Αγχώδεις Διαταραχές

Αν ο φόβος είναι εύκολο να αποφευχθεί, τα άτομα με ειδικές φοβίες δεν ζητούν βοήθεια.

Από τη Βαλέρια Κιλαμπέρια, Ψυχολόγο MSc, Θεραπεύτρια ABA

Διαταραχή μετατραυματικού στρες
Η διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) αναπτύσσεται μετά από ένα τρομακτικό βίωμα/εμπερία που εμπλέκονται η σωματική βλάβη ή μια φυσική απειλή. Το πρόσωπο που αναπτύσσει PTSD μπορεί να είχε υποστεί βλάβη, ή η βλάβη μπορεί να συνέβη σε ένα αγαπημένο πρόσωπο, ή μπορεί να ήταν μάρτυρας ενός ζημιογόνου γεγονότος που συνέβη σε αγαπημένους ή ξένους.

Το μετατραυματικό στρες μπορεί να προκύψει από μια ποικιλία τραυματικών γεγονότων, όπως ληστεία, βιασμός,  βασανιστήρια, ως αιχμάλωτοι, κακοποίηση παιδιών, αυτοκινητιστικά ατυχήματα, ναυάγια, αεροπορικά δυστυχήματα, βομβιστικές επιθέσεις, ή φυσικές καταστροφές όπως οι πλημμύρες ή σεισμοί.

Οι άνθρωποι με PTSD μπορούν να τρομάξουν εύκολα, γίνονται συναισθηματικά μουδιασμένοι, χάνουν το ενδιαφέρον τους σε πράγματα, έχουν δυσκολία στο συναίσθημα στοργής, είναι ευερέθιστοι, πιο επιθετικοί, ή ακόμη και βίαιοι. Αποφεύγουν καταστάσεις που τους θυμίζει το αρχικό περιστατικό, και οι “επέτειοι” του συμβάντος είναι συχνά πολύ δύσκολοι. Τα συμπτώματα του μετατραυματικού στρες χειροτερεύουν αν η περίπτωση που το προκάλεσε  ξεκίνησε εσκεμμένα από άλλο πρόσωπο, όπως ληστεία ή απαγωγή.

Οι περισσότεροι άνθρωποι με PTSD ξαναζούν επανειλημμένα το τραύμα στις σκέψεις τους κατά τη διάρκεια της ημέρας και σε εφιάλτες, όταν κοιμούνται. Αυτό ονομάζεται αναδρομή στο παρελθόν. Αναδρομές στο παρελθόν μπορεί να αποτελούνται από εικόνες, ήχους, μυρωδιές, ή συναισθήματα, και συχνά προκαλούνται από συνήθη γεγονότα, όπως ένα χτύπημα πόρτας. Με μια αναδρομή στο παρελθόν μπορεί να χαθεί η επαφή του ατόμου με την πραγματικότητα και πιστεύει ότι το τραυματικό συμβάν συμβαίνει ξανά.

Τα συμπτώματα αρχίζουν συνήθως μέσα στους 3 μήνες από το συμβάν, αλλά μερικές φορές εμφανίζονται αρκετά χρόνια μετά. Πρέπει να διαρκέσουν περισσότερο από ένα μήνα για να θεωρείται μετατραυματικό στρες. Η πορεία της νόσου ποικίλλει. Μερικοί άνθρωποι αναρρώνουν μέσα σε 6 μήνες, ενώ άλλοι έχουν συμπτώματα που διαρκούν πολύ περισσότερο. Σε μερικούς ανθρώπους, η κατάσταση γίνεται χρόνια.

Ορισμένα είδη φαρμάκων και ορισμένα είδη ψυχοθεραπείας συνήθως μειώνουν τα συμπτώματα του μετατραυματικού στρες πολύ αποτελεσματικά.

Κοινωνική φοβία (ή κοινωνική αγχώδης διαταραχή)
Κοινωνική φοβία είναι η αγχώδης διαταραχή, η οποία μπορεί να περιγραφεί ως μια ισχυρή αίσθηση φόβου σε περιπτώσεις ταπείνωσης ή αμηχανίας. Οι ασθενείς συνήθως φοβούνται τις επιδόσεις ή τις καταστάσεις αλληλεπίδρασης, όπως μια δημόσια ομιλία,  να φάνε και να πιουν δημόσια, να χρησιμοποιήσουν μια τουαλέτα κοινής χρήσεως, να μπουν σε αίθουσα με κόσμο και να μιλήσουν στο τηλέφωνο κ.ά. Το να βρουν σύντροφο ή σύζυγο τα άτομα με κοινωνική φοβία πολλές φορές είναι δύσκολο και το σεξ ίσως να είναι σχεδόν αδύνατο, όπως ακόμη και η οπτική επαφή.

Ειδικοί έχουν επινοήσει μια εξειδικευμένη γνωστική θεραπεία για την κοινωνική φοβία που έχει ως στόχο να αντιστρέψει τις διαδικασίες που προβλέπονται στο μοντέλο. Δεδομένου ότι το μοντέλο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αυτο-εστίαση της προσοχής, αρνητική αυτο-επεξεργασία, στην ανασφάλεια και στις συμπεριφορές, η θεραπεία, επίσης δίνει ιδιαίτερη έμφαση στους τρόπους αναδιαμόρφωσης επεξεργασίας των σκέψεων που μεγιστοποιούν τις αρνητικές πεποιθήσεις.

Ειδικές φοβίες
Μια ειδική φοβία είναι ένας έντονος, παράλογος φόβος για κάτι που στην πραγματικότητα αποτελεί ελάχιστη ή καμία απειλή. Μερικές από τις πιο κοινές φοβίες είναι ο έντονος φόβος για τα ύψη, τις κυλιόμενες σκάλες, τις σήραγγες, οδήγηση σε εθνική οδό, κλειστοί χώροι, τα σκυλιά, τις αράχνες, και αίμα. Άτομα με ειδικές φοβίες μπορεί να είναι σε θέση να κάνουν σκι στα ψηλότερα βουνά του κόσμου με ευκολία, αλλά τους είναι δύσκολο να ανεβούν πάνω από τον πέμπτο όροφο ενός κτιρίου. Ενώ οι ενήλικες με φοβίες αντιλαμβάνονται ότι αυτοί οι φόβοι είναι παράλογοι, συχνά διαπιστώνουν πως δεν μπορούν να τους αντιμετωπίσουν και τους προκαλούν κρίσεις πανικού ή άγχους.

Οι ειδικές φοβίες είναι δύο φορές πιο συχνές στις γυναίκες, παρά στους άντρες. Συνήθως εμφανίζονται στην παιδική ή εφηβική ηλικία και τείνουν να παραμένουν στην ενήλικη ζωή. Οι αιτίες της ειδικής φοβίας δεν είναι πλήρως κατανοητές, αλλά υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι υπάρχει μια προδιάθεση γενετική.

Αν ο φόβος είναι εύκολο να αποφευχθεί, τα άτομα με ειδικές φοβίες δεν ζητούν βοήθεια. Αλλά αν η αποφυγή παρεμβαίνει στη σταδιοδρομία τους ή την προσωπική ζωή τους, η θεραπεία συνήθως επιδιώκεται και είναι δυνατόν να γίνει η απενεργοποίηση. Τα άτομα με ειδικές φοβίες ανταποκρίνονται πολύ καλά σε προσεκτικά στοχευμένες και δομημένες ψυχοθεραπείες.

Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή
Οι άνθρωποι με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή (ΓΑΔ) περνούν την ημέρα γεμάτη με υπερβολική ανησυχία και ένταση, ακόμη και αν δε υπάρχει τίποτα για να τη προκαλέσει. Περιμένουν τη καταστροφή και ανησυχούν υπερβολικά για θέματα υγείας, τα χρήματα, οικογενειακά προβλήματα, ή δυσκολίες στην εργασία. Μερικές φορές μόνο η σκέψη στη διάρκεια της ημέρας παράγει άγχος.

Η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή εντοπίζεται όταν ένα άτομο ανησυχεί υπερβολικά για μια ποικιλία καθημερινών προβλημάτων για τουλάχιστον 6 μήνες. Άτομα με ΓΑΔ φαίνεται ότι δεν μπορούν να ξεφορτωθούν τις ανησυχίες τους, παρόλο που συνήθως συνειδητοποιούν ότι η ανησυχία τους είναι πιο έντονη από μια πραγματική κατάσταση. Αυτά τα άτομα δεν μπορούν να χαλαρώσουν, τρομάζουν εύκολα, και έχουν δυσκολία στη συγκέντρωση. Συχνά έχουν προβλήματα ύπνου ή να παραμείνουν κοιμισμένοι. Σωματικά συμπτώματα που συνοδεύουν συχνά την ανησυχία περιλαμβάνουν κόπωση, πονοκεφάλους, μυϊκή ένταση, μυϊκούς πόνους, δυσκολία στην κατάποση, τρέμουλο, συσπάσεις, ευερεθιστότητα, εφίδρωση, ναυτία, ζαλάδα, συχνές επισκέψεις στη τουαλέτα, και εξάψεις.

Όταν το επίπεδο του άγχους τους είναι ήπιο, τα άτομα με ΓΑΔ μπορούν να λειτουργήσουν κοινωνικά και ν’ ανταποκριθούν στη καθημερινότητα. Παρόλα αυτά, μερικές φορές, ως αποτέλεσμα της διαταραχής τους, τα άτομα με ΓΑΔ μπορεί να έχουν δυσκολία στην εκτέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων αν είναι το άγχος τους σοβαρό.

Η διαταραχή αναπτύσσεται σταδιακά και μπορεί ν’ αρχίσει σε οποιοδήποτε σημείο του κύκλου ζωής, αν και τα έτη των υψηλότερων κινδύνων είναι μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της μέσης ηλικίας. Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα γονίδια παίζουν ένα μικρό ρόλο στην εμφάνιση της διαταραχής.

Η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή συνήθως αντιμετωπίζεται με φαρμακευτική αγωγή ή γνωσιακή – συμπεριφορική θεραπεία.

Διαβάστε εδώ το Μέρος Ι.

Σχετικό βίντεο:
[vsw id=”32K-rEIbBgE&feature=related” source=”youtube” width=”425″ height=”344″ autoplay=”no”]

Βιβλιογραφικές αναφορές:
Clark, D. M. (1999). Anxiety disorders: why they persist and how to treat them. Behaviour Research and Therapy, 37, S5-S27.

Crozier, R. W. & Alden, L. E. (2001). Ιnternational Handbook of Social Anxiety: Concepts, Research and Interventions Relating to the Self and Shyness. UK: John Wiley & Sons.

International OCD Foundation. What you Need to Know about Obsessive – Compulsive Disorder.

Manfro, G. G., Heldt, E., Volpato – Cordioli, A. & Otto, M. W. (2008). Cognitive – behavioral therapy in panic disorder. Revista Brasileira de Psiquiatria, Suppl II, S81-7.

National Institutes of Health (2009). Anxiety Disorders.

Paige, L. Z. (2007). Obsessive – Compulsive Disorder. Principal Leadership, 12-15.

Pohjavaara, P. (2004). SOCIAL PHOBIA: AETIOLOGY, COURSE AND TREATMENT WITH ENDOSCOPIC SYMPATHETIC BLOCK (ESB). Oulou: Oulou University Press.