Της μάνας τα στερνά

Χρόνος ανάγνωσης 4 ΄

tis manas ta sternaΓράφει η Τίνα Κουτσουμπού*

Η ατμόσφαιρα βαριά και καταθλιπτική, στεναγμός βαθύς που σε πλακώνει. Μυρωδιά πολυκαιρισμένου αέρα και  φάρμακου τριγυρνά σκορπισμένη στη  μεγάλη κάμαρα με τις βελούδινες πολυθρόνες και το σκαλιστό πατιναρισμένο διπλό κρεβάτι. Μέσα του κοιμάται καθηλωμένη χρόνια από σπάνια ασθένεια εκείνη.

Στα λευκά νωπά σεντόνια το κορμί της βασανισμένο γέρικο, στεγνωμένο από τους χυμούς της νιότης. Τα χέρια της μαβιά, τα δάκτυλα άκαμπτα. Το δέρμα κηλιδωμένο, ζαρωμένο εξέχει πάνω από συρρικνωμένα οστά. Της καρδιάς της μόλις που ακούγονται οι παλμοί. Η ψυχή, φυλακωμένο πουλί που πεταρίζει, πολεμάει να σπάσει τα δεσμά της από το εξασθενημένο σώμα. Με το βλέμμα απλανές, την αγκαλιά άδεια, το στόμα ξερό, μαραγκιασμένο, η  μητέρα βαριανασαίνει… Πάει ένας μήνας τώρα που κατρακυλάει σε ένα αργό θάνατο, στο βάραθρο του Άδη ανήμπορη να νικήσει το θεριό, την άτιμη αρρώστια.

Γερμένη στο πλάι της η Αντιγόνη παραφυλάει το άκουσμα της τελευταίας της επιθυμίας. Μόνη αυτή χρωστάει σήμερα στη μητέρα, απ’ όλους. Η μοσχοθυγατέρα της. Βρίσκεται εκεί στο προσκεφάλι της από τότε που χειροτέρεψε -30 ολάκερες μέρες- και αφουγκράζεται το αγκομαχητό της. Μυρίζει την ανάσα του θανάτου που τους περιγελάει ξεδιάντροπα, έτοιμος να απλώσει την απόχη του. Σαν χταπόδι θα πεταχτεί αίφνης, θα την τυλίξει γύρω του και θα γλιστρήσει μαζί της στα ατέρμονα σκοτάδια της λήθης για πάντα.

Εικόνες ομορφιάς, στιγμιότυπα από την παιδική της ηλικία, χορεύουν εμπρός της.

Λουσμένη τον κυριακάτικο ήλιο της αυγής, στην εξοχή, ντυμένη με το λουλουδάτο της φόρεμα, με ξέπλεκα τα μακριά στιλπνά μαλλιά της να γυαλίζουν στο φως, χρυσές κλωστές, η  μητέρα την στριφογυρίζει στον αέρα.

Παράδεισος το γέλιο της. Μοσχοβολιά Μαγιού το άρωμά της.  Είναι η πρώτη της γιορτή. Αντιγονίτσα, την φωνάζει, το παιδί μου, το καμάρι μου. Έξι ετών παιδί τότε, ακόμη θυμάται η Αντιγόνη την πρώτη της ονομαστική γιορτή. Με τον πατέρα, της χάρισαν τότε το πρώτο της ποδήλατο!

Έπειτα η Αντιγόνη την βλέπει σκυφτή, πάνω στην πρώτη της έκθεση να της υποδεικνύει τα λάθη της. Να είναι παρούσα και στα πρώτα καρδιοχτύπια της, στις πρώτες της σχολικές αποτυχίες. Κοντά της στην αποφοίτηση, δίπλα της στις χαρές και τις λύπες της, να επιβάλλει το σωστό, να υποδεικνύει τι είναι πρέπον και τι όχι.

Ατέρμονες οι προσπάθειές της μάνας για το καλό, την προκοπή της, την ισορροπία και τη γαλήνη στο σπίτι τους. Πυροσβέστης των εκρήξεών της Αντιγόνης με τον πατέρα. Παρηγοριά και καταφύγιο της τσαλακωμένης της ψυχής στα δύσκολα, η αγκαλιά της.

Πόσα χωράει η ψυχή της, μεγάλα και αληθινά αισθήματα! Πως τα στοιβάζει και τα κρύβει μέσα στο μικροσκοπικό της σώμα… Ανεξάντλητη η αντοχή και η ψυχική της δύναμη, θαρρείς και την τροφοδοτούν της ζωής τα στραπάτσα, αναδιπλώνεται από  τα μύχια της καρδιάς της που σταλάζουν γλυκά σε κάθε πληγή του παιδιού της, της ελπίδας  βάλσαμο.

Μάνα, μη μας αφήνεις. Της εσωτερικής φωνής σπαράγματα,του είναι της οι τύψεις, την κατατρέχουν. Που ήταν η ίδια, η θυγατέρα της; Πως δεν ένιωσε το τέλος της μάνας να πλησιάζει; Πως άφησε το χρόνο να της αρπάξει τις στιγμές που θα ζούσε με τη μάνα συντροφιά της. Του μυαλού της τα ανήσυχα μονοπάτια την οδηγούν σε αμφιβολίες, βρίσκουν λάθη στη συμπεριφοράς της προς τη μάνα της. Πόσα θα μπορούσε, πόσα να κάνει; που όμως δεν τόλμησε. Να γυρνούσε λίγο τη μηχανή του χρόνου πίσω σε εκείνη τη μέρα που λογόφερε μαζί της για τα θέλω της, που πρότεινε τον εγωισμό της και δεν την άκουσε.

Πόσες πίκρες την κέρασε, πόσα φαρμάκια πότισε αυτό το σιωπηλό τώρα στόμα.

Και η μάνα βράχος υπομονής και εγκαρτέρησης, αμίλητη αποσυρόταν στο κόσμο της, τον κόσμο της μάνας περιμένοντας και ελπίζοντας. « Παιδί είναι ακόμη, θα μάθει και θα καταλάβει», έλεγε με λόγια ανάκατα με τους αναστεναγμούς της μαυρισμένης της ψυχής, εκείνη. Η μεγάλη όλου του κόσμου, η μόνη της παρηγοριά. Η Αντιγόνη συνειδητοποίησε τα λόγια της αργά κοντά στα σαράντα της, όταν κι εκείνης τα παιδιά είχαν από χρόνια γεμίσει με φαρμάκια αλλά και χαρές το ποτηράκι της ψυχής της.

Αχ μάνα! είπε με καημό… Πόσο μετάνιωσα. Πόσες σου στέρησα χαρές, πόσα δε πρόλαβα να ζήσω ακόμη μαζί σου. Έλεγα πάντα πως έχουμε καιρό, όμως πόσο λάθεψα.

Ο θάνατος τώρα την παραμονεύει μέσα στο φορτωμένο με συναισθήματα δωμάτιο. Και εκείνη ψυχανεμίζεται το τέλος της. «Αντιγόνη» λέει ξέπνοα.

«Μάνα μου, μη. Όχι ακόμη.» Τα βλέφαρά της πεταρίζουν. Σφικτά της κρατά το χέρι της, η Αντιγόνη, ευλαβικά, σαν αλαβάστρινο μπιμπελό και όλο βυθίζεται στις αναμνήσεις της παιδικής της ηλικίας.

«Μη κλαίς παιδάκι μου της σιγοψιθυρίζει». Τέλεψε πια το καντήλι της ζωής μου.

«Να’ σαι ευτυχισμένη» βγαίνει από της καρδιάς τα βάθη ο τελευταίος της λόγος.

Τώρα το κεφάλι γυρτό στο πλάι, στο προσκεφάλι της, τα χέρια σταυρωτά στο στήθος, σαν δυο λευκά περιστέρια και με ένα ελαφρύ μειδίαμα στα χείλη, ταξιδεύει αργά, κυλάει προς τα αιώνια μονοπάτια του σύμπαντος κόσμου.

Η Αντιγόνη αγκαλιάζει στοργικά το γέρικο κορμί, ποτάμι ξεχύνονται οι λυγμοί της. Κόπηκε πια ο ομφάλιος λώρος παντοτινά. Γυμνή απόμεινε η ψυχή της και μόνη τώρα αναμετριέται με τα φαντάσματα και τα αναφιλητά της. Στο σκοτεινό δωμάτιο, αλλοπαρμένη με αλλαγμένη χροιά ακούει τη φωνή απ’ τα στήθη της να βγαίνει. «Μάνα μου γλυκιά. Μάνα συγχώρα με»…

——————————————————————————

 * Η Κωνσταντίνα Κουτσουμπού γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της  Α.Σ.Ο.Ε.Ε και γνωρίζει τέσσερις ξένες γλώσσες. Εργάσθηκε στην Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση στις Οικονομικές Υπηρεσίες και στην Εμπορική Τράπεζα τόσο στην Αθήνα όσο και στη Καλαμάτα όπου εγκαταστάθηκε το 1996. Είναι παντρεμένη και έχει ένα γιό και μια κόρη.

Από το 2005 ασχολήθηκε με θεατρικούς και σχολικούς συλλόγους. Με τη συγγραφή  γράψιμο δραστηριοποιείται από το 2010. Γράφει  διηγήματα και άρθρα. Αρθρογραφεί  για την Ένωση Συντακτών μη ημερησίων εντύπων από το 2011. Πεζά της κείμενα δημοσιεύθηκαν στο Αθηναϊκό ημερολόγιο του 2012 και 2013 Εκδόσεις Φιλιππότη, στον ημερήσιο και εβδομαδιαίο τοπικό τύπο καθώς και στο ανθολόγιο του 2012 της Ένωσης Μεσσηνίων συγγραφέων της οποίας και αποτελεί μέλος.