Αποχαιρετισμός στη γλώσσα

Από την Εύη Αβδελίδου, Σχολική Ψυχολόγο

“A word is dead when it is said

Some say –

I say it just begins to live

That day.”                                 

Emily Dickinson

“Τhe limits of my language mean the limits of my world”

L. Wittgenstein

Ο Godard είναι μία περίπτωση διανοούμενου που γράφει με πένα το φακό της κάμερας. Η εικόνα είναι το χαρτί και ο λόγος του συμπληρώνει τα κενά που αφήνει η πένα του φακού. Όμως, φαίνεται να γνωρίζει καλά ότι πίσω από κάθε νόημα καραδοκεί η κενότητά του. Η αγωνία του σκηνοθέτη να εξηγηθούν όλα, ή και του να αφεθούν κάποια σκοπίμως ανεξήγητα, φαίνεται στην αναλυτική του προσέγγιση και στην απόπειρά του για πλήρη έλεγχο του υλικού, ένας εφιάλτης από τον οποίο, όπως ο ίδιος σε συνέντευξή του παραδέχεται, αγωνιά να ξεφύγει.

Η ταινία είναι ένα υπερηχογράφημα στη μήτρα του λόγου, που περικλείει το φαντασιακό παιδί του ζευγαριού. Όταν ο λόγος ενός ζευγαριού φεύγει, ή βυθίζεται σε έναν ύπνο άγνωστης διάρκειας, τι μπαίνει ανάμεσά τους; Μήπως απλά τα είδωλα του καθενός;  Τα ζευγάρια που πρωταγωνιστούν έχουν λάβει, σταθερά, μία απόσταση από το θεατή, όπως είναι και η αίσθηση των ίδιων για το μεταξύ τους. Φοβούνται τις λέξεις που προκαλούν ρωγμές. Είναι μία οδός ή μία χαράδρα αυτό που αποκαλύπτεται μετά την κοπή; Το μοντάζ της ταινίας είναι γεμάτο από τέτοιες ρωγμές που αποκαλύπτουν έναν κατακερματισμό της σκέψεις που όμως, παραδόξως, διέπεται από τους κανόνες της συμμετρίας. Το ασυνείδητο είναι δομημένο ως λόγος, κατά το Λακάν, και ο λόγος χαρακτηρίζεται από συμπαγή δομή.

Όλο το φιλμ είναι ποτισμένο από την ιδέα της αμφισημίας, της ψυχαναλυτικής αμφιθυμίας. Πολλοί μπορεί να σπεύσουν να πουν ότι ο τίτλος, με επαναστατική διάθεση, απορρίπτει τη γλώσσα. Όμως, ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του εξηγεί ότι στην Ελβετική διάλεκτο που χρησιμοποιεί ο ίδιος, το “adieu” σημαίνει εκτός από “αντίο” και “γεια”, ανάλογα με τον τρόπο εκφοράς, το γλωσσικό περιβάλλον και το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αρθρώνεται. Αντί, λοιπόν, να πρόκειται για μία βιαστική και θυμωμένη επανάσταση, το φιλμ αφορά ένα στοχασμό που επιχειρεί να σταματήσει να σκοντάφτει στα γλωσσικά σημεία που καλλιεργούν τους διχασμούς και να εκφράσει μία λίμνη λύπης στην οποία βουτά κάθε ζευγάρι, αλλά και τελικά κάθε μέλος μίας ομάδας που αποτυγχάνει να επικοινωνήσει και πετά τις λέξεις σαν πέτρες. Όταν το σακί του κάθε μέλους δεν έχει πια άλλες, προβαίνουν σε πράξεις που ασφυκτιούν στον κλοιό αμοιβαίων απαιτήσεων και περιορισμών. Η μορφή που θα πάρει το ζευγάρι βγαίνοντας μέσα από αυτή τη λύπη εξαρτάται, ίσως, από το αν θα είναι δυνατό να δημιουργήσει κάτι, μαζί, μέσα στη λίμνη αυτή

Τι είναι όμως γλώσσα (Langage); Σύμφωνα με το Μπαμπινιώτη, η γλώσσα είναι η σταθερά επαναλαμβανόμενη προσπάθεια του πνεύματος να διευκολύνει τους διαρθρωμένους φθόγγους να εκφράσουν τη σκέψη. Ο Saussure θεμελίωσε την παρακάτω διάκριση της γλώσσας (Langage): Η γλώσσα διακρίνεται σε λόγο (langue) και ομιλία (parole). O λόγος είναι η γενική, υπερ-ατομική γλώσσα των μελών μιας γλωσσικής κοινότητας. Ένας κώδικας, κοινωνικό παράγωγο της ικανότητας του ανθρώπου να εκφράζει τη σκέψη του γλωσσικά και μαζί σύνολο απαραίτητων συμβάσεων που έχουν υιοθετηθεί από ένα κοινωνικό σώμα, ώστε να μπορούν τα άτομα της κοινότητας να ασκούν αυτή την γλωσσική ικανότητας. Η ομιλία, από την άλλη πλευρά, είναι η ατομική πλευρά της γλώσσας, που προϋποθέτει πάντοτε συγκεκριμένο εκτελεστή, το άτομο που  μιλάει.

Κατά το σωσσυρικό παράδοξο, ο λόγος δεν είναι πλήρης σε κανένα άτομο, πληρότητα εμφανίζεται μόνο στην ομάδα, αφού προέρχεται από τις καταβολές όλων των μελών της κοινότητας. Η παραδοξότητα, όμως του λόγου, αποκαλύπτεται και από το ότι σύμφωνα με το Λακάν, η ομιλία προδίδει το φορέα της με διττό τρόπο: Από τη μία δεν μπορεί ποτέ να εκφράσει με πληρότητα όσα κανείς αισθάνεται. Από την άλλη, συχνά αποκαλύπτει περισσότερα από όσα εκείνος θα ήθελε να μοιραστεί.

Ίσως η αναφορά στον Ταρκόφσκι, μέσα από τις εικόνες της ταινίας είναι αποκαλυπτική του παράδοξου του “Αποχαιρετισμού στη γλώσσα”. Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να ταυτίσει απόλυτα το συμβολικό με το πραγματικό, χτίζοντας αυτή την ταύτιση μέσα από τα κινηματογραφικά μέσα τα οποία χρησιμοποιεί. Παραδείγματος χάριν, εδώ η χρήση της τρισδιάστατης εικόνας είναι ταυτόχρονα μία σαφής διάκριση πραγματικού, φαντασιακού και συμβολικού, (κατά Lacan), αλλά ταυτόχρονα και μία συγχώνευσή των τριών επιπέδων, με την πρόθεση να επικοινωνήσει η εικόνα μόνο αισθητηριακά με το θεατή. Σε σχέση με αυτή τη χρήση ο σκηνοθέτης αναφέρει ότι πλέον η τεχνική έχει πάρει τη θέση της γλώσσας, οπότε αυτή και θα χρησιμοποιήσει, με σκοπό να μιλήσει.

Ο Ταρκόφσκυ, από την άλλη μεριά, ήταν αντίθετος στο συμβολισμό, θεωρώντας τον κινηματογράφο εικόνα με την αισθητηριακή της διάσταση. Το αδιέξοδο για το οποίο δεν μπορεί παρά να μιλά (και όχι να αποπνέει με την εικόνα) ο Γκοντάρ, είναι η προσπάθεια να ξεφύγει από τις λέξεις, αφού κάθε φορά που το κάνει τις καλωσορίζει. Στην ουσία, πρόκειται για το προαναφερθέν παράδοξο της ανθρώπινης φύσης, να εκφράσεις με το λόγο όλα όσα θες και ταυτόχρονα να μη νιώσεις εκτεθειμένος, εκφράζοντας περισσότερα από όσα θα επιθυμούσες. Από αυτή την άποψη, κανείς θα μπορούσε να υποθέσει ότι πρόκειται για την πιο βαθιά ανθρώπινη ταινία του Γκοντάρ.

Μία πιθανή διάσταση του ζευγαριού που αποχαιρετά τη γλώσσα σχετίζεται με δύο κακομαθημένα παιδιά που δε θέλουν να μάθουν να μιλούν. Φοβούνται αυτό που θα θα δώσουν με τις λέξεις, αλλά και ότι ποτέ δε θα είναι ικανοί να δώσουν αρκετά. Είναι μονάδες και όχι μέλη της μικρής ομάδας που λέγεται ζευγάρι, αυτή η μικρή ομάδα φαίνεται πολύ τρομακτική. Λένε αντίο στην επικοινωνία.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό το αδιέξοδο στην επικοινωνία των ζευγαριών;  Ο Λίποβατς υποστηρίζει πως τα μέλη του ζευγαριού (ο ένας και ο Άλλος) είναι καθηλωμένα  στη φαντασίωση της ολότητας (της ολικής κυριαρχίας του κόσµου), που υπο-στηρίζει τη εικόνα του κόσµου, η οποία εµποδίζει τόσο την µετουσίωση του Άλλου όσο και τη συνέχιση της μετουσίωσης του ενός. Αντίθετα, ο ένας πιστεύει ότι ο Άλλος, που δεν έχει µετουσιώσει, τού οφείλει κάτι, την υπεραπόλαυση (το αντικείµενο των µερικών ορµών), την οποία όµως πραγµοποιεί και φετιχοποιεί σε ένα εργαλείο της απόλαυσης και της εξουσίας, που αρπάζει βίαια από τον Άλλο. Δεν είναι μία σχέση αγάπης αλλά μία σχέση εξουσίας, σχέση κυρίου και υπηρέτη. ∆ηλαδή, η απόλαυση του κυρίου είναι καθηλωµένη στη φαλλική απόλαυση, που ενέχει τη σεξουαλικότητα και την κυριαρχία µαζί, και έτσι αποκλείει τη δυνατότητα µιας άλλης απόλαυσης, της απόλαυσης του Άλλου, της απόλαυσης του καθαρού σηµαίνοντος και της ασυνείδητης γνώσης (της µετουσίωσης και της µη ταυτισιακής αγάπης).

Από την άλλη ο κύριος εµφανίζεται στον υπηρέτη ως ο κάτοχος του φαλλού, που παράγει την απάτη µιας µυθικής γνώσης, την αυταπάτη µιας (τέλειας) σεξουαλικής σχέσης (την αρµονική σχέση ανάµεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, τον άνθρωπο και τη φύση, τον κύριο και τον υπηρέτη, κτλ.), και ότι αυτό είναι το «µυστικό» του κυρίου. Ο υπηρέτης γνωρίζει ωστόσο ότι η «σεξουαλική σχέση» (ως κάτι το κλειστό, αρµονικό, συµπληρωµατικό Όλον) δεν υπάρχει. Ο κύριος επιτρέπει στον Άλλο (τον υπηρέτη), να είναι φορέας αυτής της γνώσης, που ο ίδιος απεχθάνεται και της οποίας τις συνέπειες θέλει να συγκαλύψει, επειδή «δεν θέλει να την ξέρει».

Στη διχοτόμηση του κυρίου και του υπηρέτη, του καλού και κακού συντρόφου, στα πλαίσια μίας υστερικής πυρηνικής προσέγγισης του Άλλου, η μετουσίωση είναι η οδός που μπορεί να συνενώσει τους αντίθετους πόλους.  Όσο ένα ζευγάρι δε μετουσιώνει, παραμένει διχασμένο και μοναχικό και η γλώσσα αποτυγχάνει να λάβει νόημα. Η µετουσίωση είναι η απλή άρνηση της έλλειψης µέσω της δηµιουργίας ενός έργου που την αναγνωρίζει ταυτόχρονα.  Το ζευγάρι είναι δυνατό να γίνει ολόκληρο, παράγοντας κάτι εξ’ ορισμού ατελές, αναγνωρισμένα, με αίσθημα αποδοχής.  Δημιουργεί παιδιά, πραγματικά, συμβολικά, φαντασιακά, οντότητες που απλώνονται και στα τρία επίπεδα. Τα φαντασιακά παιδιά υποβοηθούν τη μετουσίωση

Ο Λίποβατς αναφέρει, πως αλλάζοντας το υποκείμενο (το μέλος ενός ζευγαριού) θέση, και βλέποντας με  αυτο-κυριαρχία τον εαυτό του, δηλαδή απαρνούμενο τον υποκειµενικό του διχασμό, τελικά βλέπει τον εαυτό του ως κάτι ολόκληρο.

Όταν τα μέλη του ζευγαριού αλλάζουν θέση, αποχαιρετώντας τη λεκτική επικοινωνία, περνούν σε μία άλλου είδους επικοινωνία, αισθητηριακή, που δεν αποτυγχάνει εύκολα. Γίνονται μία οργανική ένωση. Τα μέλη του ζευγαριού διαφοροποιούνται  ο ένας με τον άλλον, αλλάζοντας τη θέση τους. Όταν αλλάζεις τη θέση σου απέναντι σε κάποιον, η προηγούμενη θέση σου μένει κενή και αυτό δεν μπορεί παρά να προκαλεί αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Η θέση του προηγούμενού τους, φαντασιακού παιδιού, που έχει εγκαταλειφθεί με την αλλαγή θέσης, είναι κενή και μετουσιώνεται σε μία λίμνη που ο σκύλος, η μόνη, για εκείνους, δυνατή ενσάρκωση του φαντασιακού παιδιού, κοιτά, πριν αποφασίσει να μπει στο λουτρό της. Κατακερματισμός, ωμότητα, ποίηση τόσο όμορφη που δεν την αντέχει κανείς και ησυχία εγγράφονται στα μάτια του, δείχνοντας πως το φαντασιακό παιδί  γεννιέται είτε το ζευγάρι το γνωρίζει ή το επιθυμεί, είτε όχι, και τα ζώα είναι έδαφος ενσάρκωσης γόνιμο και συχνό.

Ο σκύλος, που κυριαρχεί σε πολλές από τις σκηνές του “Αντίο στη γλώσσα”,  είναι το ζώο-μεταβατικό αντικείμενο, στο οποίο το ζευγάρι προβάλει το κενό του, την απουσία λόγου του. O λόγος αποτελεί το μόνο σημείο διαφοροποίησης των ζώων από τον άνθρωπο, αφού κατά τ’ άλλα τόσο οι άνθρωποι όσο και τα ζώα είναι πλημμυρισμένοι από συναισθήματα και εκφραστικότητα. Στα ζώα-μεταβατικά αντικείμενα προβάλλουμε πολλά, και δανειζόμαστε, όπως και ο Ρίλκε λέει, το βλέμμα τους.

Κατά το Lacan, όταν το ανθρώπινο πλάσμα, το μωρό, έρχεται στον κόσμο, βρίσκεται μέσα σε ένα bain de langage, λουτρό λόγου.  Σε αυτό, το φαντασιακό παιδί είναι το περιβάλλον του λουτρού, η μπανιέρα όπου το παιδί τοποθετείται.

Στο τέλος, το κλάμα ενός μωρού συνηχεί με ένα γάβγισμα, και στις δύο περιπτώσεις ένα ουρλιαχτό που ταυτόχρονα αποχαιρετά και καλωσορίζει. Μόνο αισθητηριακή είναι η σχέση μαζί του, ο λόγος άλλωστε δε μπορεί να λείψει, είναι ένα λουτρό στο οποίο κάθε ένας είναι μοιραίο να βαφτιστεί. Και στο ζευγάρι υπάρχει η άμπωτη και η παλίρροια συμβόλου και αίσθησης.  Θα παραμείνει ζωντανό μόνο εάν αυτά τα δύο είναι σε συνεχή ροή και διαλεκτική. Οι δυο τους, ξεχωριστά και μαζί, αποχαιρετούν και να καλωσορίζουν διαρκώς τα φαντασιακά παιδιά που από κοινού και συνεχώς δημιουργούν.

Trailer:

Βιβλιογραφία
Μπαμπινιώτης, Γ. (1998). Θεωρητική Γλωσσολογία. Εισαγωγή στη Σύγχρονη γλωσσολογία. Αθήνα: Ρωμανός.

Mπούρα, Μ. (2010).   Ψυχανάλυση και λόγος: Freud και Lacan. Ομιλία στο πλαίσιο των Ψυχαναλυτικών Σεμιναρίων στην ενότητα «πρωταρχικές έννοιες της ψυχανάλυσης». http://www.psy-s.gr/el/library/articles/36–freud-lacan

Lebovici, S. (1988). Fantasmatic interaction and intergenerational transmission. Infant Mental Health Journal, 9,(1), 10–19.

Λίποβατς, Θ. (2005).Οι τέσσερις λόγοι στον Jacques Lacan”. Παιδαγωγικά ρεύματα στο Αιγαίο.

Σακελλαρόπουλος, Π. 1998. Σχέσεις μητέρας-παιδιού τον πρώτο χρόνο της ζωής. Αθήνα: Παπαζήσης.

Ταρκόφκυ, Α. (1987).  Σμιλεύοντας το χρόνο. Αθήνα: Νεφέλη.