Γράφει η Αναστασία Νταλταγιάννη *
Tι όμορφα που μυρίζει το χώμα μετά τη βροχή… Σε κάνει και πάλι παιδί. Σου ’ρχεται να σκύψεις να γλύψεις την πέτρα. Κι αν δεν ήτανε κόσμος τριγύρω, μπορεί να το ’κανες κιόλας. Όπως έκανε εκείνο το παιδί μια φορά κι έναν καιρό. Πώς ματώνει το μυαλό καμιά φορά…
Θυμάσαι; Ο Άρης γεννήθηκε μες στο χώμα. Ζυμώθηκε μαζί μ’ αυτό. Σαν παιδί, κυλιότανε στη λάσπη. Η μάνα του τον ρήμαζε στο ξύλο. ¨Πάλι γουρούνι γύρισες¨; Τίποτα αυτός. Του άρεσε το χώμα και όλες οι μορφές του: Οι στουρναρόπετρες του χωριού. Η λεπτόκοκκη άμμος της αυλής του σχολείου. Οι κοφτερές κροκάλες του γκρεμού. Μα καλύτερα απ’ όλα του άρεσαν τα ζεστά λιθάρια του χωραφιού, που πύρωναν το καλοκαίρι κάτω απ’ τη γυμνή πατούσα του. Και πάντα κουβαλούσε δυο τρία στην τσέπη του για κάθε ενδεχόμενο: Βάραγε κανα σκυλί, άνοιγε κανα κεφάλι. Τόσα κεφάλια είχε ανοίξει, πουθενά δε βρήκε σαν το δικό του. Αγύριστο, γρανίτης, μπετό.
Πάλεψε ο δάσκαλος να τόνε λυγίσει. Βίτσα, ορθοστασίες, απειλές, νηστεία. Τίποτα. Σαν το τσιμέντο πέτρωνε εκείνος πιο πολύ. Κι έσκαγε η πλάκα μέσα του και γέμιζε ρωγμές. Ρωγμές που δεν ξανάκλεισαν ποτέ.
Κι εκείνος ο παλιοτοίχος της βορεινής κρεβατοκάμαρας έσκασε σήμερα στα καλά καθούμενα. Μια ρωγμή από πάνω ως κάτω. Τι περιμένεις; Παλιόσπιτο. Πόσο πέρασε, μωρέ; Εξήντα ολόκληρα χρόνια. Ούτε ένα ούτε δυο. Απίστευτο…
Μια μέρα, ήτανε δεν ήτανε δέκα χρονών, πήγε αδιάβαστος σχολείο, ως συνήθως. Και μ’ εκείνο το ειρωνικό χαμόγελο του αντιήρωα. Άναψε ο δάσκαλος. Φούντωσε. Του σβούριξε δυο σφαλιάρες, που ’ρθε το κεφάλι του γύρω γύρω. Ζαλίστηκε. «Τούβλο», του λέει, «στούμπωσε η γκλάβα σου και δε σπάει ούτε με καλέμι. Τράβα στην άκρη στο προαύλιο και φώναζε ¨δε θα ξανάρθω αδιάβαστος στο σχολείο¨. Και δυνατά, ε; Να σ’ ακούω».
Στα κάρβουνα να του ’λεγες του Άρη να πατήσει, θα το προτιμούσε. Κατάπιε το σάλιο του, σύρθηκε ως εκεί κι άρχισε να ψελλίζει ¨δε θα ξανάρθω αδιάβαστος…¨ ¨Πιο δυνατά, δεν ακούγεσαι¨, του φώναζαν οι άλλοι από μέσα. Κι οι γιαγιούλες που πέρναγαν, κούναγαν το κεφάλι με περιφρόνηση. Αυτό ήταν: Πέτρωσε μέσα του το παιδί. Κι ο Άρης έγινε κυρ Αριστείδης.
Σταμάτα, μυαλό, να ματώνεις! Δεν μπορεί να ήμουν εγώ… Πώς κύλισαν τόσα χρόνια; Πότε πάτησα τα εξήντα; Όσο είσαι νέος, είσαι καβαλάρης. Όταν εξηνταρίσεις, μπαίνει ο χρόνος καβάλα.
Σκίστηκε τούτο το μπουφάν. Το φερμουάρ δεν κλείνει. Κι εκείνη η κουμπότρυπα χάσκει ορθάνοιχτη. Ποιος θα τη ράψει;
Τότε τα ‘φτιαχνε όλα η μάνα. Μια μάνα αφράτη, ολοστρόγγυλη, με κάτι μπράτσα σα φρατζολάκια. Όχι σαν κάτι άλλες ξερακιανές, να, σαν κι εκείνες της πολυκατοικίας, που παραβγαίνανε σήμερα ποιανής τα κόκαλα φαίνονται περισσότερο. Πάει το παιδάκι ν’ ακουμπήσει στον κόρφο τους και τι να βρει; Χτυπάει απάνω στις κοκάλες! Ενώ της δικιάς μου το στήθος… Μύριζε, βέβαια, σκόρδο, αλλά δε με πείραζε. Το ‘χα για καταφύγιο.
Είχα κι ένα άλλο καταφύγιο, στο βουνό. Ολοδικό μου. Ένα δεντρόσπιτο που το ‘φτιαξα με τα χέρια μου. Κρυφά απ’ τον πατέρα. Εννοείται κρυφά. Eκείνος όλο αγέλαστος. Κι όλο να παινεύει τα ξένα τα παιδιά. Κι εγώ να σκάω. Το Νικολό της Βαγγέλαινας, το Γιώργη του Παναγή, το Δημητρό της Νόταινας. ¨Σιγά μη γίνω εγώ σαν κι εσένα¨, έλεγα μέσα μου αγανακτισμένος. Μια φορά με πήρε με τις πέτρες, γιατί κοιμήθηκα κάτω απ’ το πλατάνι και σκόρπισαν τα γίδια. Αυτό ποτέ μου δεν το κατάλαβα. Όταν ήμουνα μικρός, μου φώναζε που δεν κοιμόμουνα τα μεσημέρια. Και τώρα που πήγα να ακολουθήσω τη συμβουλή του, έγινε θηρίο. Είναι λογικός άνθρωπος τώρα αυτός;
Μια άλλη φορά με τσάκωσε στο κελάρι, να μασουλίζω τα καπνιστά λουκάνικα που ’χαμε για το χειμώνα. ¨Ουστ, κοπρόσκυλο¨, μου ‘πε, ¨σκυλί ατάιγο¨, και με πέταξε έξω με τις κλωτσιές. Δεν πρόλαβα να του πω ότι ήταν ιδέα της μαμάς, που ήταν κι αυτή πίσω απ’ το βαρέλι… Όσο μεγάλωνα, μου λέγαν όλοι ότι του μοιάζω. Κι εγώ σκύλιαζα. Το ’χα για ντροπή να ‘μαι δικός του.
Πού να κρύβεται άραγε ’κείνο το παιδί; Να χώθηκε μες στο κελάρι; Μη λιάζεται σαν τη σαύρα στην ξερολιθιά της μάντρας; Ή μήπως κυλιέται πάλι στο χώμα και ξεροψήνεται κάτω απ’ τον αλύπητο ήλιο;
Λίγη βροχή, παρακαλώ. Σιγανή. Ποτιστική. Και σιωπή.
Πώς λέει, μωρέ, εκείνο το τραγούδι; Α, ναι: ¨Υπερασπίσου το παιδί¨. Δεν μπορεί, για τον Άρη το λέει.
_________________________________________________________________________________
Η Αναστασία Νταλταγιάννη γεννήθηκε το 1974 στην Πάτρα. Σπούδασε φιλολογία στο ΑΠΘ και διορίστηκε με ΑΣΕΠ στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Από το 1996 ζει και εργάζεται ως φιλόλογος στη Ναύπακτο. Είναι παντρεμένη και έχει τρία παιδιά. Έχει ασχοληθεί με τη φιλολογική επιμέλεια βιβλίων διαφόρων συγγραφέων της ευρύτερης περιοχής. Από το 2014 κάνει μεταπτυχιακό στη Δημιουργική Γραφή στη Φλώρινα. Για την καλύτερη επικοινωνία με τους μαθητές και τους συναδέλφους της, διατηρεί τα τελευταία χρόνια και προσωπικό ιστολόγιο (tobukino.blogspot.gr).




















