4.48 Ψύχωση

Aπό τη Μένη Κουτσοσίμου, Μεταδιδάκτωρα Ιατρικής σε θέματα Αξιολόγησης Ποιότητας Παρεχόμενων Υπηρεσιών στο χώρο της Υγείας

Το Ψύχωση 4:48, το τελευταίο έργο της Σάρα Κέιν είναι ένα ψυχολογικό παραλήρημα ενός προσώπου πριν την αυτοκτονία ή ένας εσωτερικός ποιητικός λόγος, συχνά τεμαχισμένος σε περισσότερες από μία εσωτερικές φωνές. Δεν υπάρχει σκηνοθετική οδηγία που να προσδιορίζει το χώρο και το χρόνο της δράσης του έργου. Από τον τίτλο του καταλαβαίνουμε πως η συγγραφέας θέλει να τοποθετήσει αυτό το παραλήρημα στις 4:48 το πρωί, την ώρα που καταγράφονται οι περισσότερες αυτοκτονίες. Το κείμενο του έργου μας δημιουργεί την ατμόσφαιρα ενός ψυχιατρείου στο οποίο είτε μεταφορικά είτε κυριολεκτικά βρίσκεται η ηρωίδα. Από τους μονολόγους του γίνεται φανερό πως το πρόσωπο πιστεύει πως το πνεύμα του βρίσκεται μακριά από το σώμα του. Εκτός από την κοινωνία, υπεύθυνο μοιάζει να είναι εδώ και το ίδιο το άτομο – σώμα που αρνείται ή δεν μπορεί να απαλλαγεί από μια επιτελεστικά κατασκευασμένη χριστιανική ηθική και ως εκ τούτου είναι ήδη ακυρωμένο και νεκρό.

Το χριστιανικό στοιχείο είναι τόσο έντονο σε αυτό το έργο που αναγκαστικά πρέπει να εξετάσουμε το ενδεχόμενο της χριστιανικής ενοχής ως αίτιο για την απέχθεια του σώματος. Στις Μελέτες για την Υστερία ο Μπρόυερ και ο Φρόιντ μελετούν πολλές ευφυείς γυναίκες που αρνούνται για χριστιανικούς – ηθικούς λόγους να παραδεχθούν την πραγματική σωματική τους επιθυμία και νιώθουν απέχθεια και φόβο για το σώμα τους, οδηγώντας τον εαυτό τους σε νευρολογικές παραλύσεις. Αν και το πρόσωπο αυτού του έργου μοιάζει πολύ πιο συνειδητοποιημένο ως προς τη σωματική του επιθυμία αλλά και ως προς την άρνησή της από τα περιστατικά που μελέτησε ο Φρόιντ, το αποτέλεσμα παραμένει λίγο – πολύ το ίδιο, καθώς συνεχίζει να υποφέρει.

Η συγγραφέας έγραψε το έργο το 1998 λίγους μήνες πριν την αυτοκτονία της, τον Φεβρουάριο του 1999. Ένας εσωτερικός διάλογος ενός ανθρώπου που υποφέρει, άλλοτε κραυγάζοντας και άλλοτε σιωπώντας. Ένα είδος ανταπόκρισης από κείνη την περιοχή του μυαλού που οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι δεν θα προσεγγίσουν ποτέ. «Μπορώ να γεμίσω το χώρο μου να γεμίσω το χρόνο μου αλλά τίποτα δεν μπορεί να γεμίσει αυτό το κενό στην καρδιά μου».

Πόσοι από εμάς, λοιπόν, γνωρίζουν τη Σάρα Κέιν; Γεννημένη στην Αγγλία το 1971, με έντονη θεατρική δραστηριότητα, ακραία κι ολιγόχρονη, η οποία τερματίστηκε από τον εκούσιο θάνατό της το Φεβρουάριο του 1999. Η ίδια προτιμούσε να μιλάει για βιωματικό θέατρο, είχε πει ότι προτιμά «να ριψοκινδυνέψει τις πιο βίαιες αντιδράσεις κι άμυνες εκ μέρους των θεατών παρά να ανήκει σε μια κοινωνία που έχει αυτοκτονήσει». Το έργο της πολεμήθηκε πολύ από τους σύγχρονούς της κριτικούς και προκάλεσε πικρόχολες αντιδράσεις. Προκάλεσε σε αρκετές περιπτώσεις την οργή και την οξύτατη κριτική πολλών που τη χαρακτήρισαν ως μια εξπρεσιονιστική γλωσσού χωρίς ίχνος θεατρικότητας.

Μαζί με άλλους, συμπατριώτες της κυρίως, ομότεχνους άνοιξε το δρόμο για μια νέα δραματουργική έκφραση εισάγοντας το λεγόμενο “Στα Μούτρα Θέατρο” στα πλαίσια της λογικής “τρίβω-στα-μούτρα-σας-τον-κόσμο-που-μου-κληροδοτήσατε”. Στον απόηχο αυτής της κατάστασης, μόλις στα 28 της χρόνια έθεσε τέλος στη ζωή της, όταν βρέθηκε κρεμασμένη στην ψυχιατρική κλινική όπου νοσηλευόταν μετά την πρώτη αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας της. Όμως, η ίδια μας απαλλάσσει από τη σκέψη που μόλις κάναμε όλοι: “Δεν έχω επιθυμία θανάτου κανείς αυτόχειρας ποτέ δεν είχε” αλλά “το κακόβουλο πνεύμα της ηθικής των πολλών δεν αφήνει και πολλά περιθώρια”. Η Σάρα Κέιν από πολλούς χαρακτηρίζεται ως καταθλιπτική και σοκαριστική, όμως εκείνη δεν αποδέχεται αυτούς τους χαρακτηρισμούς για τον εαυτό της: ‘Δε θεωρώ τα έργα μου καταθλιπτικά, ούτε πιστεύω ότι τους λείπει η ελπίδα’.

«Δεν είναι ότι δεν ξέρουμε, αλλά ότι δε νιώθουμε.» Η βία κι η σκληρότητα που βρίσκονται στα έργα της Κέιν συναντώνται και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα αυτού του κόσμου. Η αγάπη είναι λύση, σανίδα σωτηρίας. Μέσα από τα κείμενά της φαίνεται ένας άνθρωπος που μπορεί να αγαπήσει, που είναι ικανός να νιώσει. Να νιώσει στο πετσί του τον πόνο και να κραυγάσει στην ύστατη προσπάθεια να τον νικήσει. Να νιώσει την αδιαφορία και να θελήσει να τη διαπεράσει. Κανείς δεν μπορεί να πληγεί τόσο βαθιά εάν δεν διαθέτει ο ίδιος μεγάλο βάθος. Ποιος είναι τελικά ο άρρωστος και ποιος ο υγιής; Πού σταματά η πραγματική αγωνία και πού αρχίζει η αναπαράσταση της;

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα του έργου:
«να επιτυγχάνω στόχους και φιλοδοξίες/ να ξεπερνώ εμπόδια και να επιτυγχάνω υψηλές επιδόσεις/ να αυξάνω τον αυτοσεβασμό με την επιτυχή άσκηση του ταλέντου/ να υπερνικώ τους αντιπάλους/ να ασκώ έλεγχο και επιρροή στους άλλους/ να υπερασπίζω τον εαυτό μου/ να υπερασπίζω τον ψυχολογικό μου χώρο/ να δικαιώνω το εγώ/ να προσελκύω την προσοχή/ να φαίνομαι και να ακούγομαι/ να συγκινώ, να καταπλήσσω, να γοητεύω, να αιφνιδιάζω, να διεγείρω, να ψυχαγωγώ, να διασκεδάζω ή να ξελογιάζω τους άλλους/ να είμαι ελεύθερη από κοινωνικούς περιορισμούς/ να αντιστέκομαι στην καταπίεση και στον καταναγκασμό/ να είμαι ανεξάρτητη και να δρω ανάλογα με τις επιθυμίες μου/ να περιφρονώ τους τύπους/ να αποφεύγω τον πόνο/ να αποφεύγω την ντροπή/ να ξεπλένω παλιές ταπεινώσεις αναλαμβάνοντας εκ νέου δράση/ να διατηρώ τον αυτοσεβασμό μου/ να καταστέλλω το φόβο/ να ξεπερνώ την αδυναμία/ να ανήκω/ να είμαι αποδεκτή/ να πλησιάζω και να επικοινωνώ ευχάριστα με τους άλλους/ να συνομιλώ φιλικά, να λέω ανέκδοτα, να ανταλλάσσω συναισθήματα, ιδέες, μυστικά/ να επικοινωνώ, να συνομιλώ/ να γελάω και να κάνω καλαμπούρια/ να κερδίζω τη στοργή του επιθυμητού Άλλου/ να προσκολλώμαι και να παραμένω πιστή στον Άλλο/ να απολαμβάνω αισθησιακές εμπειρίες με αυτόν τον καθεξόμενο Άλλον/ να τρέφω, να βοηθώ, να προστατεύω, να ανακουφίζω, να παρηγορώ, να υποστηρίζω/ να νοσηλεύω ή να θεραπεύω/ να με τρέφουν, να με βοηθούν, να με προστατεύουν, να με ανακουφίζουν, να με παρηγορούν, να με υποστηρίζουν, να με νοσηλεύουν ή να με θεραπεύουν/ να σχηματίζω αμοιβαίως ευχάριστες, μόνιμες, συνεργατικές και ανταποδοτικές σχέσεις με τον Άλλον, με έναν όμοιο/ να με συγχωρούν/ να με αγαπούν/ να είμαι ελεύθερη’.

Και στη σχέση της με το γιατρό της ξεχωρίζουμε τα ακόλουθα αποσπάσματα:

‘Η ζωή μου πιάστηκε σε έναν ιστό λογικής/ υφασμένο από έναν γιατρό για να αυξάνεσθε και πληθύνεσθε/ υ/ημείς οι λογικοί.”

“- Μ’ έχεις δει στα χειρότερά μου.

– Ναι.

– Εγώ δεν ξέρω τίποτα για σένα.

– Ναι.

– Αλλά μου αρέσεις.

– Και μένα μου αρέσεις. (Σιωπή).

– Είσαι η τελευταία μου ελπίδα. (Μεγάλη σιωπή).

– Δε σου χρειάζεται φίλος. Γιατρός σου χρειάζεται. (Μεγάλη σιωπή).

– Είσαι τόσο λάθος. (Πολύ μεγάλη σιωπή).

– Μα αφού έχεις φίλους. (Μεγάλη σιωπή)

– Έχεις πολλούς φίλους.

– Τι προσφέρεις στους φίλους σου και σε στηρίζουν τόσο; (Μεγάλη σιωπή).

– Τι προσφέρεις στους φίλους σου και σε στηρίζουν τόσο; (Μεγάλη σιωπή).

– Τι προσφέρεις; (Σιωπή).

– Έχουμε μία επαγγελματική σχέση. Νομίζω ότι έχουμε μια καλή σχέση. Μόνο που είναι επαγγελματική. (Σιωπή).

– Κοίτα. Καταλαβαίνω τον πόνο σου μόνο που δεν μπορώ να πάρω τη ζωή σου στα χέρια μου. (Σιωπή).

– Θα τα πας μια χαρά. Εσύ είσαι δυνατή. Το ξέρω ότι θα είσαι ΟΚ γιατί μου αρέσεις και δε γίνεται να σου αρέσει κάποιος που δε χωνεύει τον εαυτό του. Οι άνθρωποι για τους οποίους φοβάμαι είναι εκείνο που δε συμπαθώ γιατί μισούν οι ίδιοι τον εαυτό τους τόσο πολύ που δεν αφήνουν κανέναν άλλον να τους συμπαθήσει. Όμως εσύ πραγματικά μου αρέσεις. Θα μου λείψεις. Και το ξέρω ότι θα είσαι ΟΚ. (Σιωπή).

Οι περισσότεροι πελάτες μου θέλουν να με σκοτώσουν. Κάθε μέρα όταν φεύγω από δω μέσα, νιώθω την ανάγκη να γυρίσω σπίτι στον εραστή μου και να χαλαρώσω.
‘Έχω ανάγκη τους φίλους μου για να μην τρελαίνομαι (Σιωπή).
Γαμώτο μου τη μισώ αυτή τη δουλειά και έχω ανάγκη τους φίλους μου για να μη μου στρίψει. (Σιωπή). Συγγνώμη.

– Δε φταίω εγώ.

– Συγγνώμη. Αυτό ήταν λάθος

– Δε φταίω εγώ.

– Όχι. Δε φταις εσύ. Συγγνώμη. (Σιωπή).

– Ήθελα να εξηγήσω-

– Καταλαβαίνω. Θυμώνω επειδή καταλαβαίνω, κι όχι επειδή δεν καταλαβαίνω.”

“Μπουκαπόρτα ανοίγει Ξερό φως και Τίποτα. Δε βλέπω τίποτα.

Με τι μοιάζω εγώ; το παιδί της άρνησης από τον ένα θάλαμο βασανιστηρίων στον άλλο μια ελεεινή διαδοχή σφαλμάτων χωρίς άφεση. Η απελπισία με σπρώχνει στην αυτοκτονία.
Αγχώδης αγωνία για την οποία ούτε οι γιατροί δε βρίσκουν Γιατρειά

Ούτε και νοιάζονται να καταλάβουν ποτέ

Ελπίζω να μην καταλάβεις ποτέ. Γιατί μου αρέσεις”

“Δεν ξέρω πού να κοιτάξω πια

Κουράστηκα να ψάχνω στο πλήθος. Τηλεπάθεια κι ελπίδα

Κοίτα τ’ άστρα

Προφήτευσε το παρελθόν και άλλαξε τον κόσμο με μια ασημένια έκλειψη το μόνο μόνιμο η καταστροφή όλοι θα εξαφανιστούμε πασχίζοντας να αφήσουμε ένα χνάρι πιο μόνιμο από τον εαυτούλη μου».

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Συγγραφέας: Sarah Kane
Μετάφραση: Ρούλα Πατεράκη – Αντώνης Γαλέος
Εκδόσεις: Κοάν
Αριθμός σελίδων: 95
Έτος έκδοσης: 2001
Αρχική τιμή: 9 €