Στη βεράντα του δεύτερου ορόφου μιας παλιάς πολυκατοικίας, ένα κορίτσι κάθεται σε αναπηρικό αμαξάκι με το σαγόνι της ακουμπισμένο στο κάγκελο. Οι λεπτές γραμμές του προσώπου της, αρμονικές και συνεσταλμένες, πασχίζουν να κρατήσουν το περίγραμμά τους καθώς διαλύονται απαλά στη φωτεινή δέσμη που λούζει το κεφάλι της. Είναι ακριβώς εκείνη η ώρα που ο ουρανός μετεωρίζεται ανάμεσα στο χρυσό και το ροδί, πριν φλογιστεί απότομα και βάψει τα μικρά της χέρια, αφού το κορίτσι κρατά ένα μικρό κομμάτι τ’ ουρανού που ξεφεύγει απ’ τα τσιμεντένια φράγματα και μπαίνει στη στενή πάροδο όπου βρίσκεται η πολυκατοικία.
Είναι πράγματι ζωντανή ή μήπως έτσι νομίζει; Ίσως πριν από χρόνια να αποτελούσε ένα κομμάτι, ένα απόσπασμα έμψυχου στοιχείου σ’ ένα μεταμοντέρνο εικαστικό πείραμα που στήθηκε στη μικρή πάροδο αλλά δεν θυμάται πια αν έτσι ήταν και το ξέχασε, ή αν το ονειρεύτηκε και τ’ όνειρο πέταξε με τα φτεροκοπήματα του χρόνου.
Φορά χρωματιστό φανελάκι και τζην παντελόνι σκισμένο στα γόνατα.
Στ’ αυτιά της, δυο άσπρα ακουστικά που καταλήγουν σε μια μαύρη μικρή συσκευή μοιάζουν τόσο οικεία προσαρμοσμένα πάνω της, σα να γεννήθηκε μ’ αυτά. Εκεί κρατά καλά φυλαγμένα τους ήχους και τις μελωδίες που συνθέτει μόνη της από μικρή, από τότε που διαγνώστηκε η υψηλή ευφυΐα της και το ιδιαίτερο χάρισμά της να κάνει μικρά θαύματα με τις νότες, να πλάθει μουσικούς ακατέργαστους πηλούς και να δημιουργεί πραγματικά αριστουργήματα. Εκεί έχει τραγούδια και στίχους, παραμύθια και λέξεις που συντροφεύουν τ’ αυτιά και το νου της κάθε απόγευμα που ο καιρός της επιτρέπει να κάθεται στη βεράντα μαζί με την μελαγχολία της που τη συντροφεύει από μικρή.
Τα μάτια της έχουν τη σκιά της στέρησης, το πέπλο της επίπεδης ανίας, με λίγα λόγια πεινάνε κι η πείνα των ματιών είναι η πιο σκληρή , η πιο μεγάλη τιμωρία. Ούτε η αδυναμία της να περπατήσει, ούτε η μοναξιά της μπορούν αν συγκριθούν μ’ αυτή την αιχμηρή πείνα καθώς είναι καταδικασμένα ν’ αντικρίζουν από τότε που θυμάται τον εαυτό της το απέναντι ερειπωμένο παλιό αρχοντικό, τα ξερά θηριώδη χόρτα που το τυλίγουν και τους αρουραίους που ξεπετάγονται συχνά από εκεί και χάνονται γρήγορα προς άγνωστη κατεύθυνση και πεπρωμένο κι όταν χαμηλώνουν, μόνο τη μικρή λερωμένη πάροδο συναντούν, αυτή την αδειανή από ζωή λωρίδα δρόμου, όπου δεν συμβαίνει ποτέ τίποτε, ίσως απ’ την εποχή που βυθίστηκαν μέσα της τα θεμέλια αυτής της παλιάς πολυκατοικίας.
Αυτό το απόγευμα της Κυριακής όμως δεν ονειρεύεται κι η βεβαιότητα αυτή ενισχύεται από την ένταση της μουσικής που ακούει, την τραχύτητα του κάγκελου που κάθε τόσο γδέρνει ελαφρά την παλάμη της όταν το κορίτσι τη σέρνει ασυναίσθητα πάνω του και μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη ταχυκαρδία που δίνει στην ανάσα της μια πεισματάρικη ενάργεια.
Και ξαφνικά, ο χρόνος διαθλάται, σχεδόν διαλύεται, όταν μια καρδερίνα εμφανίζεται στο μπαλκόνι της, προσπαθώντας να στερεώσει τα μικρά ποδαράκια της στο ελαφρώς σκουριασμένο κάγκελο.
Το κορίτσι τα χάνει!
Πρώτη φορά βλέπει, τόσο κοντά της, τέτοια καθαρή ομορφιά συγκεντρωμένη σ’ ένα τόσο μικρό πλάσμα, σκορπισμένη αρμονικά σε φτερούγες, ράμφος, κεφαλάκι.
Ένα πλάσμα της χαράς, πετά σε μικρούς κύκλους γυμνάζοντας τα φτεράκια της, προσφέρει τη μαγική ζωγραφιά της στα μάτια του κοριτσιού, χωρίς να ζητά κανένα αντάλλαγμα.
Κι ενώ τα λαίμαργα μάτια ακολουθούν το κυκλικό, ρυθμικό πέταγμα της καρδερίνας, μια άλλη εικόνα ζωγραφίζεται κάτω απ’ τη βεράντα της.
Μια ανείπωτη χαρά την κυριεύει, η αίσθηση ότι τελικά είναι ζωντανή την ταρακουνά…
Εστιάζει το βλέμμα της κάτω, στο στενό δρόμο χωρίς να χάνει με την άκρη του δεξιού ματιού της την καρδερίνα.
Ένας αδύνατος άντρας ψάχνει στον κάδο των σκουπιδιών με μια αγωνιώδη αξιοπρέπεια όπως γυρεύουμε ένα χαμένο δαχτυλίδι.
Μόνο τα χέρια του λερώνει θέλοντας να προφυλάξει τις άλλες του αισθήσεις και κάθε τόσο σηκώνει το κεφάλι και κοιτά γύρω του.
Μια νέα γυναίκα περπατά προς το μέρος του. Φορά ρούχα καθαρά κι ένα άρωμα καλοκαιρινό, δροσερό…
Στους ώμους της έχει ρίξει ένα σάλι ανεμελιάς…
Την ώρα που περνά από δίπλα του, αυτός παθαίνει μια κρίση υπογλυκαιμίας και με μια ματιά του καταβροχθίζει όλο το μέλι του προσώπου της.
Αυτή βιάζεται να τον προσπεράσει καθώς την κυκλώνει μια κρίση ενοχής και αόριστης ταραχής.
Επιταχύνει το βήμα της, σχεδόν τρέχει. Το σάλι δεν αργεί να πέσει απ’ τους ώμους της.
Χωρίς να χάσει ούτε δευτερόλεπτο, η καρδερίνα με μια βουτιά αρπάζει το σάλι με το ράμφος της και με αγέρωχη σβελτάδα πετάει μέσα απ’ τον ουρανό του κοριτσιού προς την ελευθερία.
Καθώς φεύγει η εικόνα της μεγεθύνεται, τα χρώματά της λαμπυρίζουν και πάλλονται και -μ’ ένα ανεξήγητο τρόπο- το μικρό πουλί φτάνει στα μάτια της, εξαίσιος, εξωτικός, πολύχρωμος -απ’ αυτούς που ζουν στα παραμύθια- αητός.
Η ταχυκαρδία της εντείνεται και το κορίτσι νοιώθει κάτι που υποψιάζεται ότι μπορεί να είναι “ενθουσιασμός» κι ίσως αγγίζει ανεπαίσθητα, σαν αεράκι απαλό, την άλλη τη χαμένη λέξη που τη λεν ΧΑΡΑ!…
______________________________________________
Η Ελένη Κοφτερού γεννήθηκε στην Αριδαία Πέλλας. Μεγάλωσε και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο καθώς και στο ηλεκτρονικό περιοδικό “Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας”. Την περυσινή χρονιά συμμετείχε με το διήγημά της «Η Αποκλειστική» στην ηλεκτρονική συλλογή διηγημάτων: «Δήγμα Γραφής» -Μια ντουζίνα και τρία διηγήματα.




















