Γράφει η Χαρά Νικολακοπούλου *
-Πολύ θα ήθελα να σας ξεναγήσω στο σπίτι μου όμως φοβάμαι πως θα μπερδευτείτε. Είναι ένα ασυνήθιστο μέρος θα έλεγα. Αποτελείται από πολυδαίδαλους διαδρόμους που διακλαδώνονται και αναδιπλώνονται. Μερικές φορές δεν βρίσκεις διέξοδο άλλοτε πάλι γυρνάς συνέχεια στο ίδιο σημείο μέχρι που σε πιάνει απελπισία. Το φως του ήλιου δεν φτάνει εδώ κάτω γι’ αυτό μεγάλες δάδες καίνε μέρα νύχτα. Σε κάποια σημεία θα πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι το πράγμα γίνεται επικίνδυνο καθώς ξυπνάνε τις νύχτες οι φωνές των αγοριών και των κοριτσιών που έπεσαν εδώ στα χέρια μου. Αντηχούν σπαρακτικά πάνω στα γεμάτα μούχλα τοιχώματα..
Θα σας φανεί μάλλον τρομαχτικό όλο αυτό. Εγώ το έχω συνηθίσει. Άλλωστε δεν υπάρχουν καθόλου έπιπλα για να σας βάλω να καθίσετε ούτε και έχω εδέσματα για να σας φιλέψω. Καθρέφτη κανένα δεν θα βρείτε, οι άνθρωποι λένε πως δεν αντέχω να αντικρίσω τον εαυτό μου. Αν ωστόσο επιμένετε θα σας συμβούλευα να έχετε μαζί σας ένα κουβάρι με νήμα για την περίπτωση που χαθείτε.
Ναι, θα το ήθελα πραγματικά να έρθετε μαζί μου, να μου κάνετε παρέα. Αισθάνομαι τρομερή μοναξιά τους τελευταίους αιώνες που όλοι με έχουν ξεχάσει. Φοβάμαι ωστόσο πως δεν θα είστε σε θέση να ξαναβγείτε.
Σαν να είχε αρχίσει να ξερογλείφεται μου φάνηκε.
Ξεκρέμασα από τον ώμο τη φωτογραφική μηχανή μου και άρχισα να τραβάω. Είχα βγάλει λαβράκι. Λαβράκι με κέρατα και ουρά.
-Πες μου κάτι Μίνω (έκανα μεγάλη προσπάθεια να φανώ φιλικός) γιατί εκείνος ο απατεώνας ο Θησέας είπε ότι σε σκότωσε;
Τα βοϊδίσια μάτια του Μινώταυρου έδειξαν τρομερή θλίψη. Έξυσε αμήχανος τη χοντροκεφάλα του.
-Είναι κτήνος, είπε μόνο. Αλλά είπε την αλήθεια. Πράγματι με σκότωσε. Μου πήρε ό,τι αγαπούσα περισσότερο στον κόσμο. Αλλά και εκείνη η κακούργα η Αριάδνη με πρόδωσε αισχρά. Ήταν πικρός ο χωρισμός της. Μπουκιά δεν έβαλα στο στόμα μου από τότε, μιλιά δεν έβγαλα, σαν ζωντανός νεκρός, μαράζωσα. Θλίψη αιώνων, φίλε. Αλλά για δες του καιρού τα γυρίσματα, εκείνη την προδότρα – χειρότερος προδότης ο Αθηναίος – την παράτησε ελεεινά σε ένα ξερονήσι και εκείνου του πνίγηκε ο πατέρας. Τους εκδικήθηκα, δε λέω. Έριξα βαριά κατάρα πίσω τους. Γι’ αυτό, να ξέρεις. Φυλάξου από την οργή του ταύρου!
______________________________________________
* Η Χαρά Νικολακοπούλου γεννήθηκε στην Πάτρα και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή. Εργάστηκε 8 χρόνια ως κειμενογράφος σε μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες. Έζησε για 2 χρόνια στη Ζυρίχη και δίδαξε στα Τμήματα Μητρικής Γλώσσας. Εκεί άρχισε να γράφει ασταμάτητα. Έχει γράψει μυθιστορήματα, νουβέλες, παραμύθια και διηγήματα.
Στη συνέχεια μετακόμισε στην Καλαμάτα και έχει την ευτυχία να γράφει τις ιστορίες της αγναντεύοντας τη θάλασσα. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής στο ΕΚΕΜΕΛ και στο Κέντρο Εκπαίδευσης Ενηλίκων Καλαμάτας. Από τον Οκτώβριο τους 2010 παρακολουθεί το ΠΜΣ «Δημιουργική Γραφή» του Παν/μίου Δυτ. Μακεδονίας. Τα δύο τελευταία χρόνια αρκετά κείμενά της βραβεύτηκαν σε πανελλήνιους διαγωνισμούς. Προς το παρόν εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.



















