Ένα μεσημέρι σαββατιάτικο, Μάρτης ήταν, η Ανθή βρισκόταν στην κουζίνα και καθάριζε αγκινάρες. Είχε πάει νωρίς το πρωί στη λαϊκή και τις είχε λιμπιστεί. Ο Πέτρος τρελαινόταν για αγκινάρες αλά πολίτα και ίσως γι’ αυτό είχε προσφερθεί να πάρει τα παιδιά μια βόλτα στην παιδική χαρά.
Άγριες οι αγκινάρες, άγρια και τα αγκάθια τους. Φόρεσε τα χοντρά γάντια της κηπουρικής για να τις καθαρίσει. Στο σπίτι επικρατούσε μια ησυχία που δεν της καλάρεσε ακριβώς, καθώς έλειπαν τα παιδιά αλλά χάρηκε που θα είχε στη διάθεσή της το πολύτιμο διάστημα της μίας- μιάμισης ώρας για να μαγειρέψει, να σιδερώσει τρία πλυντήρια ρούχα, να καθαρίσει το μπάνιο, να στρώσει τα κρεβάτια και να πλύνει το κάλυμμα του καναπέ που είχε λερώσει το προηγούμενο βράδυ με εμετό ο μικρός. Και αν προλάβαινε, να βάψει και τα νύχια της. Αν!
Τα χοντρά γάντια σύντομα αποδείχτηκαν ανίσχυρα μπροστά στα τσιμπήματα της αγκινάρας.
Πότε θα έρθει η στιγμή για την αποθέωση; αναρωτήθηκε συνεχίζοντας το καθάρισμα. Πρέπει να δράσω, ξανασκέφτηκε. Μια ζωή γεμάτη δράση, αυτό ήταν το ζητούμενο. Ποια σχέση έχω εγώ με την ηρωίδα μου;
Εκείνη δεν έχει ίχνος κυτταρίτιδας στα μπούτια της, ούτε μια γκρίζα τρίχα στα μαλλιά της, και πράγμα παράξενο καμιά ρυτίδα. Έτσι είναι οι ηρωίδες, δεν επιτρέπεται να έχουν ψεγάδια αλλιώς τι σόι ηρωίδες θα ήταν;
Πού είναι η ηρωίδα μου, αναρωτήθηκε ξανά αλλά κανείς δεν της απάντησε. Εκείνη είχε το κουράγιο να καθαρίζει το μπάνιο με το νέο πανίσχυρο καθαριστικό φορώντας δέκα πόντους τακούνι στιλέτο και έχοντας στο πρόσωπό της ένα χαμόγελο που συνδύαζε ηδυπάθεια και σωφροσύνη σε τέλειες αναλογίες.
Αλλά γιατί η ίδια έβλεπε μπροστά στα μάτια της σαν σε όραμα, τον χθεσινοβραδινό της όνειρο: τον εαυτό της να πετάει με ιλιγγιώδη ταχύτητα καβάλα στο κοτσάνι μιας τεράστιας αγκινάρας; Ο αέρας της ανακάτωνε τα μαλλιά και ήταν πολύ χαρούμενη. Μήπως ήταν σεξουαλικό υπονοούμενο αυτό; Η αλήθεια ήταν πως τον τελευταίο καιρό οι ερωτικές επαφές με τον Πέτρο είχαν γίνει είδος που κινδύνευε με εξαφάνιση.
Και μετά γιατί προσγειώθηκε λέει σε έναν καταπράσινο αγρό γεμάτο θεόρατες αγκινάρες; Καρφωμένα πάνω στ’ αγκάθια τους σφάδαζαν από τον πόνο μικροσκοπικά ανθρωπάκια σαν πληγωμένα σκαθάρια που ψυχορραγούσαν.
Τι εφιάλτης ήταν αυτός; Μήπως είχε αρχίσει να τρελαίνεται; Μήπως η ασθένεια της γιαγιάς Ανθής ήταν κληρονομική τελικά; Μια ζωή έτρεχε στις εκκλησίες και στα μοναστήρια η γιαγιά για να ξορκίσει τα εφιαλτικά όνειρα και όταν στο τέλος κληροδότησε εκεί όλη της την περιουσία, το συγγενολόι την αναθεμάτισε σύσσωμο.
Συνέχισε ωστόσο να καθαρίζει τις αγκινάρες παρόλο που αποφάσισε για μια και μοναδική στιγμή- ορόσημο όταν καθάρισαν τα σύννεφα και είδε ολοκάθαρο τον ορίζοντα, ότι πρέπει να του δίνει από εκεί μέσα.
Να λύσει την ποδιά από τη μέση της ( έβλεπε ήδη τον εαυτό της να διαφημίζει τα «Προσεχώς» της ζωής της) και να την κρεμάσει όμορφα στην κρεμάστρα, να μαζέψει τα φύλλα και να αφήσει ένα σημείωμα στον Πέτρο.
«Πρώτα τσιγαρίζεις κρεμμυδάκι σε ελαιόλαδο, ρίχνεις τις πατάτες και τις αγκινάρες, προσθέτεις νερό, αλάτι, πιπέρι, άνηθο ψιλοκομμένο και το χυμό από δύο λεμόνια. Σε τρία τέταρτα περίπου είναι έτοιμες. Καλή όρεξη και αντίο».
Δεν το άξιζε ένα τόσο βάναυσο γεύμα ο Πέτρος. Δεν της το επέτρεπε η καλοσύνη του και η συγκαταβατικότητά του να του το σερβίρει. Εκείνος έδειχνε απεριόριστη ανοχή στα ψυχολογικά της σκαμπανεβάσματα που ήταν πάντα απρόσμενα και καταιγιστικά, την ηρεμούσε στην αγκαλιά του και παρηγορούσε τα κλάματά της, την ησύχαζε με φιλιά στα μαλλιά.
-Γιατί δεν με στέλνει στο διάολο επιτέλους; Αναρωτιόταν καμιά φορά η Ανθή. Ένας άλλος στη θέση του θα το είχε κάνει από καιρό. Μια γυναίκα με ευέξαπτα νεύρα και ευπαθή ισορροπία, να τι έλεγαν οι γιατροί. Όπως και η γιαγιά Ανθή. Λες να ήταν κληρονομικό το «χάρισμα»; Ποιος ξέρει;
Αλλά ήταν και τα παιδιά. Τι της έφταιγαν τα παιδιά; Από το να έχουν μια μάνα ανισόρροπη και υστερικιά, καλύτερα καθόλου μάνα, αποφάνθηκε η ίδια για λογαριασμό τους.
«Καλύτερα να κρεμάσω την ποδιά μου όσο είναι καιρός, πίεσε τον εαυτό της, και τα αγκιναρόφυλλα ας τα μαζέψει η παραδουλεύτρα που θα έρθει το απόγευμα.»
«Ας φτιάξω τουλάχιστον τα φαΐ», άλλαξε πάλι γνώμη. Δεν θα ξέρει πού είναι η κατσαρόλα, ούτε πόσο αλάτι και πιπέρι να ρίξει. Θα το κάνει λύσσα και θα μείνουνε νηστικοί.
Έτσι συνέχισε να καθαρίζει τις αγκινάρες. «Ωχ, θεέ μου δεν αντέχω» σκούπισε το μέτωπο της με το μανίκι της «τι μου ήρθε και πήρα αγκινάρες;»
Την επόμενη στιγμή η Ανθή κοιτούσε το πρόσωπό της στη βιτρίνα του ντουλαπιού όταν αναπήδησε στη θύμηση του προχθεσινού εφιάλτη: ότι βρισκόταν, λέει, να εκειδά στην κουζίνα και πίσω της στεκόταν μια θεόρατη αγκινάρα με πραγματικά κακιά έκφραση. Η Ανθή είχε παγώσει μέσα στον ύπνο της. Τα μέλη της έπαψαν να την υπακούουν. Η αγκινάρα κάγχασε περιφρονητικά. Σήκωσε το κοτσάνι- χέρι της οπλισμένο με ένα πιρούνι και της το κάρφωσε κατευθείαν στο στέρνο. Ακριβώς στο μέρος της καρδιάς. Μετά ξερίζωσε με άπειρη χαιρεκακία την καρδιά της, την καρδιά της Ανθής που σπαρταρούσε ζουμερή και πεντατρύφερη, που μοσχοβολούσε άνηθο και άχνιζε. Άρχισε να την τραγανίζει αργά και απολαυστικά, με απροσμέτρητη ηδονή, χωρίς καθόλου οίκτο την καρδιά της Ανθής που τσιτσίριζε στο καυτό λάδι πάνω στα ψιλοκομμένα κρεμμυδάκια.
-Θεέ μου, τρελαίνομαι σίγουρα, θορυβήθηκε η Ανθή με κομμένα τα γόνατα από την τρομάρα.
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε με θόρυβο η εξώπορτα. Μια πασίγνωστη βαβούρα της πήρε τ’ αυτιά και καταχώνιασε προς το παρόν το φάντασμα της εκδικητικής αγκινάρας.
Ο Νικόλας είχε φάει τα μούτρα του στην παιδική χαρά, ήταν μέσα στη βρόμα και καταϊδρωμένος. Η Σόνια κλαψούριζε πανευτυχής που το καινούριο πλεχτό ζακετάκι της είχε μια μεγάλη τρύπα στην μασχάλη.
Κρεμάστηκαν από τη φούστα της να του πλύνει τα αίματα εδώ και τώρα, να της ράψει το ζακετάκι εδώ και τώρα, να τους δώσει παγωτό και κόκα κόλα, «ακόμα δεν έβαλες το φαΐ;» φώναξε από το μπάνιο ο Πέτρος και «πού είναι τα έμπλαστρα; Έχει πιαστεί η μέση μου πάλι.»
-Θέλω να έρθεις εδώ! Έβαλε κάτω το μαχαίρι και ύψωσε τη φωνή της.
Κάτι πρέπει να είχε η χροιά εκείνης της φωνής.
Κάτι αισθητά επιτακτικό που μύριζε κόκκινο.
Όλοι σώπασαν μουδιασμένοι.
-Θέλω να με βοηθήσεις να καθαρίσουμε τις αγκινάρες, είπε με στόμφο η Ανθή.
Την κοίταξε όχι και τόσο ξαφνιασμένος και σήκωσε τα μανίκια του.
-Δώσ’ μου ένα καλό μαχαίρι, είπε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Τα παιδιά μούλωξαν. Όταν ο μπαμπάς βοηθάει τη μαμά να καθαρίσει αγκινάρες, κάτι σοβαρό συμβαίνει και δεν τα παίρνει να μυξοκλαίνε.
Κάθισαν ήσυχα στον καναπέ, ο Νικόλας, ατσούμπαλος όπως συνήθως, έβαλε πάνω τα λασπωμένα παπούτσια του και η Σόνια τρόμαξε ότι η μαμά θα γίνει έξαλλη, όμως η Ανθή ούτε καν το πρόσεξε. Ήταν απασχολημένη να ξεφλουδίζει την αγκινάρα, να αποσπά τα αγκάθια της και να την αφοπλίζει. Δίπλα της ο Πέτρος αγκομαχούσε ακόμα με την πρώτη αγκινάρα που καταπιάστηκε και αυτό κράτησε κάμποση ώρα.
Το ίδιο εκείνο απόγευμα, αφού είχε είχε πλύνει τα πιάτα και πίνοντας τον καφέ της, η Ανθή κατέληξε στο εξωφρενικό συμπέρασμα ότι η ζωή είναι σαν μια αγκινάρα. Έχει μια τρυφερή καρδιά στο βάθος και πάμπολλα αγκάθια τριγύρω της. Όσο πιο άμαθα είναι τα χέρια, τόσο το χειρότερο γι’ αυτά.
Και χάρηκε που είχε δίπλα της κάποιον αξιόπιστο για να μοιράζονται τις λιγοστές μπουκιές νοστιμάδας και τις γρατσουνιές που δεν μπορείς να αποφύγεις.
__________________________________
Η Χαρά Νικολακοπούλου γεννήθηκε στην Πάτρα και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή. Εργάστηκε 8 χρόνια ως κειμενογράφος σε μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες. Έζησε για 2 χρόνια στη Ζυρίχη και δίδαξε στα Τμήματα Μητρικής Γλώσσας. Εκεί άρχισε να γράφει ασταμάτητα. Έχει γράψει μυθιστορήματα, νουβέλες, παραμύθια και διηγήματα.
Στη συνέχεια μετακόμισε στην Καλαμάτα και έχει την ευτυχία να γράφει τις ιστορίες της αγναντεύοντας τη θάλασσα. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής στο ΕΚΕΜΕΛ και στο Κέντρο Εκπαίδευσης Ενηλίκων Καλαμάτας. Από τον Οκτώβριο τους 2010 παρακολουθεί το ΠΜΣ «Δημιουργική Γραφή» του Παν/μίου Δυτ. Μακεδονίας. Τα δύο τελευταία χρόνια αρκετά κείμενά της βραβεύτηκαν σε πανελλήνιους διαγωνισμούς. Προς το παρόν εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.
Το διήγημα της «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος» δημοσιεύεται για πρώτη φορά στα «Ψυχο-γραφήματα».





















