“Ολεάννα”: το σκηνικό μιας παραβίασης

Χρόνος ανάγνωσης 5 ΄
Οι δυο ήρωες εναλλάσσουν τους ρόλους του θύτη και του θύματος.
Οι δυο ήρωες εναλλάσσουν τους ρόλους του θύτη και του θύματος.

Από την Ευγενία Δουβαρά, Ψυχολόγο, MSc Ψυχοπαθολογία παιδιού και εφήβου, Ειδίκευση στην υπαρξιακή συστημική ψυχοθεραπεία

Σάββατο απόγευμα. Συναντώ έναν καλό μου φίλο και μου προτείνει να πάμε στην παράσταση «Ολεάννα». Ομολογώ δεν την είχα ακούσει. Το θέμα καυτό. Μια φοιτήτρια πανεπιστημίου κατηγορεί τον καθηγητή της για σεξουαλική παρενόχληση. Σε δέκα λεπτά είμαστε στου Ψυρρή, στο θέατρο όπου παίζεται η παράσταση.

Μπαίνουμε στη σχεδόν γεμάτη αίθουσα. Παρατηρώ το σκηνικό. Λιτό. Ατμοσφαιρικό. Δυο καρέκλες, ένα γραφείο, ένα τηλέφωνο, κάτι χαρτιά. Για φόντο ένας γκρίζος τοίχος, που μοιάζει με τεράστιο σχολικό πίνακα. Το έργο διαδραματίζεται σε πανεπιστημιακό περιβάλλον. Σκηνή πρώτη. Ο καθηγητής βρίσκεται στο γραφείο του και μιλά στο τηλέφωνο. Προσπαθεί να ρυθμίσει κάποια θέματα σχετικά με το σπίτι του. Μπαίνει η νεαρή φοιτήτρια. Υπάρχει πρόβλημα με το βαθμό στο γραπτό της. Δεν μπορεί να περάσει το μάθημά του.

Δίνω μεγάλη προσοχή στη μη λεκτική επικοινωνία των πρωταγωνιστών. Πώς κινούνται τα σώματα, πώς στέκονται στο χώρο, πώς τοποθετούνται το ένα προς το άλλο. Ιδίως τον κύριο καθηγητή. Προσπαθώ να εντοπίσω τις πρώιμες ενδείξεις της παρενόχλησης. Η νεαρή φοιτήτρια δε μιλάει και πολύ στην αρχή, αλλά το κορμί της φωνάζει! Δε θα ξεχάσω τη στιγμή που ο καθηγητής αγγίζει για πρώτη φορά τη φοιτήτρια. Όμως, μέχρι τότε έχουν προηγηθεί πολλά στη μεταξύ τους επαφή.

Οι δυο ήρωες του Ντέιβιντ Μάμετ, ο κύριος καθηγητής και η νεαρή φοιτήτρια βρίσκονται στον ίδιο χώρο, συναντιούνται ξανά και ξανά, κι όμως, η επικοινωνία τους δεν είναι εφικτή. Λέξεις πάνε κι έρχονται, αλλά δε συναντιούνται. Ταξιδεύουν στο χρόνο, στο χώρο, αλλά δεν ακούγονται, δεν αναγνωρίζονται. Αέναη επανάληψη δυο μονολόγων. Συναισθήματα, προκαταλήψεις, στερεότυπα για την εξουσία, την παιδεία, τον άνθρωπο, τη ζωή εκφράζονται. Μα, καμία στιγμή δεν ξεκαθαρίζουν. Το αντίθετο. Όσο περνάει η ώρα, τυλίγονται σαν κουβάρι που σφίγγει ολοένα πιο ασφυκτικά τους δυο ήρωες. Τους πνίγει. Οι δυο τους δεν μπορούν να βρουν έναν κοινό ορισμό, ούτε να συμφωνήσουν, ούτε να διαφωνήσουν. Λέξεις αρχικά αθώες, φορτίζονται συναισθηματικά, απομονώνονται και χρησιμοποιούνται τελικά στη σύνταξη μιας βαριάς κατηγορίας, αυτής της σεξουαλικής παρενόχλησης. Ο θεατής παρακολουθεί ένα παιχνίδι εξουσίας που παίζεται υπόγεια, κάτω από το τραπέζι και περιέχει άπειρα διπλά μηνύματα. Ποιος είναι ο θύτης και ποιος το θύμα;

Ο κύριος καθηγητής αποποιείται της εξουσίας του, αμφισβητεί το θεσμό της παιδείας, του πανεπιστημίου και κάθε του λέξη είναι γροθιά στο κατεστημένο. Στην ουσία, πάει κόντρα στο σύστημα, μέρος του οποίου είναι και ο ίδιος. Και το πρόβλημα δεν είναι αυτό, αλλά ότι θέλει να βρει κάποιον που να τον απενοχοποιήσει για όσα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ο ίδιος. Είναι αδύναμος. Εντελώς αδύναμος. Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να διαχειριστεί καταστάσεις, να αντιμετωπίσει δυσκολίες, να ορθώσει το ανάστημά του. Μια στιγμή στο έργο, μιλά για το «εγώ» του. Προσπαθεί με απολυταρχικό κι επικίνδυνο τρόπο να το υπερασπιστεί. Αλλά είναι μάταιο. Είναι αργά, γιατί το ποδοπατημένο του «εγώ» το έχει ο ίδιος εξορίσει. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι επιλέγει να μην παρευρεθεί στις διαπραγματεύσεις για το σπίτι του. Πιθανόν γιατί δεν πιστεύει ότι είναι χρήσιμος. Επιλέγει να εργαστεί στο γραφείο του, αλλά κι εκεί δε νιώθει επαρκής.  Απολογείται συνέχεια στη μαθήτριά του. Διψάει για αναγνώριση από τη νεαρή φοιτήτρια και παλεύει για να την έχει. Τόσο πολύ, που ξεπερνά από την αρχή τα όρια και της προτείνει μια ιδιαίτερη συμφωνία, που δεν ισχύει για καμιά άλλη φοιτήτρια ή φοιτητή. Παραβιάζει τα όρια που χωρίζουν τους ρόλους τους. Και το κάνει επανειλημμένα. Το κάνει κάθε φορά που σηκώνει τηλέφωνα την ώρα της δουλειάς για να μιλήσει για προσωπικά ζητήματα μπροστά της. Τη βάζει μέσα στα προβλήματά του. Μιλάει πολύ. Εξομολογείται και ξερνάει. Ξερνάει και δε σταματάει. Κι έτσι, της επιτρέπει να κάνει σενάρια, να φαντασιώνεται διάφορα για τη ζωή του, την οικογένεια, τη γυναίκα του. Κι ως πότε άραγε θα παρακολουθεί εκείνη αμέτοχη, χωρίς να ζητά μερίδιο σε όλα αυτά; Ως πότε δε θα πληρώνει εισιτήριο για την ταινία που βλέπει; Εκείνος θέλει απεγνωσμένα ένα θεατή κι εκείνη προσφέρεται.

Η νεαρή φοιτήτρια είναι ένα πλάσμα εγκλωβισμένο στις αρνητικές για τον εαυτό της σκέψεις. Μια γυναίκα που έχει σοβαρές κοινωνικές δυσκολίες. Κάθε λεπτό συλλέγει στοιχεία από το περιβάλλον της που επιβεβαιώνουν τις απαισιόδοξες πεποιθήσεις της. Η μιζέρια της δεν ταιριάζει σε γυναίκα της ηλικίας της. Προκαλεί τη λύπηση του καθηγητή. Τον αφήνει να τη νουθετεί και να την ερμηνεύει. Κάποια στιγμή επιχειρεί να του εξομολογηθεί κάτι, αλλά όταν αυτό δε γίνεται, εκείνη απομακρύνεται. Του θυμώνει. Κακιώνει. Νιώθει ότι την προδίδει, ότι την εγκαταλείπει. Έπρεπε να είναι παρών για αυτήν, να τη στηρίξει και να μην ασχολείται με το σπίτι του! Κι έτσι διαιωνίζει τις συνθήκες για παραβίαση των ορίων. Συμβολικά, επιτρέπει μια αθέλητη διείσδυση. Μια διείσδυση που έχει προκαλέσει η ίδια. Αντιφατικό;… Η επικοινωνία εξυπηρετεί την ανάγκη να ξεσπάσει, την ανάγκη της στιγμής, την εκτόνωση και μόνο αυτή. Η σχέση δε χτίζεται μέρα τη μέρα, δεν ωριμάζει μέσα στο χρόνο. Η νεαρή φοιτήτρια δεν ξέρει πώς να σχετιστεί. Είναι τραυματισμένη και προκαλεί με κάποιον τρόπο ξανά την τύχη της, αναπαράγει το τραύμα της. Δεν ακούγεται στην παράσταση, αλλά είναι πιθανό να είχε κακοποιηθεί από τον πατέρα της. Σίγουρα υπήρξε μάρτυρας μιας δυσλειτουργικής συζυγικής σχέσης, από την οποία δεν έχει διαφοροποιηθεί. Δεν έχει ονομάσει το τραύμα της, δεν το έχει τοποθετήσει έξω από τον εαυτό της, δεν το έχει εξανθρωπίσει. Οπότε, το τραύμα μένει μέσα της και την τυραννάει. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την αναφορά του καθηγητή στο συμβούλιο, εκείνη δείχνει να ηδονίζεται από την απόγνωσή του, από τον πανικό του. Εκείνη έχει το πάνω χέρι και όλη η στάση της αλλάζει ριζικά. Κινείται δυναμικά στο χώρο, ανεβάζει την ένταση της φωνής της, του αντιμιλά. Κι ως πότε εκείνος θα παρατηρεί όλα αυτά χωρίς να θυμώνει; Εκείνη θέλει να αναπαράγει το τραύμα της κι εκείνος συντονίζεται, χορεύει στο ρυθμό που του παίζει.

Καθηγητής και μαθήτρια δημιουργούν ένα κλίμα ψευδοαμοιβαιότητας, μέσα στο οποίο ο ένας γίνεται παρατηρητής της ζωής του άλλου. ‘Η τουλάχιστον αυτή είναι η κρυφή τους επιθυμία. Δεν αντέχουν να παρατηρήσουν τη ζωή τους. Θέλουν θεατές, οπαδούς. Διαφορετικά, η ζωή τους δεν έχει νόημα. Ο ένας γίνεται υποχείριο του άλλου. Ο ένας βιάζει τον άλλο. Τους φέρνει κοντά η ανάγκη, όχι η επιθυμία. Όχι η αναζήτηση του διαφορετικού που εμπλουτίζει. Κι όσο ο ένας χτυπάει με τα λόγια και πονάει τον άλλο, τόσο νιώθει ότι υπάρχει. Και τόσο ο άλλος κολλάει, κάθεται και υπομένει ή μένει και βρίζει. Και πάλι από την αρχή. Οι δυο ήρωες εναλλάσσουν τους ρόλους του θύτη και του θύματος. Από νωρίς, προβλέπει κανείς ότι οι δυο τους είτε θα πλακωθούν στο ξύλο είτε θα κάνουν σαδομαζοχιστικό σεξ, γιατί αυτά τα στοιχεία χαρακτηρίζουν τη σχέση τους. Υποταγή και τιμωρία. Η παθολογία του ενός ενώνεται εκρηκτικά με την παθολογία του άλλου και δημιουργείται ένα σύνολο διαταραγμένων αλληλεπιδράσεων. Ο κύκλος της παραβίασης επαναλαμβάνεται στο διηνεκές…

Μετάφραση: Δάφνη Λαρούνη
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη
Σκηνικό: Γιώργος Γαβαλάς
Φωτισμοί: Νίκος Βλασσόπουλος
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Φωτογραφίες παράστασης: Νικόλας Κομίνης

Τους ρόλους ερμηνεύουν ο Δημήτρης Καταλειφός και η Λουκία Μιχαλοπούλου.

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Παραστάσεις: Mέχρι 1/12/2013
Ημέρες και ώρες: Κυρ. 7 μ.μ. Τετ. 8 μ.μ., Πέμ.-Σάβ. 9 μ.μ.

Θέατρο Εμπορικόν
Διεύθυνση: Σαρρή 11,Ψυρρή, Αθήνα
Τηλ : 2103211750
Τιμή εισιτηρίων :€ 17, 12, 10