Γράφει ο Λάμπρος Δερμεντζόγλου
Πάντα μου άρεσαν τα γράμματα. Μου άρεσε να παίζω μαζί τους, να τα γράφω σε λευκό χαρτί, να φτιάχνω λέξεις, κείμενα, να σχεδιάζω διαφορετικά μια καμπύλη τους, να τα διαβάζω σε βιβλία, να νιώθω το νόημα τους, να μου γεννάνε σκέψεις. Μου άρεσαν γιατί δεν προστίθενται μήτε αφαιρούνται, παρά συνυπάρχουν, χωρίς υστεροβουλία του ενός απέναντι στο άλλο. Ρίξτα στο χαρτί και απλά τοποθέτησε τα στη θέση τους. Μην εξαναγκαστείς να τα ενώσεις, δεν υπάρχουν πράξεις γι αυτά. Δε προσθέτεις το π με το α για να κάμεις το πα, μόνο τους προσφέρεις μια πρόσκαιρη δυνατότητα συμβίωσης.
Από την πρώτη «άτα» μέχρι το στερνό «αντίο» ντύνεις τα συναισθήματα σου με λέξεις και γράμματα. Τους δίνεις το όχημα κι ύστερα τα ξαμολάς στον κόσμο για να βρουν τον παραλήπτη τους. Άλλες φορές περιπλανιούνται χρόνια, σαν τα μπουκάλια στο πέλαγο, κι άλλες φορές σκαλώνουν αμέσως στο πρώτο αυτί που θα βρουν μπροστά τους, το έτοιμο, το πρόσφορο να τα δεχτεί και να τ’ ακούσει, να ανταποκριθεί. Και τότε μόνο ξέρεις πως ότι είπες, κάθε λέξη που έβαλες στη σειρά, ήταν αυτή που έπρεπε να χρησιμοποιήσεις, κάθε γράμμα έπιασε τόπο, κι αγαλλιάζει η καρδιά σου.
Ζήσε, αγάπησε κι ύστερα γράψτο σε μια όμορφη πρόταση. Κάθε σου ανάγνωση θα είναι μια ρετροσπεκτίβα της στιγμής, μια επανάληψη της ζωής σου σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν όλα θα έχουν αλλιώτικο νόημα, όταν εσύ δε θα είσαι πια ο ίδιος. Θα διαβάζεις τις ίδιες λέξεις κι αν το θελήσεις θα ξαναγίνεις αυτός που ήσουν όταν τις έγραφες στο χαρτί, όταν τις έλεγες στους φίλους, όταν τις ψιθύριζες στο αυτί της αγαπημένης σου, όταν τις φώναζες στις πλατείες, όταν τις κατάπινες για να μη βγουν από το στόμα σου. Και έτσι μοναδικός θα είσαι, που σαν το Λάζαρο έζησες δυο φορές τη ζήση σου.
Βούτηξε στην πλάνη τους, ζήσε την αλήθεια τους, επιβεβαίωσε και διάψευσε τα, άφησέ τα να σε στοιχειώσουν, να σε ξυπνούν από τον ύπνο και να σε αποκοιμίζουν στον ξύπνιο σου. Κάνε κάθε γράμμα την προσωπική σου διαδρομή για το όνειρο και κάθε λέξη στοιχείο της συνομιλίας σου με το Θεό. Σκάψε στην πιο σκοτεινή πτυχή της ύπαρξης σου, λέξεις θα βγάλεις αν είσαι τυχερός.
Μα ποτέ μην τις κρατήσεις για σένα. Δεν έχουν τίτλους ιδιοκτησίας, δε σου ανήκουν, δεν αγοράζονται μήτε πουλιούνται. Όσο κι αν τις κρύψεις στο πιο σκοτεινό μπουντρούμι, ή τις φυλάξεις στο πιο δυσπρόσιτο πατάρι, εκεί που η μάνα κρύβει το γλυκό, αυτές θα δραπετεύσουν, θα βρουν το δρόμο να ακουστούν, να διαβαστούν, θα σε ξεμπροστιάσουν, θα σε ξεγυμνώσουν. Μα ακόμα κι έτσι, ευλογημένος θα σαι.
______________________________________________________________
Ο Λάμπρος Δερμεντζόγλου γεννήθηκε το 1972 στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε παίζοντας στις γειτονιές και στα σοκάκια της. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, έκανε δύο μεταπτυχιακά και ένα διδακτορικό για να γεμίσει τους τοίχους του γραφείου του με κορνίζες αμφιβόλου αισθητικής. Εργάστηκε σε διάφορες δουλειές στην Ελλάδα και το εξωτερικό πάντα με ένα αίσθημα φυγής να τον καταδιώκει. Αγαπά τους φίλους του αν και δεν είναι ιδιαίτερα συνεπείς απέναντι τους. Ελπίζει να τα καταφέρνει καλύτερα απέναντι στη σύντροφο του Στέλλα και τα παιδιά τους Ανδρέα και Μιλένα, που με τον ερχομό τους επαναπροσδιόρισαν τη θέση του στο σύμπαν.



















