Οι καμπύλες της οργής

Χρόνος ανάγνωσης 3 ΄

Γράφει η Ματίνα Νίκα

Έλα στη θεία να στο κάνει μάκια, να γιάνει.

Ναι, αλλά οι άντρες δεν κλαίνε.

Ήταν εκεί. Στριμωγμένη στο σωρό  μαζί με τις υπόλοιπες. Δεν ήταν η πιο μεγάλη, δεν ήταν καν κόκκινη, αν κι εκείνος ήταν Ολυμπιακάρα. Την έβλεπε όταν πήγαινε στο σχολείο. Την έβλεπε όταν γύριζε από το σχολείο. Την έβλεπε στα διαλείμματα (το περίπτερο ήταν απέναντι από το προαύλιο). Του είχε γίνει έμμονη ιδέα. Την ώρα που μασούλαγε το κουλούρι του κι οι συμμαθητές του κλώτσαγαν παραπέρα κάτι άλλες αδιάφορες μπάλες, εκείνος φανταζόταν τη στιγμή που θ’ αποκτούσε τη δική του, την κατάδική του μπάλα.

Μαζί της θα έγραφε ιστορία, το ήξερε. Πολύ πιο θαυμαστή και πιο δοξασμένη ακόμα κι από την ιστορία που έγραψε στα γήπεδα ο Υβ ο Τριαντάφυλλος. Θα την έπαιρνε πάντα μαζί του. Κάθε μέρα, παντού. Θα την έπαιρνε μαζί του και στις διακοπές, τότε που δεν θάχε τόσα βαρετά διαβάσματα κι ακόμα δε θα ήταν αναγκασμένος να κάνει παρέα με τα βαρετά παιδιά του γείτονα. Και τέλος πάντων θα είχε κάτι που δε θα μοιραζόταν με κανέναν άλλο, ούτε και με τον αδελφό του, κι ας έλεγε ότι ήθελε η μαμά.

Μετά από κείνη τη νύχτα που την είδε και στο όνειρό του, αποφάσισε να πάει στο περίπτερο και να την αγοράσει.

Δυο-τρεις εβδομάδες χωρίς κουλούρι στο διάλειμμα (σιγά το πράμα) και μια βαθειά αναπνοή. Γιατί ντρεπόταν.

Όπως ντρέπονται όλα τα μικρά αγόρια και δεν το λένε. Γιατί η μαμά λέει κάθε τρεις και λίγο πως οι άντρες δεν κλαίνε. Γιατί η μαμά δεν θέλει να πηγαίνει ο κανακάρης της στη θεία με τη ζουμερή αγκαλιά και τα βαμμένα φιλιά.

Όπως ντρέπονται και τα  μεγάλα αγόρια κι αποφεύγουν να μιλήσουν κι όλο γελάνε. Τις περισσότερες φορές χωρίς να υπάρχει κάτι πραγματικά αστείο. Γιατί οι άντρες δεν κλαίνε. Κι η θεία έχει πια στεγνώσει και έχει και γεροντική άνοια.

Το πρώτο βράδυ την έβαλε με μεγάλη προσοχή δίπλα στο κρεβάτι του. Σε σημείο που να μπορεί να την βλέπει μέσα από τα σκεπάσματα. Ήταν περήφανος. Το ίδιο έκανε και τα επόμενα βράδια. Μετά την πρώτη εβδομάδα,  δεν την ξαναπήρε στο σχολείο.  Μετά από ένα μήνα δεν την ξαναπήρε ούτε και στην αλάνα. Ύστερα την έκρυψε κάτω από το κρεβάτι. Μπήκε κι αυτός κάτω από τα σκεπάσματα.

Όταν οι μέρες μεγάλωσαν, ξαναμεγάλωσε κι η επιθυμία του για παιχνίδι. Τα δυο λιγνά πεύκα στο γωνιακό οικόπεδο έφτιαχναν το ιδανικό τέρμα. Χωρίς δεύτερη σκέψη βγήκε  στο χωματόδρομο. Τί κι αν δεν φόραγε κάλτσες κι ελβιέλες, τί κι αν δεν υπήρχε αντίπαλος και που ήταν ντάλα μεσημέρι, όλοι έλειπαν για μπάνιο, κι η μαμά κι ο αδελφός κι η θεία Λιλή με το παρδαλό μπικίνι. Η μπάλα του, η δική του μπάλα  όμως ήταν εκεί, μαζί του.

Όρισε τη μικρή περιοχή κι άρχισε τα σουτ, τα φάλτσα και τα ανάποδα ψαλίδια ακριβώς όπως είχε δει να κάνουν οι παικταράδες στην «Αθλητική Κυριακή» με το Γιάννη Διακογιάννη.

Του ξέφυγε. Πέρασε από την άλλη μεριά του δρόμου και πήρε  κατρακυλώντας την κατηφόρα. Την πήρε κι αυτός στο κατόπι. Η μπάλα δε σταματούσε  πουθενά. Έκανε γκελ στις λακκούβες, παράσερνε τα χαλίκια και είχε πια τέτοια ταχύτητα που ήταν αδύνατον να την προφτάσει τρέχοντας μ’ εκείνα τα άθλια πέδιλα που η μαμά επέμενε να του αγοράζει κάθε  καλοκαίρι. Σίγουρα θα έφτανε ως τη θάλασσα αν δεν έπεφτε μέσα στη γούρνα που οι παραθεριστές ξεπλένονταν από το αλάτι πριν πάνε στα εξοχικά τους.

Κι εκεί που πίστεψε ότι τα κατάφερε, σκόνταψε με δύναμη πάνω σε μια κοτρώνα. Έκανε μια θεαματική βουτιά που θα τη ζήλευε κι ο καλύτερος τερματοφύλακας και προσγειώθηκε με το ένα γόνατο και τη μια παλάμη σα σκυλί του τσίρκου.

Ο πόνος τον διαπέρασε κι έφτασε αστραπιαία ως το μεδούλι. Καρφώθηκε στο μυαλό του. Το αίμα έβαφε το χώμα, το χώμα έμπαινε στα μάτια του, τα μάτια του θόλωσαν. Δεν άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν.

Σηκώθηκε αργά. Με το άλλο πόδι, αυτό που τη γλύτωσε, άρχισε να τσαλαπατάει τη μπάλα. Με οργή, με μίσος, , με απελπισία. Την διέλυσε.

Το απόγευμα η θεία Λιλή τον πήρε από το χέρι (αυτό που τη γλύτωσε) και πήγαν στο παραλιακό περίπτερο που είχε και ψυγείο της ΕΒΓΑ. Διάλεξε έναν πύραυλο-γίγα  με σοκολάτα και φουντούκια. Διάλεξε  και μια καινούρια μπάλα, δερμάτινη.

Η θεία Λιλή τον έκλεισε τρυφερά μέσα στην αγκαλιά της. Ήταν μαυρισμένη και φορούσε  ένα άσπρο φουστάνι με τιράντες που άφηνε τις καμπύλες της να διαγράφονται. Μύριζε αντηλιακό και κάτι άλλο. Του έδωσε και δυο φιλιά στα μάγουλα. Του χάιδεψε το κοντοκουρεμένο κεφάλι.

Από κείνο το καλοκαιρινό απόγευμα, τα χρόνια κατρακύλησαν με ταχύτητα αστραπής.

Αγόρασε από τότε κάμποσες μπάλες.

Έμαθε και τι ήταν εκείνο το άλλο που μύριζε η θεία.

Ο πόνος όμως που καρφώθηκε στο μυαλό του δεν έγιανε ποτέ.

 

___________________________________________________

Η Ματίνα Νίκα γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Έχει  πτυχίο Γαλλικής φιλολογίας κι έχει φοιτήσει και στη σχολή ξεναγών. Αγαπά πολύ το διάβασμα και τη συγγραφή. Αγαπημένο της μυθιστόρημα είναι «Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα. Τα κείμενά της βρίσκονται στη σελίδα της στο facebook, στο microstory και στα Ψυχογραφήματα.

Το διήγημα “Οι καμπύλες της οργής” δημοσιεύεται για πρώτη φορά στα “Ψυχο-γραφήματα”.