Matobi Waters Corporation

Χρόνος ανάγνωσης 9 ΄

Συγγραφέας: Νίκος Κουσούλης

Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό της Ελευθεροτυπίας «9»

Είχα 10 λεπτά να αποφασίσω τι θα κάνω. Δέκα λεπτά για να πάρω πλέον μια απόφαση ζωής. Ή μάλλον την πιο σημαντική απόφαση ζωής. Θυμόμουν πώς ξεκίνησαν όλα αυτά. Κατά κάποιο τρόπο θα μπορούσα να θεωρήσω τον εαυτό μου υπεύθυνο. Αν όχι υπεύθυνο, τουλάχιστον έναν από τους βασικούς λόγους που τα πράγματα είχαν φτάσει εδώ που έφτασαν.

Το ρολόι στον τοίχο με είχε εκνευρίσει αφόρητα: χρόνος 2136 – μέρα 157η – ώρα 16:49.51΄΄, συχνά κολλούσε εκεί το βλέμμα μου και έβλεπε τις ώρες να περνούν ατελείωτα ηλεκτρονικά. Ούτε μέρες ούτε μήνες, μόνο νούμερα πια. Ο κόσμος όλος, λίγα νούμερα. Παλιά μετρούσαμε μήνες, ημέρες· πόσο καιρό είχα να πω τη λέξη Παρασκευή ή Αύγουστος, την ημέρα και το μήνα που είχα γεννηθεί. Πλέον; Έτος 1980 – μέρα 235η – ώρα… ούτε καν που θυμάμαι πλέον. Θυμόταν το τσιπάκι μου βέβαια…

Δέκα λεπτά ακόμη. Κι έπρεπε να αποφασίσω αν θα συνεχίσω να ζω ή όχι. Να βάλω καινούργια καρδιά ή όχι; Μέχρι την τελευταία φορά δεν με είχε απασχολήσει ποτέ κάτι τέτοιο, πάντα ήξερα ότι ήθελα να συνεχίσω. Όμως, πλέον ήμουν 156 χρονών. Το σκεφτόμουν και γελούσα. Τα είχα καταφέρει. Είχα νικήσει το θάνατο. Θυμόμουν το 2005 όταν είχα διαγνωστεί με καρκίνο. Εγχειρήσεις, χημειοθεραπείες, πόνος, ένας εφιάλτης που φαινόταν ατελείωτος. Νοσοκομείο, ενέσεις, φάρμακα, φίλοι που έκλαιγαν, οικογένεια που έμοιαζε αδύνατο να ανακάμψει. Δεν είναι και εύκολο να βλέπεις τον γιο σου ή τον αδερφό σου να πεθαίνει στα 25 του χρόνια. Όμως, το είχα ξεπεράσει. Ήταν η πρώτη φορά που είχα φτύσει το θάνατο κατάμουτρα. Και από τότε σκεφτόμουν ότι δεν ήθελα να πεθάνω ποτέ. Η νίκη επί του καρκίνου με είχε αλλοιώσει τόσο που έπρεπε να βρω κάτι σημαντικότερο για να δείξω ότι είμαι άτρωτος. Μέχρι τότε, μια ζωή όλο επιτυχίες. Σχολείο, αθλητισμός, πανεπιστήμιο, έπαιζα τη ζωή στα δάχτυλα. Μέχρι που κατάλαβα με το χειρότερο δυνατό τρόπο πόσο αναλώσιμος ήμουν. Αλλά το ξεπέρασα. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγα στους άλλους. Γιατί ακόμη και σήμερα, 131 χρόνια αργότερα νιώθω πόνο και πίκρα όποτε το θυμάμαι. Έχασα την αθωότητά μου, τη σιγουριά μου σε αυτή την περιπέτεια.

Θυμήθηκα τους μήνες μετά, που κυκλοφορούσα σαν ζόμπι. Έκανα 2 χρόνια να νιώσω και πάλι τις δυνάμεις μου. Και το 2008 ήταν η χρονιά που όλα άρχισαν. Ψάχναμε τρόπο να ξεφύγουμε από τη μιζέρια μας, από τη φτώχια που χαραζόταν μπροστά να στοιχειώνει τη ζωή μας. Εγώ είχα ρίξει την ιδέα: αφαλάτωση της θάλασσας. Στην αρχή το έλεγα στην πλάκα όποτε κάποιος με ρωτούσε πώς θα βγάλω λεφτά. Είχε ήδη γίνει αλλά δεν συνέφερε οικονομικά. Όμως, όταν όλες οι λογικές προσπάθειες τελειώνουν, καταφεύγεις στο άπιαστο. Είχαμε τις γνώσεις, ένας βιολόγος, ένας χημικός κι ένας μαθηματικός. Λεφτά δεν είχαμε. Θυμήθηκα πώς το αποφασίσαμε. Είχαμε πρώτα φάει τα μούτρα μας τόσες φορές. Δουλειά 60 και 70 ώρες την εβδομάδα για ψίχουλα. Μέχρι που είπαμε να τα παίξουμε όλα για όλα. Πουλήσαμε αυτοκίνητα, σπίτια, κιθάρες, ντραμς, τα πάντα. Μείναμε τρία άτομα σε μια γκαρσονιέρα 5×6. Κι όμως, οι πιο φτωχές στιγμές της ζωής μου, τώρα μου έρχονταν πίσω ως οι μάλλον πιο όμορφες. Βέβαια, ξέρω το τέλος, γι’ αυτό ίσως.

Τρία χρόνια μας πήρε, τρία χρόνια και μία προσθήκη. Ο Τζο. Ο Τζο ήταν άσχετος. Φίλος, βέβαια, αλλά άσχετος με τον τομέα. Δούλευε σε τράπεζα, στον τομέα των υψηλών δανείων. Κομπίνα δηλαδή. Φτιάξαμε μια εταιρεία και πήγαμε σ’ αυτόν. Κι εκείνος έπαιξε το κεφάλι του. Μέχρι τότε είχαμε φτάσει στο σημείο επί 2 μήνες να μοιραζόμαστε μια μερίδα πατάτες τη μέρα στα τρία. Λειτούργησε όμως. Ολοκληρώσαμε την έρευνα και κάναμε αυτό που έπρεπε. Φτιάξαμε φτηνά πόσιμο νερό! Δεν είπαμε σε κανέναν τίποτα, το πήγαμε για επίσημη ανάλυση και αξιολόγηση, πέρασε. Εκείνη την περίοδο φοβόμασταν ακόμη και στον δρόμο να περπατήσουμε. Πήραμε την πατέντα και μετά όλα ήταν εύκολα. Ή έτσι νομίζαμε. Τελικά το να βρούμε χρήματα ήταν πολύ δύσκολο. Αλλά ο Τζο ήταν και πάλι εκεί. Ξανά δάνειο, αυτός τα υπέγραφε, αυτός τα έβλεπε, θα τον έλεγχαν μόνο αν η δουλειά αποτύχαινε…

Ή αν δεν ερχόταν ποτέ. Η πρώτη δουλειά… Ένας δήμος, κλείσαμε την αποκλειστική υδροδότησή του και νιώσαμε βασιλιάδες. Ήταν 2012, ο κόσμος είχε αρχίσει να βλέπει το νερό ως το μεγαλύτερο πρόβλημα του πλανήτη… Ακόμη και στις προηγμένες χώρες, πολλοί κοιτούσαν μπροστά και ήθελαν να προνοήσουν. Μετά το πρώτο συμβόλαιο, ήρθε η ώρα της Τζίνα. Public relations, άνοιγμα μεγάλο για να μπορέσουμε να την πληρώσουμε. Η Τζίνα είναι ο τύπος της γυναίκας που θες να της δώσεις γραφείο-γωνία στην εταιρεία, αλλά κάθε σπιθαμή του προσώπου της σου λέει απλά «you can’t afford me». Σε δύο χρόνια ήμασταν ο αποκλειστικός πάροχος νερού στη χώρα και είχαμε εξαπλωθεί σε άλλα 4 κράτη με εκατονταετές συμβόλαιο. Ζάμπλουτοι εν ολίγοις. Η Τζίνα μπορούσε να πουλήσει άμμο στη Σαχάρα αν της το ζητούσες.

Μετά το πρώτο συμβόλαιο σε κράτος της Λατινικής Αμερικής το όνομά μας μπήκε στη λίστα με τους 10 πλουσιότερους του κόσμου. Ο κόσμος πήγαινε κατά διαόλου, αλλά εμείς πλουτίζαμε. Και πλουτίζαμε πολύ. Θυμήθηκα πόσο δεμένοι ήμασταν. Το 2028 η εταιρεία έμεινε σε μένα και τη Τζίνα, η οποία είχε γίνει συνεργάτιδα πλέον. Ο Τόνι ήθελε να περάσει στον τομέα της ιατρικής. Με το μερίδιό του ήταν εκείνος που έστησε ουσιαστικά την έρευνα για τα τεχνητά όργανα. Με αυτά ζούσε πλέον ο κόσμος. Μιλούσε με τόσο πάθος και κατάφερε το ακατόρθωτο. Πλέον με είχε ξεπεράσει… εγώ νίκησα τον καρκίνο μια φορά, ο Τόνι τον νίκησε μια για πάντα. Και τις καρδιοπάθειες, τις νεφροπάθειες, κάθε είδους ασθένεια. Προσπάθησα να θυμηθώ τι «δικό μου» είχα ακόμα μέσα μου. Μόνο έναν πνεύμονα. Καρδιά, συκώτι, νεφροί ήταν… του Τόνι. Και τώρα έπρεπε να αποφασίσω αν θα αλλάξω και πάλι την καρδιά μου.

Έτσι γινόταν μετά τα 100. Είχες επιλογή να ζήσεις ή να αφήσεις τον εαυτό σου να φθαρεί και να πεθάνει. Μεταμοσχεύσεις βιο-τεχνητών οργάνων, ακόμη και αναπλάσεις ιστού για το δέρμα. Νέα φυσικά δόντια, τρίχες, τα πάντα. Μπορούσες να ζεις για πάντα. Αρκεί να μπορούσες να πληρώσεις. Είχαμε καταφέρει αυτό που ποθούσα μια ζωή. Είχαμε νικήσει το θάνατο. Και τώρα πρέπει να επιλέξω αν θα προτιμήσω τη φθορά από την αθανασία.

Ο Μάθιου δεν ήθελε καν το μερίδιό του όταν έφυγε. Ζήτησε απλώς μια επιχειρηματική συνεργασία: να του παρέχουμε όσο νερό θέλει για 100 χρόνια, δικό μας νερό, «Μatobi water» εμφιαλωμένο, από τα πρώτα γράμματα των ονομάτων μας. Δεν είχαμε καταφέρει το ακατόρθωτο, αλλά για 25 χρόνια είχαμε το μονοπώλιο. Κανείς δεν έσπασε τη φόρμουλα για 25 χρόνια. Και όταν το έκαναν… ο κόσμος μάς ανήκε. Όλη η Αφρική, όλες οι υπανάπτυκτες χώρες και σχεδόν  τα 3/4 του δυτικού κόσμου και της Ασίας είχαν υπογράψει συμβόλαιο με εμάς. Είτε για άμεση παροχή είτε για μελλοντική χρήση της φόρμουλάς μας. Όσοι αρχικά αντιστέκονταν περιμένοντας ανταγωνιστές, έβλεπαν ότι ο καιρός περνούσε και «κάναμε παιχνίδι» μόνοι μας. Ποτέ δεν τους κάναμε να «ματώσουν». Πάντα οι τιμές μας ήταν λογικές. Δεν χρειαζόταν άλλωστε. Μιλάμε για τη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου. Το μοναδικό αγαθό που όλοι ανεξαιρέτως καταναλώνουν σε όλη τους τη ζωή.  Σκεφτόμασταν ότι αν τελικά καλύπταμε το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού, τότε θα μέναμε στην κορυφή των κερδών απ’ όλες τις επιχειρήσεις στον κόσμο, ακόμη και με χαμηλές τιμές. Πιάσαμε το 87% όταν έσπασαν οι άλλοι τη φόρμουλα. Ποιος θα μπορούσε να «χτυπήσει» τις τιμές μας; Κανείς. Και κανείς δεν το έκανε.

– «Έχετε ακόμη 6 λεπτά», μια γνώριμη φωνή μου θύμισε το ραντεβού μου. Η Lea, η τρισδιάστατη κοπέλα που είχα επιλέξει να με ενημερώνει για τα ραντεβού μου. Ήταν κάτι σαν προσωπική μου βοηθός, παρέα και γραμματέας, μάλλον προσωπικό τύραννο θα την έλεγα, πότε δεν με άφηνε να ξεχάσω τίποτα.

Ο Μάθιου, λοιπόν, επέλεξε τον τομέα των τροφίμων. Και έγινε παγκόσμιος κολοσσός. Ποιος θα προτιμούσε τρόφιμα άλλης εταιρείας στην ίδια τιμή, όταν ο Μάθιου έδινε «δώρο» μαζί με κάθε συσκευασία κι ένα μικρό μπουκάλι εμφιαλωμένο «Matobi water» σε εποχές που ο πλανήτης διψούσε; Για δύο χρόνια το έκανε με κάθε συσκευασία, είχε μαζί 100 γραμμάρια από το νερό μας (κουπόνια δηλαδή που μπορούσες να τα ανταλλάξεις με το νερό μας). Μετά τη διετία μάζευες πόντους με κάθε αγορά, για να κερδίσεις νερό.

Όσο για τον Τζο; Στον Τζο κάναμε έκπληξη. Αγοράσαμε την τράπεζά του. Όχι το υποκατάστημα, όλο τον οργανισμό. Την πήραμε και σε μία νύκτα του την παραχωρήσαμε. Από διευθυντής καταστήματος που είχε γίνει το 2020, έγινε ιδιοκτήτης τράπεζας. Της πιο μεγάλης και πιο δυνατής τράπεζας στον κόσμο, αφού από πίσω να τη στηρίζει είχε την MWC, Matobi Waters Corporation.

Το 2050 ήμασταν οι τρεις πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο, οι τρεις πιο σημαντικοί άνθρωποι στον κόσμο. Ο ένας ήλεγχε το νερό σας, ο άλλος το φαγητό σας και ο τελευταίος τη ζωή σας. Είχα ικανοποιήσει κάθε μου φιλοδοξία, κάθε μου όνειρο, κάθε μου εγωιστική σκέψη. Ήμουν πλέον 70 χρονών. Με καινούργια καρδιά και νέο συκώτι… Αθάνατος.

– «Έχετε ακόμη 3 λεπτά. Πρέπει να ετοιμαστείτε. Ενεργοποιώ την επιλογή γκαρνταρόμπας», η Lea.

– «Όχι Lea. Απλώς παπούτσια βγάλε μου. Κάτι άνετο», της είπα.

– «Δεν μπορείτε να βγείτε έτσι έξω, κύριε. Είστε ο Ουίλιαμ Μπέρεσφορντ. Πρέπει να σας βλέπουν ντυμένο αναλόγως».

– «Lea με εκνευρίζεις. Στο έχω πει;».

– «Πολλές φορές κύριε Ουίλιαμ».

– «Αλλά συνεχίζεις απτόητη, έτσι δεν είναι;».

– «Δεν σας καταλαβαίνω κύριε».

– «Ναι, όταν σε συμφέρει θυμάσαι ότι είσαι ολόγραμμα και πρόγραμμα υπολογιστή».

– «Κύριε έχετε ακόμη 2 λεπτά.»

– «Γιατί έχω την αίσθηση ότι μιλάω μόνος μου;»

– «Μαζί μιλάμε κύριε Ουίλιαμ.»

– «Δεν βγάζουμε άκρη. Φέρε ό,τι θες.»

Βυθίστηκα πάλι στις σκέψεις μου. Η Lea μπορεί να ήταν ρομπότ ουσιαστικά, ένα πρόγραμμα που απλώς μάθαινε πολύ γρήγορα, είχε μνήμη και μπορούσε να χρησιμοποιεί εμπειρίες του παρελθόντος και να τις προβάλει σε τωρινές καταστάσεις, αλλά ήταν η μοναδική μου συντροφιά εδώ και 40 σχεδόν χρόνια. Μοναδική μόνιμη συντροφιά εννοώ. Γιατί… ήμουν ο Ουίλιαμ Μπέρεσφορντ. Δεν χρειαζόταν καν να ζητήσω κάτι για να το έχω.

Όμως, 156 χρόνια έζησα πάρα πολλά. Επιτυχίες και αποτυχίες, αρρώστιες και τραυματισμούς, θανάτους πολλών απ’ όσους αγαπούσα, πολέμους… Θέλω να πιστεύω ότι συνέβαλα λίγο στην ηρεμία που επικρατεί τα τελευταία 70 χρόνια στον κόσμο. Θέλω να πιστεύω ότι η κοινή ανακοίνωση των τριών εταιρειών μας, της δικής μου M.W.C., της F.F.A. (Food For All) του Μάθιου και της L.I.FE. (Life Is ForEver) του Τόνι, ότι θα αποσύρουμε τα προϊόντα μας (εν ολίγοις… φαγητό, νερό και τεχνητά ανθρώπινα όργανα) από όσες χώρες εμπλέκονται σε πόλεμο, μέτρησε για τη φαινομενική ειρήνη που ζούμε τώρα.

Όμως, 156 χρόνια είναι πολλά. Πάντα μου άρεσε η μοναξιά. Πάντα την επιζητούσα. Ακόμη και σε βόλτες, σε διακοπές, πάντα. Αλλά πια είχα κουραστεί. Μπορεί η νέα μου καρδιά να με περίμενε, μπορεί να ήξερα ότι αν θέλω θα ζω για πάντα, αλλά θέλω;

Είκοσι χρόνια πριν ήταν η τελευταία μας συνάντηση. Οι τέσσερις μας σε ένα τραπέζι ιπτάμενου εστιατορίου. Από αυτά που κλείνεις ραντεβού και διαλέγεις διαδρομή, όπου θες στη γη. Ο Μάθιου το είχε κλείσει. Κάτσαμε και λίγη ώρα αργότερα ήμασταν πάνω από τα Ιμαλάια. Απόλυτη ηρεμία, απόλυτο άσπρο, από τις λίγες κορυφές του κόσμου που είχαν μείνει χιονισμένες. Εκεί ήταν που ο Μάθιου ανακοίνωσε σε μένα τον Τόνι και τον Τζο ότι αποφάσισε να μην ανανεώσει το συκώτι του. Είχε πάντα πρόβλημα, καθότι ήταν λάτρης του καλού φαγητού και των… αναψυκτικών. Πιο συχνά άλλαζε συκώτι παρά… πουκάμισο από ένα σημείο και μετά.

– «Κύριε, πρέπει να φύγετε», είπε η Lea και άνοιξε την πόρτα στον προθάλαμο, περίπου 10 μέτρα από το σημείο που καθόμουν.

– «Lea, δεν είμαι έτοιμος.»

– «Μα έχετε ραντεβού τώρα.»

– «Ειδοποίησέ τους σε παρακαλώ ότι θα αργήσω. Εξάλλου, εσύ μου θύμισες ότι είμαι ο Ουίλιαμ Μπέρεσφορντ και κάνω ό,τι θέλω.»

– «Μάλιστα κύριε. Ό,τι θέλετε. Θα στείλω την ειδοποίηση αμέσως.»

Τον είχα κοιτάξει στα μάτια. «Γιατί;», θυμάμαι ήμουν ο μόνος από την παρέα που μίλησε. Και η απάντηση μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση.

«Φίλε μου Μπίλι, εμείς δεν είμαστε σαν τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας. Όταν εμείς γεννηθήκαμε οι άνθρωποι πέθαιναν από χίλια-δυο πράγματα. Αν ήσουν τυχερός έφτανες ως τα 70-80. Έτσι είχαμε μάθει. Όλοι μας είδαμε τους γονείς μας να πεθαίνουν σε τέτοια ηλικία, όλοι είχαμε αρρώστιες στην οικογένεια, χάσαμε φίλους όταν ακόμη δεν είχαμε φτάσει 30 χρονών. Και μετά αλλάξαμε τον κόσμο. Ήρθες εσύ και έβαλες το ζιζάνιο, φτιάξαμε νερό, μετά φτιάξαμε φαγητό, μετά ζωή, ο Τόνι δηλαδή. Εγώ είμαι 137 χρονών. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Ότι έχω ζήσει 60 χρόνια περισσότερα από όσα θεωρούσα ότι θα ζήσω. Είναι σαν να κατάφερα να ζήσω δύο ζωές. Αλλά μου φαίνεται παράξενο. Κάθε μέρα σκέφτομαι το θάνατο. Σκέφτομαι ότι όπως πάω δεν θα πεθάνω ποτέ. Νιώθω ότι κάνω κάτι παρά φύσει. Από μικρός είχα μάθει ότι όλοι πεθαίνουμε. Είμαι πλήρης ημερών. Έχω παιδιά, έχω εγγόνια, αυτή την ώρα που μιλάμε μέχρι και τα δισέγγονά μου έχουν παιδιά! Γνώρισα όλες τις γενιές της οικογένειάς μου που ήθελα να δω. Δεν θα άλλαζα με τίποτα τις στιγμές που ήμασταν όλοι μαζί. Εγώ η κεφαλή της οικογένειας και μετά 4 ακόμη γενιές. Αλλά δεν θέλω κάτι παραπάνω. Δεν έχω να ζητήσω τίποτα παραπάνω από τη ζωή μου. Έζησα όσα ονειρεύτηκα κι ακόμη περισσότερα. Έζησα πόνο, φτώχεια, αλλά και πλούτη, χαρά. Ένα πράγμα μου λείπει για να είμαι πλήρης. Να ζήσω το θάνατό μου. Θα αφήσω τον οργανισμό μου να φθαρεί και να φύγει. Ήθελα απλώς να σας το πω. Έχω μοιράσει την περιουσία μου, έχω αφήσει σαφείς οδηγίες για την πολιτική της εταιρείας τα επόμενα 50 χρόνια, θα υπογράψουμε μαζί συμφωνία που δεν θα σπάει για να μην χαλάσουμε τις παγκόσμιες ισορροπίες και ο κύκλος μου έκλεισε. Και θα τα πούμε… εκεί πάνω, αργότερα».

Ο Τόνι έπαθε κρίση μέσης ηλικίας στα… 140. Έβαλε νέα όργανα και χρηματοδότησε αποστολή πυραύλου σε άλλο γαλαξία. Το πρώτο επανδρωμένο ταξίδι. Μέχρι τότε κανείς δεν το είχε δοκιμάσει. Το πρόβλημα ήταν ότι ακόμη και με τα σημερινά μέσα, ένα τέτοιο ταξίδι, ένα ταξίδι σε μέρη που ανθρώπινο μάτι δεν είχε δει ποτέ, απαιτούσε περισσότερα από 100 χρόνια το λιγότερο. Οπότε, κανείς δεν το έκανε. Ο Τόνι το αποφάσισε. Όμως, με μία διαφορά: δεν θα επέστρεφε. Θα έπαιρνε κάμερα, θα ρύθμιζε μέρος του πυραύλου για να επιστρέψει μόνο του μετά από έναν αιώνα και παραπάνω, αλλά εκείνος θα ταξίδευε για πάντα στο διάστημα. «Τι πιο όμορφο από το απέραντο», μου είχε πει. «Και πού ξέρεις, ίσως εκεί βρω την απάντηση για την αρχή των πάντων»…

Γύρισα να κοιτάξω την Lea. Πολλή ώρα είχε μείνει σιωπηλή. Τη βρήκα να… διαλέγει παπούτσια και προτίμησα να μην την ενοχλήσω και με θυμηθεί. Σκέφτηκα τον Τζο. Ο μόνος άτυχος. Η επιστήμη μάς έχει κάνει αθάνατους, αλλά τα ατυχήματα είναι πλέον… ο μόνος σίγουρος τρόπος για να πεθάνει κάποιος. Και ο Τζο παραπάτησε πριν από 13 χρόνια. Δεκατρία ολόκληρα χρόνια μόνος μου. Ένας ένας οι φίλοι μου, οι συμπρωταγωνιστές της ταινίας της ζωής μου, έφευγαν. Ένας ένας αποχαιρετούσαν και με άφηναν μόνο. Εγωιστικά προσπάθησα να τους κρατήσω όλους κοντά μου. Όμως, πια είμαι το τελευταίο απομεινάρι μιας άλλης εποχής, ένας γίγαντας που όλοι τρέμουν, αλλά και όλοι έχουν ξεπεράσει. Συνειδητοποιώ ότι ζω με τις σκέψεις μου και τις αναμνήσεις μου. Πόσο μου λείπουν…

Ήταν μια καλή ζωή. Γεμάτη εμπειρίες, φόβους, προβλήματα, χαρές, αγάπη, δόξα, πλούτο, φίλους. Γεμάτη φίλους. Τελικά, ο τελευταίος πάντα σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος. Αυτός πρέπει να τα αντέξει όλα. Όχι. Αρνούμαι. Αρνούμαι να ζήσω έστω άλλη μία μέρα με μόνη συντροφιά τις αναμνήσεις μου.

Ξαφνικά, πετάχτηκα από τον καναπέ. Ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Είχα αποφασίσει. Τώρα ήξερα…

– «Lea, ειδοποίησε στους γιατρούς ότι θα βάλω τη νέα καρδιά αύριο και συγκάλεσε εκτάκτως συμβούλιο στην εταιρεία. Θέλω όλους τους μετόχους και τους επιστήμονες σε 30 λεπτά στην αίθουσα συνεδριάσεων, είτε ζωντανά είτε με δορυφόρο. Η Matobi αλλάζει σελίδα. Θέμα συμβουλίου: κατασκευή χρονομηχανής. Θα πάω να δω τους φίλους μου…».

© Νίκος Κουσούλης