαλιά και να μου λέει « Σ’ αγαπώ βρε κουτό, για αυτό σε μαλώνω…».

«Σ’ αγαπώ», σου λέω και κοιτάζω στον καθρέφτη. Σε βλέπω να απομακρύνεσαι και να σκύβεις το κεφάλι. « Είμαι η Ελπίδα», σου φωνάζω αλλά εσύ δεν ακούς. Συνήθισες πλέον τη χαμένη σου ταυτότητα, συνήθισες να είσαι άλλος ένας διαβάτης στη λαοθάλασσα της ερήμου σου.

« Σ’ αγαπώ» φωνάζω άλλη μία φορά αλλά ο ήχος των μηχανημάτων που με κρατάνε στη ζωή είναι πιο δυνατοί από εμένα. Ακούω το μπιπ, ρυθμικό και ακούραστο να συνεχίζει κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, να συντροφεύει τους ασθενικούς χτύπους της καρδιάς μου.

«Βρήκα ποια είμαι. Αφήστε με να ξυπνήσω!» φωνάζω με όση δύναμη μου’ χει απομείνει.

Μια ψύχρα ποτίζει κάθε ίντσα του κορμιού μου. « Είμαι η Ελπίδα Ιωάννου, του Ιωάννη και της Δήμητρας» ψιθυρίζω και το μπιπ σταματάει πλέον να ακούγεται…

 

__________________________________

Τη φωνάζουν Χριστίνα Ιωαννίδου. Αλήθεια σας λέει. Δεν έχει κρίση ταυτότητας, απ’ όσο νομίζει. Έχει δύο κόρες, και το ψώνιο να γράφει όποτε βρίσκει την κατάλληλη ευκαιρία. Γράφει διηγήματα και παραμύθια. Είχε την τύχη ένα διήγημα της να συμπεριληφθεί στο συλλογικό βιβλίο “19 καινούρια βήματα” από τον Ελευθερουδάκη στον 3ο διαγωνισμό του diavasame. Επίσης, απέσπασε έπαινο από τον Ελληνο Αυστραλιανό Πολιτιστικό Σύνδεσμο Μελβούρνης και τέλος μια διάκριση στον διαγωνισμού του Στέλιου Ξεφλούδα.